Αριθμός 1901/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην και παραστάθηκε δια της Ελισάβετ Παπαδοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ν. Τ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Πάντζου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 262/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 171/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την, από 14.2.2022 και αριθ. κατάθεσης 484/56/15.2.2022, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 171/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των, διαλαμβανομένων σε αυτή, λόγων αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον, εκ του νόμου, χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006, ΑΠ 1401/2017). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λ.π. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από τον νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθρ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από τον νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠ 300/2019, 1401/2017, 107/2017, 1154/2012, 1506/2012, 1574/2012, 123/2012, 16/2012, 15/2011, 1618/2011, 1681/2011). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 του Α.Κ. προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν τον συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό (ΑΠ 1261/2014, 800/2014). Συνήθως, ο μισθωτής της εργασίας (εργοδότης) είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, προσλαμβάνοντας αυτόν. Τούτο, όμως, δεν είναι πάντοτε απαραίτητο αφού την άνω ιδιότητα του εργοδότη έχει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο στην υπηρεσία του οποίου παρέχει την εργασία του ο μισθωτός (ΑΠ 352/2016, 873/2009). Eάν υφίσταται αμφισβήτηση, ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο, προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης, όπου απασχολείται ο μισθωτός και, περαιτέρω, το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (ΑΠ 352/2016, 1261/2014, 873/2009). Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 2041/2022, 1006/2017, 1770/2017, 352/2016, 519/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 8.4.2019 (αριθ. κατ. ΓΑΚ/ΕΑΚ 8954/7512/2019) αγωγή του κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ζήτησε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, κατά την κύρια βάση της αγωγής του, άλλως δυνάμει του άρθρου 11 του πδ 164/2004 κατά την επικουρική της βάση, να αναγνωρισθεί ότι υφίστατο μεταξύ αυτού και του εναγόμενου σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατόπιν διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν από 9.10.1995, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του ως υπαλλήλου, συνδεομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταβάλλοντάς του τις αντίστοιχες νόμιμες αποδοχές και μετά το χρόνο της τυπικής λήξης της σύμβασης εργασίας του και σε περίπτωση άρνησης να καταδικασθεί το εναγόμενο για κάθε ημέρα άρνησης σε χρηματική ποινή, ύψους 100 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η, υπ' αριθ. 262/2020, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού απέρριψε την επικουρική βάση της και το παρεπόμενο αίτημα περί απειλής χρηματικής ποινής εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος, αναγνώρισε ότι οι διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου και εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που συνήψε ο ενάγων, συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με εργοδότη το Ελληνικό Δημόσιο και υποχρέωσε το τελευταίο να αποδέχεται την εργασία του με την ειδικότητα και τους όρους, που τον απασχολούσε. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 25.2.2020 και με αριθ. κατάθ. 619/557/24.2.2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε στην ουσία της. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το μέρος, που αφορά τους αναιρετικούς λόγους, ότι: "......αποδείχτηκε ότι ο ενάγων εργάστηκε στο ... στη ... για πρώτη φορά στις 9.10.1995, με την ειδικότητα του σταβλίτη και συγκεκριμένα με αντικείμενο απασχόλησης τη διατροφή, τον καθαρισμό και την περιποίηση του ζωικού κεφαλαίου του άνω Ινστιτούτου και τις εργασίες του αγροκτήματος. Για την απασχόλησή του αυτή, στον ίδιο τόπο και με το ίδιο αντικείμενο, που συνεχίστηκε και τα επόμενα έτη συμβλήθηκε με τις εξής κατά χρονολογική σειρά έγγραφες συμβάσεις έργου και εκδόθηκαν οι εξής αποφάσεις για την απασχόλησή του με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου : 1) με την από 9.10.1995 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 9.10.1995 έως 9.1.1996 με συμβαλλόμενο το Διευθυντή του Ινστιτούτου (...), 2) με την από 9.1.1996 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 9.1.1996 έως 8.5.1996 με συμβαλλόμενο το Διευθυντή του Ινστιτούτου (...), 3) η 1511/11.10.1996 απόφαση του Διευθυντή του Ινστιτούτου ... για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 14.10.1996 έως 13.6.1997 (...), 4) με την από 13.6.1997 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 16.6.1997 έως 30.7.1997 και από 1.9.1997 έως 31.10.1997 με συμβαλλόμενο τον Γενικό Διευθυντή του ..., 5) η 1478/30.10.1997 απόφαση του Διευθυντή του Ινστιτούτου ... για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 1.11.1997 έως 30.6.1998 (...), 6) με την από 1.7.1998 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 1.7.1998 έως 31.7.1998 με συμβαλλόμενο το Διευθυντή του Ινστιτούτου ... (...), 7) με την από 29.7.1998 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 1.8.1998 έως 31.8.1998 με συμβαλλόμενο το Διευθυντή του Ινστιτούτου ... (...), 8) με την από 10.9.1998 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 10.9.1998 έως 16.10.1998 με συμβαλλόμενο τον Γενικό Διευθυντή του ..., 9) με την από 10.5.1999 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 1.4.1999 έως 31.5.1999 με συμβαλλόμενο τον Διευθυντή του Ινστιτούτου ... (...), 10) με την από 1.6.1999 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 1.6.1999 έως 30.6.1999 με συμβαλλόμενο τον Γενικό Διευθυντή του ..., 11) η 2510/1.7.1999 απόφαση του Διευθυντή του ... για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 1.7.1999 έως 29.2.2000, 12) με την από 1.3.2000 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 1.3.2000 έως 30.4.2000, με συμβαλλόμενο τον Διευθυντή του Ινστιτούτου ... (...), 13) με την από 27.4.2000 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 1.5.2000 έως 30.6.2000 με συμβαλλόμενο το Γενικό Διευθυντή του ..., 14) η 3178/017.7.2000 απόφαση του Διευθυντή του ... για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 7.7.2000 έως 6.3.2001, 15) με την από 7.3.2001 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 7.3.2001 έως 7.5.2001, με συμβαλλόμενη τη Διευθύντρια του Ινστιτούτου ... (...), 16) με την από 8.5.2001 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 8.5.2001 έως 8.7.2001 με συμβαλλόμενο το Γενικό Διευθυντή του ..., 17) η 4022/11.7.2001 απόφαση του Διευθυντή του ... για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 11.7.2001 έως 10.3.2002, 18) με την από 1.7.2002 σύμβαση μίσθωσης έργου, με διάρκεια από 1.7.2002 έως 31.12.2002 με συμβαλλόμενο το Γενικό Διευθυντή του ..., 19) η 3390/11.12.2002 απόφαση του Διευθυντή του ... για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 1.1.2003 έως 31.8.2003, 20) η 2831/5.9.2003 απόφαση του Διευθυντή του ... για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 8.9.2003 έως 7.5.2004, 21) η 844/2.7.2004 απόφαση του Διευθυντή του ... για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 5.7.2004 έως 4.3.2005, 22) η 330526/15.12.2005 απόφαση της προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοικητικού Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 21.12.2005 έως 208.2006, 23) η 270508/29.1.2007 απόφαση της προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοικητικού Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από'1.2.2007 έως 30.9.2007, 24) η 270508/29.1.2007 απόφαση της προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοικητικού Προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 19.5.2008 έως 30.9.2007 και 25) η 1443/16.11.2011 απόφαση του Διευθυντή του ... για την πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 18.11.2011 έως 18.7.2012. Τα ανταλλάγματα που ελάμβανε ο ενάγων για την απασχόληση του (α) στις με άνω συμβάσεις (έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου) που συμβαλλόμενος ήταν ο εκπρόσωπος του ... (δηλαδή τις υπό στοιχεία 1- 10, 12, 13, 15, 16 και 18 συμβάσεις) βάρυναν τις πιστώσεις του επιδοτούμενου από το ελληνικό δημόσιο εν λόγω νομικού προσώπου (...), και (β) στις δε συμβάσεις που καταρτίστηκαν κατόπιν των υπό στοιχεία 11, 14, 17, 19, 20, 21, 22, 24 και 25 αποφάσεων του Διευθυντή του ... (...), για πρόσληψη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, βάρυναν τις πιστώσεις του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "... (...) (και ήδη ..., σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3889/2010), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του β.δ. 284/1961 (ΦΕΚ 82 Α' /18.5.1961), ενώ στη σύμβαση που καταρτίστηκε με βάση την ως άνω υπό στοιχεία 23 απόφαση βάρυνε τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Αρμόδιο για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας του Ινστιτούτου ... ήταν το ... για το χρονικό διάστημα από 23.4.1992 έως 1.12.1997, ενώ πριν και μετά απ' αυτό το χρονικό διάστημα αρμόδιο ήταν το ... του τότε Υπουργείου Γεωργίας και ήδη Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, από τις άνω συμβάσεις (έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου), οι συναφθείσες από 9.10.1995 μέχρι 1.12.1997 συμβάσεις (δηλαδή 1 έως 5) καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου του ..., ως το αρμόδιο νομικό πρόσωπο για την κάλυψη των αναγκών του Ινστιτούτου. Περαιτέρω, οι συμβάσεις έργου που καταρτίστηκαν από 1.12.1997 και μετά, δηλαδή οι υπό στοιχεία 6- 10, 12, 13, 15, 16 και 18 συμβάσεις, μεταξύ του ενάγοντος και του ... καταρτίστηκαν εκ πρώτης όψεως από αναρμόδιο όργανο, αφού από 1.12.1997 και μετά αρμόδια υπηρεσία για την κάλυψη των αναγκών του Ινστιτούτου ήταν το ..., δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο. Αυτό όμως δεν ήταν τυχαίο, αλλά ήταν σε γνώση τόσο του ... όσο και του .... Ειδικότερα, η παρεχόμενη από τον ενάγοντα εργασία του σταβλίτη στο ... περιλάμβανε τη διατροφή των σπερματοδοτών ζώων, το πλύσιμο, τη μεταφορά των σπερματοδοτών ταύρων στο χώρο της σπερματοληψίας, τη συγκράτηση των σπερατοδοτών κατά τη διάρκεια της επίβασης, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η σπερματοληψία, τη συγκράτηση των ζώων στις παρεμβάσεις (ιατρικές πράξεις), την περιποίηση των ζώων (κούρεμα και εξωνυσμός κριών και τράγων σπερματοδοτών), την αποκομιδή του κόπρου, την καθαριότητα των χώρων σταβλισμού των ζώων, την περιοδική απολύμανση σταβλικών εγκαταστάσεων και την καθαριότητα- αποψίλωση του περιβάλλοντος χώρου του Ινστιτούτου. Η εργασία αυτή ήταν απαραίτητη και αναγκαία για τη λειτουργία του και αφορούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του άνω Ινστιτούτου που συνέχονταν με την εκτροφή των σπερματοδοτών βοοειδών. To ... (...), ως η μόνη αρμόδια υπηρεσία από 1.12.1997 και μετά για την κάλυψη των άνω αναγκών του Ινστιτούτου στην προσπάθειά του ν' ανταπεξέλθει στην κάλυψη των άνω πάγιων και διαρκών αναγκών του τμήματος εκτροφής βοοειδών σπερματοδοτών, λόγω της υπάρχουσας ελλιπούς στελέχωσης, μη έχοντας άλλη διέξοδο, σύμφωνα με το υφιστάμενο νομικό καθεστώς (ν. 2190/1994) κατέφυγε στη λύση της πρόσληψης εποχιακών σταβλιτών με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας οκτώ (8) μηνών. Όταν έληγαν οι εν λόγω συμβάσεις στα μεσοδιαστήματα των 8μήνων συμβάσεων, προκειμένου να καλύψει τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Ινστιτούτου προσλάμβανε τους σταβλίτες, όπως και τον ενάγοντα, με συμβάσεις έργου μέσω του .... Με βάση τα άνω αναφερόμενα, οι ενέργειες του ... υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους, με μοναδικό σκοπό την ομαλή λειτουργία του Ινστιτούτου, που θα επιτυγχανόταν (όπως και συνέβη) μόνο εφόσον καλύπτονταν οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο εκ μέρους του ενάγοντος 1043/13.9.2004 πιστοποιητικό προϋπηρεσίας στο ... που εξέδωσε ο Διευθυντής του ... Π. Σ., κτηνίατρος. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το περιεχόμενο των συμβάσεων έργου που καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου του ... από το έτος 1998 και μέσα στις οποίες αναφέρεται ως τόπος εκτέλεσης του παρεχόμενου έργου το Ινστιτούτο ... του Υπουργείου Γεωργίας. Η φράση "του Υπουργείου Γεωργίας" δεν σημειώνεται στις συμβάσεις, που καταρτίστηκαν μέχρι το τέλος του 1997, αφού μέχρι τότε το άνω Ινστιτούτο υπαγόταν στο .... Ο ενάγων καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 9.10.1995 εργάστηκε με πλήρες ωράριο, υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο μέχρι το τέλος 1997 στου Διευθυντή του ... και από το 1998 και μετά του Διευθυντή του ..., είχε τα ίδια πάντα καθήκοντα και προσέφερε τις υπηρεσίες του στο .... Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι μέχρι την1.12.1997 εργοδότης του ενάγοντος ήταν το ..., το οποίο στη συνέχεια διαδέχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, παρά το γεγονός ότι και μετά το έτος 1998 καταρτίστηκαν συμβάσεις μεταξύ του ... και του ενάγοντος, αφού η εργασία του ενάγοντος παρασχέθηκε προς όφελος του ... και όχι του .... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ομοίως ότι εργοδότης του ενάγοντος ήταν το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε απ' αυτό για πρώτη φορά το έτος 2005 για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών λόγω της γρίπης των πτηνών, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων συνέχιζε να εργάζεται με ενεργές διαδοχικές συμβάσεις "έργου και εργασίας ορισμένου χρόνου", όπως αυτές αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω κατά χρονολογική σειρά και την 18.4.2001, δηλαδή πριν την αναθεώρηση του Συντάγματος και με την εργασία του αυτή εξυπηρετούσε τις αντικειμενικά υφιστάμενες πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ..., ενώ ο εξακολουθητικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας αυτών που δεν δικαιολογείται κατά τα άνω αναφερόμενα από τη φύση τους μοναδικό σκοπό είχαν την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος εργαζόμενου. Επομένως, με βάση τα παραπάνω, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 & 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 281, 648, 671 ΑΚ, 25 && 1, 3 του Συντάγματος, οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις "έργου και εργασίας ορισμένου χρόνου", κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό συνιστούσαν σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα απασχόλησης και η παρεχόμενη από 9.10.1995 εργασία του ενάγοντος στο εναγόμενο ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ομοίως και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κάλυπτε απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και εποχιακές ανάγκες του Ινστιτούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651, 652 και 653 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι το πρόσωπο του πραγματικού εργοδότη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, καθότι αυτός από το έτος 1995 και εντεύθεν με διαδοχικές συμβάσεις έργου και εργασίας παρείχε με πλήρες ωράριο υπό τις οδηγίες των προϊσταμένων του την εργασία του στο ..., που υπαγόταν από 23.4.1992 μέχρι 1.12.1997 στο ... (...), νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά τόσο πριν όσο και μετά τον παραπάνω χρόνο υπάγεται στο ... (...) του άλλοτε Υπουργείου Γεωργίας και ήδη Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δηλαδή στο Ελληνικό Δημόσιο. Ότι ειδικότερα η παρεχόμενη εργασία του, ακόμη και στα μεσοδιαστήματα των 8μηνων συμβάσεων ήταν πάντοτε αυτή του σταβλίτη στο ... στις εγκαταστάσεις του στη ... με καθήκοντα, που αποτελούν αντικείμενο του εν λόγω Ινστιτούτου και προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι τη διατροφή των σπερματοδοτών ζώων, το πλύσιμο, τη μεταφορά των σπερματοδοτών ταύρων στο χώρο της σπερματοληψίας, τη συγκράτηση των σπερματοδοτών ταύρων κατά τη διάρκεια της επίβασης, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η σπερματοληψία, τη συγκράτηση των ζώων για παρεμβάσεις (ιατρικές πράξεις), την περιποίηση των ζώων (κούρεμα και εξωνυσμός κριών και τράγων σπεραματοδοτών), την αποκομιδή κόπρου, την καθαριότητα χώρων σταυλισμού των ζώων, την περιοδική απολύμανση σταβλικών εγκαταστάσεων και την καθαριότητα - αποψίλωση του περιβάλλοντος χώρου του Ινστιτούτου, και ότι κατ' επίφαση εμφανίζονταν άλλοι αντισυμβαλλόμενοι στις συμβάσεις εργασίας και έργου που συνάπτονταν, επειδή το υφιστάμενο νομικό καθεστώς του Ν. 2190/1994 δεν επέτρεπε την οριστική επίλυση του προβλήματος της ελλιπούς στελέχωσης του ... (...), μέσω προσλήψεων μονίμων υπαλλήλων για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του, καλύπτοντας έτσι ο ίδιος (ενάγων) πάγιες και διαρκείς ανάγκες και όχι περιοδικές και απρόβλεπτες. Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους το αναιρεσείον, επικαλούμενο το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. ως προς τον πρώτο και το ίδιο άρθρο αρ. 1 ως προς τον δεύτερο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Οι λοιπές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους ίδιους λόγους της αίτησης είναι απαράδεκτες διότι συνιστούν ανεπίτρεπτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β`/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.2.2022 και αριθ. κατάθεσης 484/56/15.2.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 171/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των τριακοσίων ευρώ (300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ