Αριθμός 823/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Δ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρωτοπαππά και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. F. Α. Χ. Ε. Π. Ε. «Υ. και ήδη «Α. F. Μ. Α. Ε. Π. Ε. «Υ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4675/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2616/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/1/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 29.06.2022 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, η από 04.01.2016 και με αριθ. κατάθ. στη Γραμματεία Εφετείου Αθηνών 6/05.01.2016 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθ. 2616/15.06.2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932, 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης σε βάρος άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υποχρέου και της ζημίας του παθόντος. Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνον όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων, αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν υπάρχει τέτοια αξίωση από την παράβαση δικαιϊκών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον. Εξάλλου, ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή, ενώ δικαιούχος είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή, ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία. Σύμφωνα δε με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata), που κρατεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία, εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος πράξη) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος (condition sine qua non) στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία. Επίσης, σε διαφορές από αδικοπραξία, δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας, την τέλεση της παράνομης πράξης και για άλλα πραγματικά ζητήματα θεμελιωτικά των όρων αδικοπρακτικής ευθύνης. Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση αυτού για υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στον προσήκοντα νομικό κανόνα και ειδικότερα για τα νομικά ζητήματα α) εάν είναι αποζημιωτέα ή όχι η ζημία κατά το νόμο και αν αυτή έχει προκληθεί παράνομα ή όχι, β) αν συγκροτείται ή όχι η έννοια της υπαιτιότητας του υποχρέου και γ) αν υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας. Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου, η αποδεικτικά αντλούμενη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι η παράνομη πράξη επέφερε ως αναγκαίος όρος στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία, συνιστά πραγματικό ζήτημα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αντίθετα, αποτελεί νομικό ζήτημα και ελέγχεται αναιρετικά το αν η σχετική παράνομη πράξη, καθεαυτή, κρινόμενη αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν, κατά την αρχή πρόσφορης αιτιότητας, ικανή να επιφέρει τη ζημία (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 670,676/2021). Επίσης, διάταξη ειδική και συμπληρωματικού χαρακτήρα σχετικώς με την ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ είναι εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικειμένη στα χρηστά ήθη, τοιαύτη δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, συμφώνως προς τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, επί των οποίων στηρίζεται το θετικό δίκαιο, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και υπό τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας και παρά ταύτα δεν θέλησε να αποστεί αυτής, γ) πρόκληση ζημίας σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (ΑΠ 1354/2015). Μόνη η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής δεν συνιστά, άνευ άλλου τινός, και αδικοπραξία, υπό την προπαρατεθείσα έννοια. Είναι όμως δυνατόν η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, εφ` όσον αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαίτια κάποιον άλλον. Δηλαδή, εάν το πταίσμα, το οποίο επέφερε τη ζημία, ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την αθέτηση της συμβάσεως και τη δημιουργία της παρανομίας, δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΠ 449/2014, ΑΠ 212/2000). Σε αντίθετη περίπτωση υφίσταται συρροή αξιώσεων από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, οι οποίες δύνανται μεν να ασκηθούν παραλλήλως, όχι όμως και να ικανοποιηθούν σωρευτικώς, διότι η ικανοποίηση της μιας καθιστά την άλλη άνευ αντικειμένου (ΟλΑΠ 767/1973, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 1667/ 2009), εκτός εάν ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οπότε η συρρέουσα από αδικοπραξία αξίωση σώζεται κατά το αίτημα αυτό (ΑΠ 560/2010,ΑΠ 1664/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ "Αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής ωσότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει(δικαίωμα επίσχεσης)".Η άσκηση του δικαιώματος αυτού δικαιολογεί στον οφειλέτη συμπεριφορά που διαφορετικά θα κρινόταν ως μη εκπλήρωση και θα επέφερε τις έννομες συνέπειες αυτής. Πρόκειται για δικαίωμα με αμυντικό χαρακτήρα που αποβλέπει άμεσα στην παρεμπόδιση της εκπλήρωσης της αξίωσης του δανειστή και έμμεσα στον, δια μέσου αυτής εξαναγκασμό του ώστε να επιτευχθεί, ως περαιτέρω σκοπός, η ικανοποίηση υπαρκτής απαίτησης του οφειλέτη. Σκοπός της επίσχεσης είναι η εξασφάλιση της ικανοποίησης της ανταξίωσης του οφειλέτη παράλληλα με την πραγμάτωση της αξίωσης του δανειστή. Άλλωστε, θα ήταν αντίθετο με την καλή πίστη ο δανειστής που δεν εκπληρώνει δική του υποχρέωση, να απαιτεί από τον οφειλέτη την καταβολή. Το δικαίωμα της επίσχεσης είναι ενοχικό, παρεπόμενο της (αντ)απαίτησης του οφειλέτη, την οποία προϋποθέτει και στην εξασφάλιση της ικανοποίησης, της οποίας αποβλέπει. Δεν είναι διαπλαστικό δικαίωμα, αφού η άσκησή του δεν επιφέρει καμία έννομη μεταβολή των ενοχικών σχέσεων που ήδη υφίστανται, καθώς αυτές εξακολουθούν να έχουν το ίδιο περιεχόμενο, αλλά απλώς αναβάλει την υποχρέωση του οφειλέτη προς εκπλήρωση της παροχής του, μέχρι την ικανοποίηση της ανταπαίτησής του από τον δανειστή και, συνεπώς, αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη, που νόμιμα αρνείται την καταβολή, όχι όμως και την υπερημερία του δανειστή, εφόσον η αντιπαροχή προσφέρεται προσηκόντως. Προϋποθέτει την άσκηση του δικαιώματος του δανειστή, οι έννομες συνέπειες του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, αναβάλλονται λόγω άσκησης της ένστασης. Η επίσχεση δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι εκκρεμεί για την ανταπαίτηση αγωγή (ΑΠ 768/2002).Η νομική του φύση δεν διαφοροποιείται και όταν ασκείται κατά αξίωσης που γεννιέται από προσβολή εμπράγματου δικαιώματος(λ.χ. αξίωση του κυρίου προς απόδοση του πράγματος). Ασκείται κατ' ένσταση, η οποία αναβάλλει την άσκηση του δικαιώματος, ατύπως, με μόνη τη δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη, που μπορεί να γίνει με εξώδικη έγγραφη ή και προφορική δήλωση και ισχύει αφότου περιέλθει σε γνώση του δανειστή. Αντικείμενο του δικαιώματος επίσχεσης είναι οποιαδήποτε παροχή ανεξάρτητα από το είδος ή το περιεχόμενό της(λ.χ. αν αποτιμάται σε χρήμα, αν είναι ενσώματη, αν είναι διαρκής ή στιγμιαία κ.λ.π.). Αρκεί η παροχή να υφίσταται και να είναι δυνατή η εκπλήρωσή της. Το είδος των εκατέρωθεν αξιώσεων (λ.χ. ενοχική ή εμπράγματη) ή ο γενεσιουργός τους λόγος(λ.χ. ετεροβαρής ή αμφοτεροβαρής κ.λ.π.) δεν επηρεάζουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 325 ΑΚ. Για την γένεση του δικαιώματος επίσχεσης προϋποτίθεται η ύπαρξη ληξιπρόθεσμης απαίτησης του δανειστή(ΑΠ 1219/2006). Η ανταπαίτηση του οφειλέτη θα πρέπει να καταστεί ληξιπρόθεσμη το αργότερο μέχρι την εκπλήρωση. Εξάλλου, η ένσταση επίσχεσης που γεννήθηκε κατά τη συνύπαρξη των εκατέρωθεν απαιτήσεων των μερών δεν παραγράφεται με την επιγενόμενη παραγραφή της μίας. Επίσης, η απαίτηση του δανειστή και η ανταπαίτηση του οφειλέτη πρέπει να είναι συναφείς. Πότε πληρούται η προϋπόθεση αυτή συνάγεται τελολογικά, με αναγωγή στον σκοπό των εκατέρωθεν αξιώσεων, ενόψει και του γενικότερου σκοπού της επίσχεσης. Δεν είναι αναγκαίο η απαίτηση και η ανταπαίτηση να πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση, ούτε από την ίδια σύμβαση ή να τελούν σε σχέση αλληλεξάρτησης, εφόσον τότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ. Αρκεί ένας χαλαρότερος εσωτερικός σύνδεσμος που μπορεί να προκύπτει από μια κοινή βιοτική σχέση(πχ. οικονομική ή κοινωνική συναλλαγή). Πρέπει, όμως, η επίσχεση να οδηγεί στην αρμονικότερη δυνατή σύνθεση των μερών. Η κρίση περί των στοιχείων αυτών προϋποθέτει την εκτίμηση των ιδιαίτερων συνθηκών της κάθε περίπτωσης. Ειδικές περιπτώσεις συναφών αξιώσεων προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 326 ΑΚ. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2396/1996 ορίζεται ότι η καθ` οιονδήποτε τρόπο κατ` επάγγελμα παροχή επενδυτικών υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο στις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.5 του Ν.2579/1998, η χρηματιστηριακή εταιρεία(ΑΧΕ) είναι ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με κύριο σκοπό τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών. Στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, δηλαδή στις δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα (άρθρο 15 παρ.1 του Ν.3632/1928), περιλαμβάνεται και η σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Η σύμβαση αυτή υπάγεται στην κατηγορία της περίπτωσης (γ) του άρθρου 20 παρ.1 του Ν.1806/1988, που αντικατέστησε την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 16 του Ν. 3632/1928, ως συναφής ή παρεπόμενη δικαιοπραξία με τη διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης για την αγορά ή την πώληση των πιο πάνω χρηματιστηριακών πραγμάτων(ΑΠ 1110/2020). Ειδικότερα, η σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, στην οποία εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις(ΑΠ1268/1994), έχει ως αντικείμενο την ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει την εντολή του πελάτη του για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων, όπως μετοχών, με αντίστοιχη υποχρέωση του πελάτη να καταβάλει στο χρηματιστή την αμοιβή του (προμήθεια)για τη διεκπεραίωση της χρηματιστηριακής συναλλαγής(ΑΠ 1146/2003). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 6, 20 παρ.1 και 26 παρ.1 του Ν. 3632/1928 (όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή τους από 01.11.2007 με το άρθρο 85 Ν.3606/2007)"πάσα αξίωσις πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής, παραγράφεται μετά πάροδον έτους από της λήξεως του έτους καθ` ο συνήφθη η συναλλαγή" (άρθρ.15 παρ.6), "Επί αγοραπωλησίας τοις μετρητοίς η παράδοση του πράγματος και η πληρωμή του τιμήματος γίνεται μέσα στις δυο εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την ημέρα κατάρτισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής (και ακολούθως με την υπ'αριθμ.4-2005/Β/1570 ΥΑ του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας η εν λόγω προθεσμία ορίστηκε σε τρεις ημέρες). Μεταβολή του χρόνου εκκαθαρίσεως των χρηματιστηριακών συναλλαγών επιτρέπεται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς" (άρθρ.20 παρ.1), "Εάν παραγγελέας μέλους δεν εκπληρώσει υποχρεώσεις του προς μέλος που απορρέουν από κατάρτιση χρηματιστηριακής συναλλαγής για λογαριασμό του παραγγελέα, όπως ορίζονται στη συνέχεια, τότε το μέλος δικαιούται εντός ενός(1)μηνός από την ημερομηνία κατάρτισης της χρηματιστηριακής σύμβασης: α)σε περίπτωση που η υπερημερία παραγγελέα αφορά στη μη καταβολή προς το μέλος του τιμήματος αγοράς κινητών αξιών, να εκποιήσει χρηματιστηριακά τις αξίες αυτές, στο όνομα και για λογαριασμό του παραγγελέα χωρίς σχετική παραγγελία και να συμψηφίσει το προϊόν διάθεσης των μετοχών αυτών με την απαίτησή του κατά του παραγγελέα, ή β)σε περίπτωση που η υπερημερία παραγγελέα αφορά στη μη παράδοση στο μέλος κινητών αξιών που πωλήθηκαν χρηματιστηριακά, να αποκτήσει μέσω του χρηματιστηρίου ομοειδείς αξίες του ίδιου εκδότη προς τις πωληθείσες ίσου αριθμού προς τις μη παραδοθείσες, στο όνομα και για λογαριασμό του παραγγελέα χωρίς σχετική παραγγελία. Ο παραγγελέας ευθύνεται προς το μέλος για το κόστος απόκτησης των κινητών αξιών της προηγούμενης περιόδου" (άρθρ.26 παρ.1). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.2843/2000, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή της με το άρθρο 12 παρ.1 Ν.4141/2013, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2, σε περίπτωση κατάρτισης χρηματιστηριακής συναλλαγής τοις μετρητοίς, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών το τίμημα μέσα στην προθεσμία εκκαθάρισης των συναλλαγών που προβλέπεται από το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Ν.3632/1928". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι ρυθμίσεις αυτών αφορούν μόνο τις υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών και όχι στις σχέσεις μεταξύ του χρηματιστή και του επενδυτή πελάτη από τη σύμβαση παραγγελίας, οι οποίες διέπονται από την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, και επομένως η παροχή πιστώσεων από το μέλος του χρηματιστηρίου στον πελάτη του(υπό την έννοια της εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής σε χρόνο πέραν των δύο εργασίμων ημερών από τότε που αυτή έλαβε χώρα) αποτελεί δραστηριότητα παρακολουθηματική, παρεπομένη της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας προς αγορά και πώληση μετοχών και επομένως επιτρεπτή πρακτική υπό την έννοια αυτή, ενώ η παραβίαση εκ μέρους της χρηματιστηριακής εταιρίας της υποχρέωσής της να προβεί σε εκποίηση των μετοχών και να μην προβεί για λογαριασμό του πελάτη σε οποιαδήποτε άλλη αγορά κινητών αξιών, συνιστά παραβίαση υποχρεώσεως δημοσίου δικαίου, έναντι του εποπτικού φορέα(της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς)και δεν θίγεται η δυνατότητα της εταιρίας-μέλους να προβεί στην άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, που προβλέπεται από τη νομοθεσία, για την επιδίωξη είσπραξης των απαιτήσεών της έναντι του εντολέα της, όπως τούτο, άλλωστε, ρητώς ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 1/306/ 22.6.2004 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς(ΑΠ 1782/2006, ΑΠ 1490/2005), χωρίς η άσκηση του σχετικού της δικαιώματος να αντιστρατεύεται στη διάταξη του άρθρου 4.1 του κεφαλαίου Β της ΥΑ Υπουργού Εθνικής Οικονομίας 12263/Β.200/11.4.1997, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της δυνάμει του άρθρου 85 παρ.3 του Ν.3606/2007, και στην οποία (διάταξη),μεταξύ άλλων, ορίζετο ότι "...Η εταιρία και κάθε άλλο καλυπτόμενο πρόσωπο οφείλει να αποφεύγει κάθε πράξη και ενέργεια η οποία χωρίς να προσκρούει σε ρητή πρόβλεψη του νόμου είναι κατά τρόπο δήλο αντίθετη προς το πνεύμα των σχετικών νόμων...". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2013,7/2006, 4/2005). Δηλαδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998,ΑΠ 363/2012).Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος(ΑΠ 899/2011, όπ.παραπ.). Αντιφατικές δε αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως η διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1266/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 21.05.2010 ένδικης αγωγής, από το παρόν Δικαστήριο, ιστορούνται τα ακόλουθα από τον ήδη αναιρεσείοντα-ενάγοντα, και δη ότι στα πλαίσια λειτουργίας σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που είχε συνάψει με την ήδη αναιρεσίβλητη-εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρία, κατά το διάστημα από 24.05.1999 έως 09.01.2003, κατάρτισε διαδοχικές συμβάσεις χρηματιστηριακής παραγγελίας, δυνάμει των οποίων η τελευταία προέβαινε για λογαριασμό του, σε αγορές και πωλήσεις μετοχών στο ΧΑΑ. Ότι αυτός στις αρχές του 2003 προφορικά και στις 10.04.2003 εγγράφως, εκδήλωσε την πρόθεσή του να λήξει η σύμβαση αυτή και να μεταφέρει το χαρτοφυλάκιό του σε άλλη χρηματιστηριακή εταιρία. Ότι η αναιρεσίβλητη επικαλούμενη την ύπαρξη δήθεν ληξιπρόθεσμης απαίτησής της, γεννημένης από τη λειτουργία της εν λόγω σύμβασης, ύψους 772.680,51 ευρώ, κατέθεσε την από 17.04.2003 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του (αναιρεσείοντος), επιδιώκοντας τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του και την έκδοση προσωρινής διαταγής, η οποία(αίτηση)απορρίφθηκε λόγω έλλειψης κινδύνου μη ικανοποίησης της εν λόγω απαίτησής της. Ότι εκκρεμούσης της εκδίκασης της εν λόγω αίτησης, και αφού είχε απορριφθεί το αίτημα προσωρινής διαταγής, η αναιρεσίβλητη στις 14.05.2003 με εξώδικη δήλωσή της αυτοδίκησε προβαίνοντας στην επίσχεση όλου του χαρτοφυλακίου του τελευταίου έως την εξόφληση της επικαλουμένης δήθεν ανταπαίτησης που διατηρούσε σε βάρος του, ύψους, τελικά, 772.454,16 ευρώ. Ότι η αναιρεσίβλητη, παράνομα, προέβη στην επίσχεση του χαρτοφυλακίου του, διότι: α)η χρηματιστηριακή νομοθεσία δεν προβλέπει τέτοιο δικαίωμα, β)διότι, σε κάθε περίπτωση, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις άσκησης τέτοιου δικαιώματος, καθώς:1)η όποια αξίωση της αναιρεσίβλητης, η οποία καταρχήν ήταν ανύπαρκτη, σε κάθε περίπτωση, και εάν ακόμα υπήρχε κατά τους ισχυρισμούς της τελευταίας, αυτή είχε γεννηθεί κατά το διάστημα από 28.02.2001 έως 12.03.2001, και αφορούσε τίμημα αγοράς κλπ μετοχών της "S. L. «I. και «U. AE" στα πλαίσια λειτουργίας της εν λόγω σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ύψους 657.314,14 ευρώ, ήταν μη δικαστικά επιδιώξιμη, αφού είχε παραγραφεί στα τέλη του έτους 2002, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την με αριθμ. 5713/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί σχετικής αγωγής της αναιρεσίβλητης, πράγμα το οποίο και η ίδια γνώριζε, αλλά προέβη στην ενέργεια αυτή με σκοπό βλάβης του, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση της ως άνω ανταπαίτησής της, 2)η ως άνω ανταπαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν ήταν συναφής με εκείνη του αναιρεσείοντος, αφού η πρώτη ήταν χρηματική και η δεύτερη συνίστατο σε παράδοση χαρτοφυλακίου μετοχών, ενώ οι μετοχές που επισχέθηκαν, είχαν αγορασθεί και εξοφληθεί με άλλο τρόπο και δεν ήταν αυτές από την αγορά των οποίων είχε προκύψει η ανταπαίτηση αυτή, 3)διότι το δικαίωμα επίσχεσης αποκλείεται από τη φύση της έννομης σχέσης που τους συνέδεε, καθώς αδρανοποιεί το υπό επίσχεση χαρτοφυλάκιο, που δεν μπορεί να πωληθεί, μολονότι ενδέχεται οι τίτλοι που το αποτελούν να χάνουν την αξία τους και να απαξιώνονται, 4)διότι το δικαίωμα επίσχεσης, σε κάθε περίπτωση, ασκήθηκε καταχρηστικά και κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 εδ.δ' του Συντάγματος, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας, προκαλώντας του δυσανάλογη ζημία με την αδρανοποίηση του χαρτοφυλακίου του, δοθέντος ότι ο ίδιος διέθετε μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία ικανή για τη διασφάλιση της όποιας απαίτησης της αναιρεσίβλητης, ενώ η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με αυτή(απαίτηση). Περαιτέρω ότι η αναιρεσίβλητη στις 12.02.2007 αποδέσμευσε το χαρτοφυλάκιό του, παρακρατώντας παράνομα 45.000 μετοχές της εταιρίας " Χ..Ρ. ΑΕΒΕ". Ότι μετά την 12.02.2007 και μετά από έρευνα διαπίστωσε ότι η πολύχρονη δέσμευση των μετοχών του είχε καταστροφικές συνέπειες για μέρος εξ αυτών, καθώς για ορισμένες μετοχές η χρηματιστηριακή αξία των οποίων των οποίων εκμηδενίσθηκε, ενώ για άλλες, η χρηματιστηριακή αξία τους υστερούσε σημαντικά έναντι εκείνης, την οποία είχαν κατά το χρόνο που ο ενάγων ζητούσε τη μεταφορά σε άλλη χρηματιστηριακή εταιρία και η αναιρεσίβλητη προέβη στην άσκηση του επικαλουμένου δικαιώματος επίσχεσής της. Ότι στις 30.04.2003, πριν δηλαδή η αναιρεσίβλητη προβεί στην επίσχεση του χαρτοφυλακίου του, ο αναιρεσείων κατείχε, μεταξύ άλλων, και μετοχές επτά εταιριών, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, συνολικής αξίας 28.040 ευρώ, οι οποίες, όταν του αποδόθηκαν, στις 12.02.2007, είχαν εκμηδενισθεί, εξαιτίας της ως άνω παράνομης και αντικείμενης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης.Ότι αυτός(αναιρεσείων) επί τετραετία στερήθηκε της δυνατότητας να αποτρέψει την περιουσιακή του ζημία από την εκμηδένιση της χρηματιστηριακής αξίας του χαρτοφυλακίου του (με την πώληση ή αγορά άλλων μετοχών) ώστε να επιτύχει την επαύξησή του. Ότι για το λόγο αυτό, είναι εύλογο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική και αντιτιθέμενη στα χρηστά ήθη, συμπεριφορά της, λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων παραγόντων: α)του υψηλού διαφυγόντος κέρδους, ήτοι του κέρδους που απώλεσε, επειδή δεν είχε στη διάθεσή του το χαρτοφυλάκιό του(με την επισήμανση ότι δεν αξιώνει αυτό το διαφυγόν κέρδος ως περιουσιακή ζημία, λόγω δυσχερειών στον υπολογισμό του) και η αναιρεσίβλητη αρνούνταν αδικαιολόγητα να προβεί σε επενδυτικές επωφελείς χρηματιστηριακές πράξεις(αγορά- εκποίηση μετοχών), ακόμα και μετά την πρόταση αυτού (αναιρεσείοντος) να παραμείνει το προϊόν τους στο χαρτοφυλάκιό του, ως ασφάλεια για την ανταπαίτησή της, β)του γεγονότος ότι αποστερήθηκε της επωφελούς διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του, με συνέπεια, κατά τη διάρκεια της δέσμευσης του χαρτοφυλακίου των μετοχών του, κάποιες από αυτές να απολέσουν μεγάλο μέρος της αξίας τους, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες, λεπτομερώς, στην αγωγή μετοχές πέντε εταιριών, που επισχέθηκαν παράνομα από την αναιρεσίβλητη, των οποίων η αρχική αξία προσδιορίζεται στις 30.04.2003 και η μειωμένη αξία τους στις 31.10.2006(με την επισήμανση ότι δεν αξιώνει αυτή καθ' εαυτή τη διαφορά της αξίας μεταξύ 30.04.2003 και 31.10.2006 ως διαφυγόν κέρδος, λόγω δυσχερειών στον υπολογισμό του), 3)του βαθμού πταίσματος των οργάνων της αναιρεσίβλητης, ήτοι του δόλου βλάβης του, ο οποίος συνίσταται στο ότι παρότι γνώριζαν ότι δεν είχε τη δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, κατά τα προαναφερόμενα, εντούτοις προέβησαν παράνομα, στην ενέργεια αυτή, κατά τρόπο, καταχρηστικό, αντιτιθέμενο στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, με σκοπό βλάβης του, προκειμένου να αναγκαστεί, παρότι δεν υποχρεούνταν σε ικανοποίηση της προβαλλόμενης αξίωσής της, αλλά και στην αδικαιολόγητη άρνησή της, να προβεί, καθ' υπόδειξή του, σε επωφελείς επενδυτικές χρηματιστηριακές πράξεις(εκποίηση και αγορά μετοχών), ακόμα και με τον όρο να παρέμενε το προϊόν τους στο χαρτοφυλάκιό του ως εγγύηση για την ικανοποίηση της ως άνω ανταπαίτησής της, άλλως της βαριάς αμέλειας, που επέδειξαν, η οποία συνίσταται στο ότι παρέλειψαν να του γνωστοποιήσουν, παρότι μπορούσαν, τον προβλέψιμο κίνδυνο εκμηδένισης του χαρτοφυλακίου του και την ανάγκη εκποίησής του, 4)του γεγονότος ότι η αναιρεσίβλητη προφανώς εκμεταλλεύτηκε προς δικό της όφελος το χαρτοφυλάκιό του, κατά το διάστημα επίσχεσής του, 5)της οικονομικής κατάστασης των μερών, 6)του δυσμενούς αντίκτυπου που είχε η ως άνω παράνομη και αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης στη υγεία του και 7)του οικονομικού αποκλεισμού και της αδυναμίας διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του. Γι' αυτό, με βάση το ιστορικοί αυτό, και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει ως αποζημίωση 28.040 ευρώ, και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της τελευταίας 100.000 ευρώ και συνολικά ποσό 128.040 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής ως την εξόφλησή του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4675/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, στο σύνολό της, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση με πρόσθετους λόγους ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, παραπονούμενος για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, έκρινε μεν απορριπτέα την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, κατά το μέρος που επιχειρείτο η θεμελίωση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης α)στο ότι δεν είχε το δικαίωμα να προβεί στην επίσχεση του χαρτοφυλακίου του αναιρεσείοντος, επειδή κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τη χρηματιστηριακή νομοθεσία και αντίκειται στη φύση της σύμβασης παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας, καθώς και στην επικαλούμενη μη συνδρομή δήθεν της προϋπόθεσης της συνάφειας μεταξύ απαίτησης και ανταπαίτησης και β)στην επικαλούμενη αυτοδικία της με την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης για την ανταπαίτησή της, πλην, όμως, δεν αντικατέστησε την εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλουμένης περί αοριστίας των παραπάνω συρρεουσών βάσεων της αγωγής αντί της απόρριψής τους ως νομικά αβασίμων, με τις αντίστοιχες ορθές αιτιολογίες, λόγω μη δυνατότητας του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου να καταστήσει χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος, αφού το νομικά αβάσιμο είναι δυσμενέστερο του απαραδέκτου. Ακολούθως, όσον αφορά το μέρος της αγωγής, με το οποίο επιδιώκετο η καταψήφιση του ποσού των 28.040 ευρώ ως αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη ο αναιρεσείων από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αντιτιθέμενης στα χρηστά ήθη και η οποία συνίστατο στο ότι παρότι η τελευταία γνώριζε ότι δεν υπήρχε ανταπαίτηση, άλλως ότι σε κάθε περίπτωση αυτή είχε παραγραφεί, και ως εκ τούτου δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε επίσχεση του χαρτοφυλακίου του, εν τούτοις προέβη σε αυτή, με αποτέλεσμα να επέλθει εκμηδένιση της αξίας των αναφερόμενων στην αγωγή επτά μετοχών και να τον ζημιώσει κατά το αντίστοιχο ποσό της αξίας τους, που είχαν κατά το χρόνο που ζήτησε την παράδοσή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών έκρινε την αγωγική αυτή βάση ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 325,914,297,298, 299,932,919,330,71 ΑΚ και προχώρησε στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος τούτο, και στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, διαλαμβάνοντας με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2616/ 2015 απόφασή του τα ακόλουθα δεκτά γενόμενα, κατά την ανέλεγκτη, επί της ουσίας, εκτίμηση των αποδείξεων: "Μεταξύ της εναγόμενης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ήδη αναιρεσίβλητης) και του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) καταρτίστηκε προφορικά, στην Αθήνα, στις 24-5-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ανέλαβε, έναντι αμοιβής (προμήθειας), να συνάπτει για λογαριασμό του ενάγοντος συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών, μετά από εντολή του, τις οποίες η εναγόμενη θα εκτελούσε στο ΧΑΑ. Ταυτόχρονα ο ενάγων έλαβε και τον με αριθμ. 631.950 χρηματιστηριακό κωδικό. Ειδικότερες συμφωνίες δεν προέκυψε ότι συνήψαν οι διάδικοι. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνεχίστηκε μέχρι τον Μάρτιο του 2003, οπότε και ο ενάγων εξέφρασε, προφορικά, τη βούλησή του να λήξει η συνεργασία τους. Ακολούθησαν προφορικές συνομιλίες μεταξύ των μερών για τη δυνατότητα εξακολούθησης της συνεργασίας τους και τους όρους αυτής, ενώ η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να αποπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, ύψους περίπου 772.454,16 ευρώ, που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, επιφυλασσόμενη σε διαφορετική περίπτωση για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της για την ικανοποίηση της απαίτησής της αυτής, ακόμα και με την εκποίηση μέρους του χαρτοφυλακίου του, όπως δικαιούνταν ... Ο ενάγων με το από 31-3-2003 εξώδικο έγγραφό του, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 2-4-2003, επισήμανε ότι δεν συναινεί σε οποιαδήποτε τυχόν πράξη εκποίησης του χαρτοφυλακίου του από την τελευταία. Ακολούθησε η κοινοποίηση του από 1-4-2003 εξωδίκου εγγράφου της εναγόμενης στον ενάγοντα, με το οποίο του ζητούσε εντός προθεσμίας 11 ημερών περίπου, να προσέλθει για την υπογραφή έντυπης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας θα εκλαμβανόταν ότι θα έληγε η μεταξύ τους συνεργασία και θα έπρεπε, αφού αποπληρώσει τις ως άνω ληξιπρόθεσμες οφειλές του, εντός τριημέρου να παραλάβει το απομένον (μετά την εξόφληση των οφειλών του) χαρτοφυλάκιό του. Με την από 4-4-2003 εξώδικη απάντησή του ο ενάγων αμφισβήτησε την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής του, ενώ επανέλαβε ότι δεν συναινεί σε οποιαδήποτε πράξη εκποίησης του χαρτοφυλακίου του, εκ μέρους της εναγόμενης, για την αποπληρωμή οποιασδήποτε οφειλής του. Στη συνέχεια ο ενάγων στις 10-4-2003 υπέβαλε, γραπτώς, το αίτημά του για την μεταφορά του χαρτοφυλακίου του στην χρηματιστηριακή εταιρία "Κ. Ε. ΑΕ" και ουσιαστικά έτσι εκδήλωσε οριστικά την επιθυμία για τη λήξη της μεταξύ τους σύμβασης. Κατόπιν αυτού, η εναγομένη με την από 17-4-2003 αίτησή της που κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών(διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ζήτησε τη συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ενάγοντος προς εξασφάλιση της ανωτέρω απαιτήσεώς της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ… /5.11.2003 απορριπτική απόφαση, λόγω ελλείψεως επικείμενου κινδύνου μη ικανοποίησης αυτής. Εκκρεμούσης της εκδίκασης της αιτήσεως αυτής και αφού είχε απορριφθεί σχετικό αίτημα της εναγομένης περί προσωρινής διαταγής, αυτή με την από 14-5-2003 εξώδικη δήλωσή της, η οποία, κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον ενάγοντα, δήλωσε ότι ασκεί το δικαίωμα επισχέσεως... επί του τηρουμένου σε αυτή χαρτοφυλακίου του, εωσότου ο τελευταίος της εξοφλήσει την ως άνω ληξιπρόθεσμη οφειλή του, ύψους 772.454,16 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Στη συνέχεια προέβη στην άσκηση της από 22-12-2003... αγωγής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών(τακτική διαδικασία), με την οποία ζητούσε να του καταβάλει ...το ποσό των 771.572,21 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων, το οποίο προέκυψε στα πλαίσια λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, κατά το διάστημα από 24-5-99 έως 9-1-2003, κατά την εκτέλεση των αναφερομένων λεπτομερώς στην αγωγή της χρηματιστηριακών παραγγελιών, από την ίδια ως παραγγελιοδόχο μέχρι το 2001 και μετά μέσω της εταιρίας ¨Α. Ε. Υ. Α. Ε. Ε. Υ.¨. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αρχικά, η με αριθμ.2251/2005 οριστική απόφαση (τακτική διαδικασία) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ως αόριστα τα εν μέρει κονδύλια 149.555,41 και 18.623,86 ευρώ, που αφορούσαν τόκους υπερημερίας και εν γένει έξοδα, αντίστοιχα, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμ. 5713/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε με δύναμη δεδικασμένου, τα ακόλουθα: Ότι στα πλαίσια εκτέλεσης της ανωτέρω σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που καταρτίστηκε, μεταξύ των διαδίκων, κατά το διάστημα από 25.4.99 έως 9.1.2003, ύστερα από εντολές που διαβιβάστηκαν αρχικά και μέχρι τον Ιούνιο του 2001, απ' ευθείας στην ενάγουσα και από τότε μέχρι τις 9.1.2003 μέσω της εταιρίας ¨Α. Ε. Υ. Α.¨ προέβη σε χρηματιστηριακές συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκαν αντίστοιχα πινακίδια, και έγιναν αντίστοιχες εγγραφές χρέωσης και πίστωσης στον τηρούμενο χρηματιστηριακό λογαριασμό στο όνομα του εναγόμενου(χρεώσεις από αγορές μετοχών, τόκους κλπ, πιστώσεις πωλήσεις μετοχών, καταβολές μετρητών, μερίσματα κλπ). Ο λογαριασμός αυτός, που έχει πολλές χρεοπιστώσεις, ύψους πολλών εκατομμυρίων δραχμών, στις 31.12.2000 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 1.142.115 δραχμών προερχόμενο από τόκους, ενώ στις 31.12.2001 το χρεωστικό υπόλοιπο αυτό ανέρχεται σε 757.547 ευρώ, που προέρχεται κατά κύριο λόγο, από αγορές μετοχών των εταιριών ¨U. A. και ¨. A.¨ κατά το διάστημα από 28.2.2001 έως 12.3.2001, ύψους 657.314,14 ευρώ. Το ποσό αυτό δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλε ... Η τελευταία, μετά από σχετικές εντολές που έλαβε από τον εναγόμενο, για λογαριασμό του, κατά το υπόλοιπο διάστημα από 1.1.2002 έως 9.1.2003 προέβη, σταδιακά, στην αγορά μετοχών της εταιρίας ¨Μ..Α.-Χ..Ρ. και ¨. Κ.¨ συνολικής αξίας 249.759,50 ευρώ. Έναντι των τελευταίων αγορών αυτών ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα: α)20.164,34 ευρώ, στις 8.3.2002, β)3.242,95 ευρώ στις 21.5.2002, γ)6.363 ευρώ στις 27.5.2002, δ)3.973,84 ευρώ στις 5.8.2002 και ε) 19.505,97 ευρώ στις 7.8.2002 δηλ. συνολικά 53.250,10 ευρώ. Επίσης... εισέπραξε και 11.700 ευρώ από μερίσματα μετοχών της εταιρίας ¨Μ..Α.-Χ..Ρ.¨. Έτσι συνολικά παρέμεινε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του... ποσού 184.809,40 ευρώ. Το εν λόγω δικαστήριο, αφού έκανε δεκτή την ένσταση... περί ενιαύσιας παραγραφής της ληξιπρόθεσμης απαίτησης... κατ' άρθρ. 15 παρ.6 του ν.3632/1928, ύψους 757.547 ευρώ, που αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο... μέχρι τις 31.12.2001, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή... και απέρριψε την ένσταση εξόφλησης που ο τελευταίος είχε προβάλει, αναγνώρισε ότι... είναι υποχρεωμένος να καταβάλει... το ποσό των 184.809,40 ευρώ, που αφορούσε όπως προαναφέρθηκε ληξιπρόθεσμες οφειλές γεννημένες κατά το διάστημα από 1.1.2002-9.1.2003, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, δηλ. σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης του ενδίκου δικαιώματος επίσχεσης... η κρίση της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης(και ήδη αμετάκλητης απόφασης), αποτελεί δεδικασμένο και είναι δεσμευτική για το παρόν δικαστήριο, σχετικά με την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης απαίτησης της εναγομένης που γεννήθηκε από την λειτουργία της, μεταξύ των διαδίκων, από 24.5.1999 σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης αυτό το δικαίωμα της εναγόμενης που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Την κρίση αυτή το παρόν δικαστήριο οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του, λαμβάνοντάς την ως αμάχητη αλήθεια και τα αντίθετα ισχυριζόμενα από τον ενάγοντα με τους σχετικούς (πρόσθετους) λόγους της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ο τελευταίος, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων του, επικαλείται εξόφληση του επιδικασθέντος στην εναγομένη, δυνάμει της με αριθμ. 5713/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ποσού των 184.809,40 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι η ένσταση εξόφλησης δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της απόφασης αυτής του Εφετείου Αθηνών, διότι αυτή(ένσταση εξόφλησης)δεν μπορούσε να προβληθεί για το λόγο ότι, αντικείμενο της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, ήταν απαιτήσεις της εναγομένης από τις μεταξύ τους συμβάσεις χρηματιστηριακής παραγγελίας του έτους 2001 και όχι του διαστήματος από 1.1.2002-9.1.2003. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της νομίμως επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από 22.12.2003... αγωγής της εναγομένης εναντίον του ενάγοντος επί της οποίας εκδόθηκαν οι με αριθμ. 2251/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με αριθμ. 5713/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών... προκύπτει ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος. Σημειώνεται δε, ότι εναντίον της παραπάνω απόφασης και για τον ανωτέρω προβαλλόμενο λόγο ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης από τον ενάγοντα, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμ. 264/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, όταν ασκήθηκε το δικαίωμα επίσχεσης εκ μέρους της εναγομένης επί του τηρούμενου σε αυτήν χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, συμπεριλαμβανομένων και των ενδίκων μετοχών που αναφέρει ο τελευταίος στην αγωγή του, κατά το χρόνο που αυτός αξίωσε την ικανοποίηση της δικής του απαίτησης, δηλ. της παράδοσης του χαρτοφυλακίου του, υπήρχε γεννημένη συναφής ληξιπρόθεσμη αγώγιμη αξίωση της εναγομένης για την εξασφάλιση της οποίας ασκήθηκε, και τα αντίθετα ισχυριζόμενα από τον τελευταίο θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει, όπως προεκτέθηκε, στο σύνολό της την αγωγή του ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 4675/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνο κατά το επίδικο κεφάλαιο που έκρινε αόριστο το κονδύλιο των 28.040 ευρώ, ως προς τη συρρέουσα αγωγική βάση της επιδίκασης αποζημίωσης εξαιτίας παράνομης και αντικείμενης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά το κονδύλιο αυτό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 325,288 AK, αλλ' ούτε και εκείνες της χρηματιστηριακής νομοθεσίας των άρθρων 15 παρ.6,20 παρ.1, 26 του Ν.3632/1928, 1 παρ.1 Ν.2843/2000, σε συνδυασμό με άρθρο 4. 1 του κεφαλαίου Β της ΥΑ Υπουργού Εθνικής Οικονομίας 12263/Β.200/11.4.1997, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι νομίμως η αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία άσκησε το δικαίωμά της επίσχεσης επί του τηρούμενου σε αυτήν χαρτοφυλακίου του αναιρεσείοντος, συμπεριλαμβανομένων και των ένδικων μετοχών που ανέφερε ο τελευταίος στην αγωγή του, αφού κατά το χρόνο που αυτός αξίωσε την ικανοποίηση της δικής του απαίτησης, δηλαδή της παράδοσης του χαρτοφυλακίου του, υπήρχε γεννημένη συναφής ληξιπρόθεσμη αγώγιμη αξίωση της αναιρεσίβλητης εταιρίας για την εξασφάλιση της οποίας άσκησε και το εν λόγω σχετικό της δικαίωμα, μέσα στα όρια των κανόνων των άρθρων 200,281 και 288 ΑΚ, χωρίς παραβίαση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, δεν θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην αποδιδόμενη αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας για τη διάπραξη εκ μέρους της σε βάρος του αναιρεσείοντος κάποιας παράνομης και υπαίτιας πράξης, ικανής να στηρίξει, εκ της αιτίας αυτής, νόμιμα αξίωση προς αποζημίωση του τελευταίου, κατά τα άρθρα 914 επ. ΑΚ, δικαιολογούν δε την απόρριψη της ένδικης αγωγής αποζημίωσης του αναιρεσείοντος, καθόσον τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο δεν δικαιολογούν την υπαγωγή τους στους κανόνες δικαίου των διατάξεων των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε εν προκειμένω το Εφετείο. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν την απόρριψη της προταθείσας από τον αναιρεσείοντα ένστασης εξόφλησης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, και συνακόλουθα το αποδεικτικό του πόρισμα που κατέληξε περί νόμιμης ενάσκησης του ως άνω δικαιώματος επίσχεσης της αναιρεσίβλητης, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφενός ως προς τη μη εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 416 ΑΚ, αφετέρου ως προς την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 325,288 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως, τα όσα αντίθετα, επίσης, υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω πρώτος και έβδομος λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει(ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων(ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002, ΑΠ 1591/2008). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από τον ήδη αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα, με τους τέταρτο, έβδομο, όγδοο και πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους της έφεσής του, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, τους ισχυρισμούς του περί παράνομης και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επισχέσεως επί του χαρτοφυλακίου του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, λόγω ανυπαρξίας της προβαλλόμενης απαίτησής της, και, συνακόλουθα, επίδειξης εκ μέρους της τελευταίας παράνομης συμπεριφοράς ως αντιβαίνουσας στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, που πληροί, επίσης, και την προϋπόθεση του ανήθικου, παραβιάζοντας τις αρχές των χρηστών ηθών, άλλως διότι, σε κάθε περίπτωση, η φερόμενη απαίτηση της αναιρεσίβλητης θα ήταν πλήρως εξασφαλισμένη με την παροχή ασφαλείας υπό τη μορφή τίτλων ή και χρημάτων, τα οποία θα εδέσμευε η τελευταία μετά από κάθε χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία θα γινόταν με την ελεύθερη βούλησή του. Οι λόγοι, όμως αυτοί αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις είναι απαράδεκτοι, και σε κάθε περίπτωση αβάσιμοι, και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον, αφενός μεν, όσον αφορά τους δεύτερο, πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος,ως εκκαλούντος, που προτάθηκαν με τους αντίστοιχους τέταρτο, όγδοο και πρόσθετους λόγους της έφεσής του, αλλά τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους(βλ. αρχή πρόσθιας όψης 9ου φύλλου και οπίσθια όψη 10ου φύλλου προσβαλλομένης απόφασης), αφετέρου δε, όσον αφορά τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον έβδομο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματός επίσχεσης της αναιρεσίβλητης, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, λόγω αοριστίας της, ως προς τη βάση της που επιχειρείτο να στηριχθεί αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης στις διατάξεις περί καταχρηστικής άσκησης του ως άνω επιδίκου δικαιώματός της (βλ. αρχή οπίσθιας όψης 8ου φύλλου προσβαλλομένης απόφασης). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων με αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, 19/1998).Η άσκηση δε της επίσχεσης, όπως και κάθε άλλου δικαιώματος, υπόκειται στο γενικό περιορισμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Ως καταχρηστική λόγω αντίθεσης στην καλή πίστη(200,288 ΑΚ), πρέπει να θεωρηθεί η άσκησή της, ιδίως όταν προκαλεί δυσανάλογες, επαχθείς, για το δανειστή συνέπειες(λ.χ. ανταπαίτηση σημαντικά κατώτερης αξίας, μικρότερου μεγέθους κ.λ.π.) καθιστώντας την έννομη συνέπεια της ταυτόχρονης εκπλήρωσης (329 ΑΚ) υπερβολική για αυτόν (ΑΠ 1654/2005), ή όταν η ανταπαίτηση είναι επαρκώς ασφαλισμένη, ώστε να μην είναι αναγκαία η επίσχεση. Όμως, η μικρότερη αξίωση της ανταπαίτησης, αν αυτή δεν είναι δυσανάλογα μικρή ή ασήμαντη σε σχέση με την απαίτηση, δεν καθιστά την επίσχεση καταχρηστική. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης(ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 99/2017, ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1492/2021,ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1487/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την ως άνω από 21.05.2010 ένδικη αγωγή του, που επισκοπείται παραδεκτώς(άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), και κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο αντίστοιχο τμήμα της, εξέθετε ότι η αναιρεσίβλητη παράνομα άσκησε, με την από 14-5-2003 εξώδικη δήλωση που του απέστειλε, το δικαίωμα επίσχεσης του χαρτοφυλακίου του, διότι, μεταξύ άλλων, όπως επί λέξει ανέφερε "με την άρνηση παράδοσής του, άλλως μεταφοράς του, αδρανοποιούνται οι τίτλοι και στερείται ο δικαιούχος μεταξύ άλλων της δυνατότητος άσκησης των επ' αυτών και εξ αυτών δικαιωμάτων, αλλά και της πώλησης των χρηματιστηριακώς και διάσωσης της αξίας των σε περίπτωση δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως των εταιρειών και πτώσεως της αξίας των μετοχών. Το γεγονός δε της παρανόμου εισπράξεως και μερισμάτων μου εκ μέρους της εναγομένης, το οποίο επληροφορήθην αργότερα κατέδειξε την εν τοις πράγμασι παντελή αποστέρησή μου από τις εξουσίες που παρέχει το δικαίωμα της κυριότητας επί των μετοχών μου. Σημειωτέον ότι η παράνομος αδρανοποίηση του χαρτοφυλακίου μου δεν περιορίσθηκε μόνον στις μετοχές των οποίων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης(οι οποίοι αντανακλώντο την χρηματιστηριακή καρτέλα της, όπως αυτή μονομερώς τη συνέταξε και ενεφάνισε),ώφειλα δήθεν το τίμημα, αλλά και σε δεκάδες άλλων των οποίων το τίμημα είχα εξοφλήσει. Εν πάση περιπτώσει παρανόμως ησκήθη το ¨δικαίωμα επισχέσεως¨, διότι η υποτιθέμενη απαίτηση της αντιδίκου ήτο πλήρως εξασφαλισμένη λόγω μεγάλης ακινήτου και κινητής περιουσίας εμού προσωπικώς, αλλά και των εταιρειών στις οποίες ήμουν και είμαι κύριος μέτοχος, όπως εδέχθη και η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εν τελευταία αναλύσει και όλως επικουρικώς η άσκηση ¨επίσχεσης¨ εγένετο καταχρηστικώς, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται ως άνω και συνεπώς υπήρξε για τον λόγο αυτό παράνομος...". Όσον αφορά τη βάση αυτή της αγωγής, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 4675/2012 απόφασή του, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της. Κατά της απόφασης άσκησε έφεση ο ηττηθείς ενάγων και ήδη αναιρεσείων, πλήττοντας ειδικότερα το σχετικό απορριπτικό κεφάλαιο της αγωγής με τους σχετικούς τρίτο, τέταρτο, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, και ένατο λόγους της έφεσής του. Το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2616/2015 προσβαλλόμενη απόφασή του επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας, ομοίως, απορριπτέα την αγωγή, ως αόριστη, ως προς τη βάση της που επιχειρείτο να στηριχθεί αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης στις διατάξεις περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτής, διαλαμβάνοντας επί λέξει τα εξής: "...δεν αναφέρεται όπως θα έπρεπε με πληρότητα στην αγωγή η σύνθεση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος που διατηρούσε στην εναγόμενη στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και επί του οποίου άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης. Συγκεκριμένα: α)δεν αναφέρεται αναλυτικά το σύνολο των μετοχών που κατείχε ο ενάγων, ο αριθμός των μετοχών ανά εταιρία, η αξία της κάθε μιας, τόσο κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης από την εναγομένη, όσο και κατά το χρόνο αποδέσμευσής τους. Αναφέρονται τα ανωτέρω στοιχεία μόνο:1)για μετοχές επτά εταιριών, που κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης είχαν συνολική αξία 28.040 ευρώ ενώ ακολούθως η αξία τους μηδενίσθηκε, 2) για μετοχές πέντε εταιριών, των οποίων η αξία από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης έως την αποδέσμευσή τους, μειώθηκε κατά 34.660 ευρώ, β)Επίσης, δεν αναφέρεται ποια είναι η κινητή και η ακίνητη περιουσία του ενάγοντος και η αξία αυτής, χωρίς να είναι αρκετή η μνεία της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία απορρίφθηκε η σχετική αίτηση της εναγομένης για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος για την εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησής της, λόγω κινδύνου μη ικανοποίησής της. Τα παραπάνω στοιχεία είναι αναγκαίο να αναφέρονται προκειμένου να μπορεί να εκτιμηθεί από το δικαστήριο, ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης ήταν καταχρηστική ή όχι, λόγω αντίθεσης στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και στην αρχή της αναλογικότητας, προκαλώντας δυσανάλογες, επαχθείς για τον ενάγοντα συνέπειες, καθιστώντας την έννομη συνέπεια της ταυτόχρονης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, υπερβολική- δυσανάλογη για αυτόν...". Σύμφωνα δε και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και κρίνοντας ως αόριστη την αγωγή κατά τη σωρευόμενη ως άνω αγωγική της βάση, δεν ερμήνευσε εσφαλμένα και δεν παραβίασε, μη εφαρμόζοντάς την, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση που προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση με το αντίστοιχο τμήμα του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, επειδή εσφαλμένα, δήθεν, απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της προαναφερομένης ουσιαστικού δικαίου διάταξης, αλλ' ούτε και στις πλημμέλειες που προσάπτονται, επίσης στην πληττόμενη απόφαση, με το αντίστοιχο τμήμα του ίδιου λόγου αναίρεσης, από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ(ορθά εκτιμώμενος και όχι και εκ του αριθμού 8), κατά το σχετικό ως άνω τμήμα του, είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το ορισμένο δε της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ` άρθρο 932 ΑΚ, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμος και η υπαιτιότητα του προσβάλλοντος, όχι όμως και ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως η έκταση της βλάβης, η βαρύτητα του πταίσματος και οι λοιπές συνθήκες, όπως η περιουσιακή κατάσταση των μερών, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις τους, καθώς και ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης και που αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής, είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (ΑΠ 829/2021,ΑΠ 298/2019, ΑΠ 284/2012, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 1166/2009).Κατά την έννοια, όμως, του προαναφερθέντος άρθρου 932 ΑΚ, όπως προεκτέθηκε, για να γίνει δεκτό ότι σε κάποιο πρόσωπο προκλήθηκε ηθική βλάβη, προκειμένου να καθοριστεί στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (ΑΠ 100/2018), θα πρέπει προηγουμένως να έχει γίνει δεκτό από τα δικαστήρια της ουσίας ότι η επικαλούμενη αυτή ηθική βλάβη επήλθε συνεπεία συγκεκριμένης αδικοπραξίας. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το αντίστοιχο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησής του αναίρεσης προβάλλει τις από το άρθρο 559 αριθ.1,8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό του αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, από την σε βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, λόγω της παράνομης και καταχρηστικής ενάσκησης του δικαιώματός της επίσχεσης του χαρτοφυλακίου του. Μετά τα προεκτεθέντα, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το ως άνω σχετικό του μέρος αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη αγωγή κρίθηκε, ορθώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου απορριπτέα, τόσο ως προς την αγωγική της βάση, που στηρίζεται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης αντιτιθέμενης στα χρηστά ήθη, κάνοντας δεκτό ότι δεν αποδείχθηκαν ως κατ' ουσίαν βάσιμα τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, την υπαιτιότητα(δόλο) αυτής και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς της τελευταίας και της επικαλούμενης ζημίας του αναιρεσείοντος, όσο και κατά τις λοιπές συρρέουσες αγωγικές της βάσεις περί θεμελίωσης της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, αφενός στο ότι δεν είχε το δικαίωμα να προβεί στην επίσχεση του χαρτοφυλακίου, επειδή κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τη χρηματιστηριακή νομοθεσία και λόγω μη συνδρομής της προϋπόθεσης της συνάφειας μεταξύ απαίτησης και ανταπαίτησης, αφετέρου στην επίκληση διάπραξης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αυθαίρετης πράξη αυτοδικίας, που κρίθηκαν απορριπτέες ως νομικά αβάσιμες, αλλά και ως προς την τελευταία αγωγική της βάση, με την οποία επιχειρείτο να στηριχθεί αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης στις διατάξεις περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματός της, που απορρίφθηκε ως αόριστη. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 04.01.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2616/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το σύνολο των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ