Αριθμός 2094/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Π. συζ. Ζ. Π., το γένος Β. Τ., άμισθης Υποθηκοφύλακα Αιγιαλείας, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πεγιάννοβιτς. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 172/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της ως και τους από 24 Οκτωβρίου 2011πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 25 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 28-12-2010 αίτηση αναίρεσης και από 24-10-2011 πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προσβάλλεται η με αριθμό 172/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΤ ΙολΔ 246 και 573 § 1). Κατά το άρθρο 914 Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Κατά δε τη διάταξη του αρθ.1344 ΑΚ ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε για κάθε πράξη ή παράλειψη σχετική με την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να υπάρχει αδικοπραξία του υποθηκοφύλακα και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που πρέπει να είναι υπαίτια δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του η ύπαρξη ζημίας που μπορεί να είναι θετική ή αποθετική που προήλθε από την εκτέλεση των καθηκόντων του υποθηκοφύλακα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της ζημίας, που επήλθε (περιουσιακής ή μη), στοιχεία και περιστατικά που υποχρεούται να επικαλεσθεί ο ενάγων και σε περίπτωση αμφισβήτησης του να αποδείξει, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αιτιώδης συνάφεια συνιστά αόριστη νομική έννοια. Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ ορισμένης ενέργειας ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθ.297 και 298 του Α.Κ., εξαρτάται από το αν η πράξη ή παράλειψη, αφενός μεν αποτέλεσε έναν από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε αυτό δεν θα επερχόταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη αν ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία πραγμάτων, να επιφέρει το πιο πάνω αποτέλεσμα (AΠ 28/2010). Από τα προαναφερθέντα "δύο" περιστατικά στοιχεία της αιτιώδους συνάφειας, το μεν γεγονός ότι πράγματι η συγκεκριμένη συμπεριφορά προκάλεσε την ένδικη ζημία αποτελεί πραγματικό περιστατικό, αποδεικτέο κατά τη διάταξη του αρθ.338 παρ.1 του ΚΠολΔ, .... (εάν αμφισβητείται από τον ενάγοντα το δε ότι η ίδια συμπεριφορά ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία. Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου εφόσον η αιτιώδης συνάφεια κατά το αντίστοιχο μέρος της αποτελεί αόριστη νομική έννοια. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον Ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά". Η τελευταία αυτή περίπτωση αναιρετικού λόγου, όταν δηλαδή το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για ουσιώδη πράγματα που έλαβε υπόψη, καταργήθηκε, ως άνευ αντικειμένου πλέον, με τον Ν. 2915/2001 (άρθρο 17 § 2), με τον οποίο (αρθρ. 14 § 1) καταργήθηκε μεταξύ των άλλων και το άρθρο 341 του ΚΠολΔ, το οποίο καθιέρωνε υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις με προδικαστική (παρεμπίπτουσα) απόφασή του. Η υποχρέωση όμως αυτή του δικαστηρίου να διατάξει απόδειξη ισχύει, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου Ν. 2915/2001, και για τις εκκρεμείς κατά την 1-1-2002 (όπως ορίστηκε με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001) υποθέσεις, των οποίων η (πρώτη) συζήτηση είχε προσδιοριστεί να γίνει πριν από την ημερομηνία αυτή (1-1-2002) και για τις οποίες επομένως εξακολουθεί να ισχύει ο ανωτέρω καταργηθείς αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1826/2012). Εξάλλου, ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Νοούνται δηλαδή ως πράγματα οι ουσιώδεις - και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης - νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κ.λ.π. (ΑΠ 1209/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη στην από 4-2-2000 αγωγή της, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από το Δικαστήριο (ΚΠολΔ 561 § 2), εξέθετε ότι το έτος 1992 της ζητήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "ΤΕΧΝΟΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ Α.Ε." δάνειο ύψους 100.000.000 δραχμών, ότι για την εξασφάλιση της ζήτησε από την άνω εταιρεία τους τίτλους κτήσης τριών ακινήτων στη θέση "ΛΙΜΝΑ" της περιφέρειας της Κοινότητας Καθολικού τέως Δήμου Βουρών και ήδη εντός του οικισμού Παραλίας Τράπεζας Αιγιαλείας, τα οποία αναφέρονται σ' αυτήν (αγωγή), ότι μαζί με τους τίτλους κτήσης προσκομίστηκε και το υπ' αριθμ. …/9-1-1992 πιστοποιητικό βαρών, το οποίο είχε εκδώσει η αναιρεσείουσα Υποθηκοφύλακας Αιγιαλείας, από το οποίο προέκυπτε ότι τα εν λόγω ακίνητα ήταν ελεύθερα παντός βάρους, ότι ακολούθως καταρτίστηκαν οι υπ' αριθμ…./20-10-1992, …/16-11-1993 και …/14-7-1994 συμβάσεις παροχής πίστωσης προς την άνω εταιρεία για τα ποσά των 50.000.000, 50.000.000 και 200.000.000 δραχμών αντίστοιχα, ότι η αναιρεσίβλητη μετά την εγγραφή υποθηκών επί των ανωτέρω ακινήτων και πιστεύοντας ότι τα αυτά ήταν πράγματι ελεύθερα παντός βάρους, εκταμίευσε το επόμενο χρονικό διάστημα προς την εταιρεία "ΤΕΧΝΟΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ Α.Ε." το συνολικό ποσό των 192.500.000 δραχμών, ότι ανάλογο περιεχόμενο είχαν και τα υπ' αριθμ…./21-7-1994 και …/2-5-1995 πιστοποιητικά που εξέδωσε στη συνέχεια η αναιρεσείουσα, ότι όταν η Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της κοινοποίησε το υπ' αριθμ. …/18-5-1995 πρόγραμμα πλειστηριασμού, τον οποίο επέσπευδε εκείνη, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι υπήρχαν και άλλα βάρη, που είχαν εγγραφεί σε ενιαίο οικόπεδο 4.623 τ.μ., πριν αυτό κατατμηθεί και δημιουργηθούν τα άνω ακίνητα, επί των οποίων είχε εγγράψει η ίδια υποθήκη, ότι η ίδια δεν ήταν πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια και ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ζημιώθηκε κυρίως μεν κατά το ποσό των 654.552.478 δραχμών και επικουρικά κατά το ποσό των 12.538.414 δραχμών, καθόσον κατετάγησαν πριν από αυτήν προηγούμενοι ενυπόθηκοι δανειστές, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα. Η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της αγωγής, αρνήθηκε ειδικά και αιτιολογημένα την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην επικαλούμενη παράνομη συμπεριφορά της και την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε, με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (ΚΠολΔ 561 § 2), εκτός των άλλων και τα εξής: "... ως ανωτέρω εις την παράγραφο 1 των προτάσεων μου αυτών εκθέτω, τα αξιούμενα από εμένα ποσά αποζημιώσεων, τα οποία ρητώς αρνούμαι, δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τα αποδιδόμενα σφάλματα εις το προσωπικό του γραφείου μου ως άμισθη Υποθηκοφύλακας, οφείλονται σε υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της εναγούσης, με τις οποίες συνδέονται αιτιωδώς, διότι αι γενόμεναι χορηγήσεις προς την εταιρεία "Τεχνοοικοδομική" υπό της εναγούσης, ως εις την αγωγή αναφέρονται, έλαβαν χώραν κατά παράβαση των εγκυκλίων διαταγών της κατά τα ειδικότερον εις την παράγραφον αυτήν εκτιθέμενα...". Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 23/2001 απόφαση του, αφού έκρινε την αγωγή ως νόμιμη, μόνο όσον αφορά το επικουρικό της αίτημα, ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά και έταξε αποδείξεις μόνον εις βάρος της αναιρεσείουσας, την οποία υποχρέωσε να αποδείξει την ιστορική βάση της ένστασης συνυπαιτιότητας που πρόβαλε. Κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, η αναιρεσείουσα πρόβαλε και πάλι με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε τον ανωτέρω αρνητικό για τη μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ισχυρισμό. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 81/2007 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως κατ',ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 22-7-2008 έφεση. Κατά τη συζήτηση της, η αναιρεσείουσα, με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, επανέφερε νόμιμα τον άνω ισχυρισμό της, αναφέροντας τα εξής: "...ήταν δε απορριπτέα η αγωγή γιατί τα δύο αυτά πιστοποιητικά - βεβαιώσεις δεν συνετέλεσαν ούτε στο ελάχιστο στην οποιαδήποτε ζημία της από τη χορήγηση των επίμαχων δανείων. Αντίθετα οι ζημίες της οφείλονται αναντίρρητα στο γεγονός ότι η διασφαλιστική αξία των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων... απεδείχθη με το εκπλειστηρίασμα που πραγματοποιήθηκε για αυτά, ότι ήταν δυσανάλογα μικρή, συγκρινόμενη με το ύψος των συνομολογηθέντων δανείων....Και αυτό συνέβη επειδή τα όργανα της υπαίτια και παράνομα, αδιαφορήσαντα για την προστασία των συμφερόντων της τραπέζης, δεν αποτίμησαν καν την αξία των υποθηκευθέντων, όπως όφειλαν προ της συνομολογήσεως των πιστώσεων και δεν ετήρησαν τον αναγραφόμενο κανόνα στη σελ. 5 της αγωγής "δάνειο 100 ευρώ υποθήκη σε ακίνητο αξίας ευρώ 150" που τηρούν ανεξαιρέτως όλες οι τράπεζες...". Το Εφετείο, όμως το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 36.796,52 ευρώ, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 10 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον ν. 2915/2001 και ισχύει και εν προκειμένω, αφού δέχθηκε πράγματα, ήτοι πραγματικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς του με την αγωγή ασκουμένου δικαιώματος και ειδικότερα, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και της επελθούσας στην αναιρεσίβλητη ζημίας, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά σε βάρος της υπόχρεης προς τούτο αναιρεσίβλητης - ενάγουσας. Ειδικότερα και ενόψει του ότι η (πρώτη) συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης είχε προσδιοριστεί να γίνει (και έγινε άλλωστε) την 22-3-2000, ήτοι προ της ειρημένης 1-1-2002 (έναρξη ισχύος του Ν. 2915 ως προς το κεφάλαιο περί αποδείξεων του ΚΠολΔ), το Εφετείο όφειλε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2915/2001 και εκείνη του άρθρου 341 του ΚΠολΔ, λόγω δε και του κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να διατάξει αποδείξεις, με παρεμπίπτουσα απόφαση του, για το ουσιώδες ως άνω ζήτημα, και ρητά αμφισβητούμενο από την αναιρεσείουσα, της ύπαρξης δηλαδή αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και της επελθούσας στην αναιρεσίβλητη ζημίας και για το οποίο δεν είχε ταχθεί απόδειξη με την συνεκκληθείσα κατά νόμο (ΚΠολΔ 513 § 2) προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που προαναφέρθηκε. Σημειώνεται εδώ ότι, κατά την κατάθεση της ένδικης αγωγής, ο Πρόεδρος του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όρισε με πράξη του επί του πρωτοτύπου αυτής ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 (ΚΠολΔ 226 § 2, που ίσχυε τότε), ήτοι με την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Επομένως ο σχετικός, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος που προβάλλει η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν, ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων. Συνεκδικάζει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους. Αναιρεί την υπ' αριθμ. 172/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ