ΑΡΙΘΜΟΣ 921/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σινέλη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 911/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Μ. του Κ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Βούλγαρη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1053/2012. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος επιφέρει, από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή, ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του υπαιτίου να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Περαιτέρω με το ΠΔ 17/1996 προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία περί ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων προς τις διατάξεις 89/391/ΕΟΚ της 12ης Ιουνίου 1989 "Σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία" και 91/383/ΕΟΚ της 25ης Ιουνίου 1991 "Για την συμπλήρωση των μέτρων που αποσκοπούν στο να προαγάγουν τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας" και οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού αλλά και του δημοσίου τομέα, ενώ για τον κλάδο των λατομείων έχουν επί πλέον εφαρμογή και οι πλέον δεσμευτικές διατάξεις ή και ειδικές διατάξεις της Υ.Α. ΙΙ-5η/Φ/17402/84 "Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών" (931/Β). (άρθρ. 1 παρ. 8 ΠΔ 17/1996). Κατά το άρθρο 2 στοιχ. α του άνω Κανονισμού μεταλλευτικοί χώροι, είναι οι χώροι για τους οποίους έχουν δοθεί "Άδειες Μεταλλευτικών Ερευνών, Οριστικές Παραχωρήσεις, άδειες εξόρυξης, παραχωρήσεις με φιρμάνια, τα Δημόσια Μεταλλεία, οι ερευνητέες από το Δημόσιο περιοχές, καθώς και αυτοί που χαρακτηρίζονται απ' την κείμενη νομοθεσία", όμως κατά το στοιχείο β του αυτού άρθρου "Λατομικοί χώροι, είναι εκείνοι που καθορίζονται απ' το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 1428/1984". Κατά το στοιχείο γ του αυτού άρθρου "Μεταλλευτικές ή λατομικές εργασίες, είναι οι εργασίες που κύρια γίνονται με διατρητικά ή γεωτρητικά ή εξορυκτικά ή και άλλα μηχανικά μέσα και που συμβάλλουν, άμεσα ή έμμεσα, στον εντοπισμό κοιτασμάτων ορυκτών υλών, όπως αυτές ορίζονται απ' την κείμενη νομοθεσία, καθώς και οι εργασίες που, άμεσα ή έμμεσα, συμβάλλουν στην εκμετάλλευση ή επεξεργασία ή γενικότερα αξιοποίηση των ορυκτών υλών κάθε μεταλλευτικού ή λατομικού χώρου". Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 1428/1984 "Λατομικός χώρος είναι η ενιαία έκταση γης στην οποία έχει δικαίωμα εντοπισμού κοιτάσματος ή εκμετάλλευσης λατομικών ορυκτών ένας μόνο εκμεταλλευτής", ενώ κατά το άρθρ. 3 παρ. 2 αυτού "Οι λατομικές περιοχές σε κάθε νομό καθορίζονται .... με απόφαση του αρμόδιου νομάρχη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ..". Περαιτέρω, κατ' άρθρο 7 παρ. 6 του ίδιου ΠΔ 17/1996 "...Ο εργοδότης υποχρεούται: .... β) Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους. ... ε) Να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση. ... Κατά το άρθρο 8 παρ.1 εδ. α και 3 του ίδιου ΠΔ: "Ειδικές υποχρεώσεις των εργοδοτών" "1. Ο εργοδότης οφείλει: α) Να έχει στη διάθεση του μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν ομάδες εργαζομένων που εκτίθενται σε ιδιαίτερους κινδύνους. Η εκτίμηση αυτή πραγματοποιείται από τους τεχνικό ασφάλειας, γιατρό εργασίας, ΕΣΥΠΠ ή ΕΞΥΠΠ, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στους ανωτέρω ο εργοδότης οφείλει να παρέχει κάθε βοήθεια σε μέσα και προσωπικό για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού. ... 3. Η εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, αποτελεί μια συστηματική εξέταση όλων των πλευρών κάθε διεξαγόμενης εργασίας από την επιχείρηση με σκοπό...". Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι προϋπόθεση εφαρμογής των διατάξεων του άνω ΠΔ 17/1996 είναι η προηγουμένη συγκρότηση επιχειρήσεως από τον εργοδότη και η παροχή εργασίας από τον εργαζόμενο στα πλαίσια της λειτουργίας της. Ως επιχείρηση, εφόσον ο νόμος δεν καθορίζει τα διακριτικά της γνωρίσματα, νοείται κατά την κοινή πείρα και τα διδάγματα της οικονομικής επιστήμης, το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων και καταστάσεων, τα οποία οργανώθηκαν σε οικονομική ενότητα από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τον επιχειρηματία, που επιδιώκει την επίτευξη οικονομικού κερδοσκοπικού αποτελέσματος. Με τον όρο "εκμετάλλευση" νοείται η συνένωση, σε οργανική ενότητα, προσώπων, τεχνικών μέσων ή εγκαταστάσεων και άϋλων αγαθών, προς επιδίωξη ορισμένου εργασιακού-τεχνικού (δηλ. παραγωγικού) σκοπού. Με τον όρο "επιχείρηση" προστίθεται στην έννοια της εκμεταλλεύσεως ο πέραν από τον εργασιακό-τεχνικό σκοπό επιδιωκόμενος απώτερος κερδοσκοπικός ή, εν γένει, οικονομικός σκοπός. Όταν η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο, δηλ. είναι οργανωμένη σε μία παραγωγική μονάδα, τότε οι έννοιες επιχείρηση και εκμετάλλευση συμπίπτουν. Όταν, όμως, η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά τρόπο αποκεντρωτικό, δηλ. είναι οργανωμένη σε περισσότερες αυτόνομες παραγωγικές μονάδες, τότε επιχείρηση και εκμετάλλευση δεν ταυτίζονται, γιατί η επιχείρηση αποτελείται από περισσότερες εκμεταλλεύσεις. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 911/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, ανασταλείσα. Κατά το αιτιολογικό της εν λόγω αποφάσεως δέχθηκε το Εφετείο, ανέλεγκτα αναιρετικώς, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "......Ο κατηγορούμενος στη θέση "... στις 2-10-2006 από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε τον θάνατο άλλου και δη του Κ. Μ., το αξιόποινο δε αυτό αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του δεν το προέβλεψε. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο ο Κ. Μ., με την ειδικότητα του χειριστή προωθητήρα (μπουλντόζας), εργαζόταν, μεταξύ άλλων εργαζομένων, στο ευρισκόμενο στην ανωτέρω θέση λατομείο αδρανών υλικών, ιδιοκτήτης του οποίου είναι ο κατηγορούμενος. Κατά τον ανωτέρω χρόνο ο τελευταίος, ως εργοδότης, είχε αναθέσει στον προαναφερόμενο εργαζόμενο την εκτέλεση εργασιών καθαρισμού και αποκατάστασης του περιβάλλοντος χώρου του άνω λατομείου, στο νοτιοδυτικό όριο του οποίου βρισκόταν ένα μηχάνημα διάνοιξης οπών, wagon-drill, τύπου Bother, DTC 111 LC-L123. Το εν λόγω διατρητικό μηχάνημα, το οποίο ήταν πεπαλαιωμένο, καθώς είχε κατασκευαστεί το έτος 1987, ήταν ακινητοποιημένο στο προαναφερόμενο σημείο, όπου το είχαν μεταφέρει, κατ' εντολή του κατηγορουμένου, άλλοι εργαζόμενοι, και βρισκόταν εκτός λειτουργίας, αφού δεν είχε χρησιμοποιηθεί επί δύο τουλάχιστον έτη, ούτε είχαν γίνει σ' αυτό οι αναγκαίες, λόγω της παλαιότητας του, εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης των τυχόν φθορών ή βλαβών του. Κατά τον ως άνω χρόνο και περί ώρα 08:15' ο άνω εργαζόμενος (Κ. Μ.) εγκατέλειψε την εργασία, που του είχε ανατεθεί, και μετέβη, για αδιευκρίνιστο λόγο, στο χώρο, που βρισκόταν το προαναφερόμενο διατρητικό μηχάνημα διάνοιξης οπών, τη στιγμή δε που ευρίσκετο πλησίον τούτου ο πείρος, που συγκρατούσε το διατρητικό στέλεχος ("μπούμα") του εν λόγω μηχανήματος, έσπασε απότομα, με αποτέλεσμα η ως άνω "μπούμα" να αποσπασθεί αιφνιδίως από το μηχάνημα και να καταπλακώσει τον ανωτέρω εργαζόμενο, προκαλώντας σ' αυτόν πολλαπλές σωματικές βλάβες και ειδικότερα πολυοργανική ανεπάρκεια, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος του στις 3.11.2006 στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου, όπου νοσηλευόταν. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από την αξιολόγηση του συνόλου των ως άνω αποδεικτικών μέσων, ιδίως δε από την από 8.12.2006 έκθεση-αναφορά, που συνέταξαν οι μηχανικοί της Επιθεώρησης Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος Ι. Γ. και Η. Μ., από την οποία προκύπτει, ότι η θραύση του ως άνω πείρου συγκράτησης του διατρητικού στελέχους του πιο πάνω μηχανήματος οφειλόταν σε αστοχία του υλικού κατασκευής του, καθώς και στην έλλειψη συντήρησης και εντεύθεν στην μακροχρόνια φθορά αυτού, δεδομένου ότι το εν λόγω μηχάνημα ήταν εκτός λειτουργίας επί μακρόν χρόνον, ήτοι τουλάχιστον επί διετία, χωρίς στο διάστημα αυτό να έχει υποστεί οιονδήποτε τεχνικό έλεγχο ή να έχει συντηρηθεί καταλλήλως ..... Επίσης, από την ίδια ως άνω έκθεση ... προκύπτει, ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του (εργοδότης), δεν είχε στη διάθεση του, όπως όφειλε κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 α' του ΠΔ 17/1996, μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια των εργαζομένων, ούτε είχε γνωστοποιήσει στους εργαζομένους της επιχειρήσεως του, μεταξύ των οποίων και ο θανών, τους επαγγελματικούς κινδύνους από την εργασία τους (αρθρ. 7 παρ. 6 δ' του άνω Προεδρικού Διατάγματος), ούτε, επιπροσθέτως, είχε εξασφαλίσει στους τελευταίους (εργαζομένους), και ιδίως στον θανόντα, κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας, κυρίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών επ' ευκαιρία της προσλήψεως τους (αρθρ. 12 παρ. 1 του άνω Προεδρικού Διατάγματος). Με βάση τα ανωτέρω, ο θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω εργαζομένου αποδίδεται σε αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως εργοδότης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ΠΔ 17/1996, να εξασφαλίσει την ασφάλεια και την υγεία των απασχολουμένων στην επιχείρηση του ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας αυτών, λαμβάνοντας σχετικά μέτρα, δεν τήρησε την υποχρέωση του αυτή και συγκεκριμένα δεν μερίμνησε για τον έλεγχο της καλής λειτουργίας, τη συντήρηση από εξειδικευμένο προσωπικό και την άμεση αποκατάσταση τυχόν φθορών ή βλαβών στο ευρισκόμενο εντός του χώρου της άνω επιχείρησης του (λατομείου) μηχάνημα διάνοιξης οπών, το οποίο ήταν όχι μόνο πεπαλαιωμένο, αλλά επιπλέον βρισκόταν εκτός λειτουργίας και δεν είχε χρησιμοποιηθεί επί δύο έτη τουλάχιστον, ούτε γνωστοποίησε, όπως όφειλε κατά το ανωτέρω ΠΔ, στους εργαζόμενους της επιχειρήσεως του, και ιδίως στον ως άνω παθόντα, τους επαγγελματικούς κινδύνους από την εργασία τους, ούτε, επιπροσθέτως, παρείχε σ' αυτούς, και ιδίως στον τελευταίο (παθόντα), κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση σε θέματα ασφαλείας και υγείας και σε θέματα τήρησης των διατάξεων του Κώδικα Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (Α.Υπ.Εν. 11-5/Φ/17402/1984, Φ.Ε.Κ. Β' 931/31.12.1984), έχοντας ταυτόχρονα στη διάθεση του μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία επαγγελματικών κινδύνων, με αποτέλεσμα από τις ως άνω παραλείψεις του να προκληθεί, υπό τις συνθήκες που προεκτέθηκαν, ο θάνατος του ως άνω εργαζομένου, αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο δεν το προέβλεψε. Η αμελής δε ως άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, διότι, αν ο κατηγορούμενος δεν παρέλειπε να τηρήσει τις ως άνω υποχρεώσεις του, δεν θα επήρχετο ο θάνατος του απασχολουμένου στην επιχείρηση του εργαζομένου. Ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός, ότι το επίδικο ατύχημα δεν οφείλεται σε δική του παράλειψη, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, καθώς και ότι δεν είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εξασφαλίσει την ασφάλεια του θανόντος, δεν κρίνεται βάσιμος και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το ένδικο ατύχημα οφειλόταν στις ως άνω παραλείψεις του, ενώ η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τούτου, ως εργοδότη του θανόντος, πήγαζε από τις προρρηθείσες διατάξεις του Π.Δ. 17/1996. Κατά δε το διατακτικό ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "...στη θέση "..., στις 2-10-2006 από αμέλεια του ... επέφερε τον θάνατο άλλου. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του εργοδότη-ιδιοκτήτη λατομείου αδρανών υλικών που βρίσκεται στην ανωτέρω θέση, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και μπορούσε να εξασφαλίσει την ασφάλεια και την υγεία των απασχολούμενων στην επιχείρηση του ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας αυτών, δεν τήρησε την υποχρέωση του αυτή και: α) χωρίς να μεριμνήσει για τον έλεγχο της καλής λειτουργίας, την συντήρηση από εξειδικευμένο προσωπικό και την άμεση αποκατάσταση τυχόν φθορών ή βλαβών σε ευρισκόμενο (εντός) του λατομείου μηχάνημα έργων-διάνοιξης οπών, το οποίο ήταν όχι μόνο πεπαλαιωμένο, καθώς είχε κατασκευασθεί το έτος 1987, αλλά επιπλέον βρισκόταν εκτός λειτουργίας και δεν είχε χρησιμοποιηθεί επί τουλάχιστον δύο έτη και β) χωρίς να γνωστοποιήσει στους εργαζομένους τους επαγγελματικούς κίνδυνους από την εργασία τους και να παράσχει σε αυτούς κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση σε θέματα ασφάλειας και υγείας και σε θέματα τήρησης των διατάξεων του Κώδικα Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών, έχοντας ταυτόχρονα στη διάθεση του μια γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία επαγγελματικών κινδύνων, ανέθεσε, μεταξύ άλλων εργαζομένων, και στον παθόντα Κ. Μ. του Β., την εκτέλεση εργασιών καθαρισμού και αποκατάστασης του περιβάλλοντος χώρου του ως άνω λατομείου, πλησίον του νοτιοδυτικού ορίου του οποίου βρισκόταν το προαναφερόμενο μηχάνημα διάνοιξης οπών, το οποίο μάλιστα την ίδια ημέρα είχε μετακινήσει εκεί άλλος εργαζόμενος κατόπιν εντολής του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα, ενώ ο Κ. Μ. κατά την εκτέλεση της εργασίας του στεκόταν πλησίον του ανωτέρω μηχανήματος έργων που ήταν εκεί σταθμευμένο, χωρίς να διενεργεί εργασίες διάτρησης, τη στιγμή εκείνη ο πείρος που συγκρατούσε το διατρητικό στέλεχος ("μπούμα") του εν λόγω μηχανήματος, λόγω της έλλειψης συντήρησης και της εντεύθεν μακροχρόνιας φθοράς, κόπωσης και αστοχίας του υλικού κατασκευής του, να σπάσει απότομα, το δε διατρητικό στέλεχος να αποσπασθεί αιφνιδίως και να επιπέσει στον Κ. Μ., προκαλώντας σε αυτόν πολλαπλές σωματικές βλάβες και καθιστώντας τον πολυτραυματία, καθώς υπέστη αιμοπεριτόναιο και πολυοργανική ανεπάρκεια, σωματικές βλάβες, που ήταν και η μόνη ενεργός αιτία του θανάτου του, ο οποίος επισυνέβη στις 3-11-2006 στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου, όπου νοσηλευόταν". Με αυτά που κατ' αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην απόφασή του αυτή την απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συγχρόνως δε παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ που εφήρμοσε, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της. Ειδικότερα, ενώ από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι έγινε δεκτό ότι το λατομείο ακόμη δεν βρισκόταν σε λειτουργία και ότι στον εργαζόμενο - θανόντα είχε ανατεθεί ο καθαρισμός και η αποκατάσταση του περιβάλλοντος χώρου του λατομείου, με την μπουλντόζα που οδηγούσε, το δικαστήριο της ουσίας δεν εκθέτει αν αυτό (λατομείο) λειτουργούσε ήδη ως επιχείρηση ή όχι, για να ελεγχθεί αναιρετικώς αν εδέχθη ορθά ως επιτακτικό νομικό κανόνα, από τον οποίο πήγαζε η εκ του άρθρου 15 του ΠΚ υποχρέωση του αναιρεσείοντος, τις διατάξεις των άρθρων 1, 7 παρ. 1, παρ. 6 περ. δ, 8 παρ.1 περ. α, 12 παρ. 1 του Π.Δ. 17/1996) καθώς και τις διατάξεις του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (Α.Υπ. Εν. ΙΙ-5η/Φ/17402 της 12/31 Δεκ. 1984) (ΦΕΚ Β' 931), όπως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 112 της ΥΑ Δ7/Α/οικ.12050/2223/23.5.2011 (ΦΕΚ Β' 1227/14.6.2011) που προϋποθέτουν επιχείρηση, δηλαδή οργάνωση των πραγμάτων, δικαιωμάτων και καταστάσεων σε οικονομική ενότητα, έστω και με την προοπτική ενάρξεως της εκμεταλλεύσεως και επιτεύξεως του κερδοσκοπικού αποτελέσματος. Υφίσταται έτσι ασάφεια ως προς το αν υπήρχε ή όχι επιχείρηση του αναιρεσείοντος για την εκμετάλλευση του λατομείου, η οποία επηρεάζει την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος και εντεύθεν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των άνω διατάξεων. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε ο αναιρεσείων ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και εκείνη περί επιβολής σ' αυτόν, για την πράξη αυτή, ποινής, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ' αριθ. 911/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος της που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και κατά την περί ποινής, για την πράξη αυτή διάταξή της. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ