Αριθμός 45/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…" και τον διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χαράλαμπο Τσιρογιάννη και Νικόλαο Αλεξίου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αυγέρη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Αυγέρη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Α. Φ. του Φ., 4) Σ. Φ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αυγέρη και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2010 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/6/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 244/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 15-6-2021, καθόσον κατά τα χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 5-4-2021, με την επιβολή του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, είχαν ανασταλεί οι προθεσμίες ασκήσεως των ενδίκων μέσων, συμπεριλαμβανομένης και της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως του άρθρου 564 αριθ.3 ΚΠολΔ (άρθρα 83 Ν 4790/2021 και 49 Ν 4963/2022). Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ. 3ΚΠολΔ). Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ2/2001). Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 640, 862/2011, ΑΠ 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1735/2008). Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 371/2008, ΑΠ 370/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ "πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης". Κατά την σαφή διατύπωση της διατάξεως αυτής, για την άσκηση των προσθέτων λόγων της εφέσεως απαιτείται να συντελεσθούν και οι δυο, ως άνω, συμπλεκτικώς αναφερόμενες, διαδικαστικές πράξεις, της καταθέσεως δηλαδή του περιέχοντος αυτούς δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της κοινοποιήσεώς του στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της ασκήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ και, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την οριζομένη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της εφέσεως. Συνεπώς και η επίδοση του οικείου δικογράφου, με την οποία δεν προπαρασκευάζεται απλώς η συζήτηση, αλλά ολοκληρώνεται η διαδικασία ασκήσεως των προσθέτων λόγων, πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου να γίνει εντός της ρηθείσης προθεσμίας (ΟλΑΠ33/1990, ΑΠ1921/2017, ΑΠ659/2005). Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αλλά και της επιδόσεώς του πριν από την ανωτέρω προθεσμία, επάγεται το απαράδεκτο αυτών λόγω ελλείψεως προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους (ΑΠ1256/2020, ΑΠ 1252/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως τους από 16-9-2016 πρόσθετους λόγους εφέσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου με αριθμ. εκθ. κατ. 498/19-9-2016, πλην όμως από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προέκυψε επίδοση αντιγράφου του ως άνω δικογράφου προς τους εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβλήτους τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως ούτε επικαλέστηκε κάτι τέτοιο η εκκαλούσα και δεν προσκόμισε σχετικές εκθέσεις επιδόσεως και για το λόγο αυτό το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους εφέσεως. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η παράλειψη της επιδόσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων εφέσεως στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως συνεπάγεται το απαράδεκτο των λόγων αυτών λόγω ελλείψεως προδικασίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, ΑΠ 1819/2014). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ΥΑ Οικ.Β 1189/37/175/18-2-2003 του Υπουργού Μεταφορών και Συγκοινωνιών <Περί των βασικών όρων συμβάσεων μίσθωσης λεωφορείων στις ΚΤΕΛ ΑΕ>, δεχόμενο εσφαλμένα ότι με βάση την από … σύμβαση μισθώσεως που αφορούσε στο με αριθ. κυκλοφορίας … λεωφορείο των αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να δρομολογεί το λεωφορείο που το αντικατέστησε, με αριθ. κυκλοφορίας…. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ούτε τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, και διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και στ) να εκτίθενται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 1573/2006). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από … συμβάσεως μισθώσεως, δεχόμενο ότι αυτή αφορά στο με αριθμό κυκλοφορίας … λεωφορείο των αναιρεσιβλήτων, ενώ σ'αυτήν αναφέρεται ότι αφορά στο με αριθμό κυκλοφορίας …. λεωφορείο αυτών. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το αληθινό περιεχόμενο της φερόμενης ως παραμορφωθείσας συμβάσεως, κατά λέξη παρατιθέμενο και όχι μόνο τα στοιχεία ταυτότητας του λεωφορείου, το διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο που έγινε δεκτό από την πληττόμενη απόφαση, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο στηριχθέν αποκλειστικώς ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΟλΑΠ 19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ). Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 370/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη. Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 591/2017, 1685/2008). Το δεδικασμένο, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 1559/2017) καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως. Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως. Τα ανωτέρω ισχύουν, και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξιώσεως. Κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται "ετέρα έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού ζητήματος της δίκης". Το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις. Το δεδικασμένο εκτείνεται μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Η κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κ.λπ.), κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (έννομες συνέπειες) (ΑΠ 370/2019). Στην περίπτωση όμως που η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής αφορούσε όχι την ίδια έννομη σχέση αλλά διαφορετική από εκείνη επί της οποίας θεμελιώνεται η δεύτερη αγωγή και επομένως δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα αυτής, το δεδικασμένο της πρώτης δεν εκτείνεται και επί τη δεύτερης, έστω και αν κάποια από τα μερικότερα πραγματικά στοιχεία της πρώτης αυτοτελώς λαμβανόμενα αποτελούν μέρος και της δεύτερης, διότι η κριθείσα με την πρώτη απόφαση έννομη σχέση δεν συνιστά προδικαστικό ζήτημα της δεύτερης κατά την έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ (ΑΠ653/2020, ΑΠ39/2020, ΑΠ744/2019, ΑΠ 1218/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις υπ'αριθμ. 91/2007 και 98/2008 τελεσίδικες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων για την έννομη σχέση της μισθώσεως του λεωφορείου των αναιρεσιβλήτων. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: < Με το από … συμφωνητικό που καταρτίστηκε, κατ'εφαρμογή του άρθρου 3 Ν 2963/2001 και της Β 1189/37/2003 αποφάσεως του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, μεταξύ της πρώτης εναγομένης και των εναγόντων, οι τελευταίοι εκμίσθωσαν σ'αυτή το με αρ. κυκλοφορίας …. λεωφορείο τους, το οποίο εντάχθηκε στο δυναμικό της... Επειδή τα τεχνικά γνωρίσματα του λεωφορείου δεν ταυτίζονταν με την τεχνική περιγραφή κατασκευής του, με την … απόφαση του Νομάρχη ….αφαιρέθηκε οριστικά η άδεια κυκλοφορίας και οι κρατικές πινακίδες του λεωφορείου, το οποίο από τις … αποσύρθηκε από το δυναμικό της πρώτης εναγομένης. Οι ενάγοντες, οι οποίοι αγνοούσαν το ως άνω πρόβλημα του λεωφορείου, πολύ σύντομα το αντικατέστησαν με άλλο και πέτυχαν την έκδοση της …. άδειας κυκλοφορίας, όπως είχαν δικαίωμα, καθόσον στο άρθρο 8 του καταστατικού της πρώτης εναγομένης ορίζεται ότι μέτοχοι της εταιρείας είναι όσοι μισθώνουν σ'αυτή λεωφορεία ιδιοκτησίας τους που είναι ενταγμένα στο …, καθώς και εκείνα που θα προέρχονται από την αντικατάστασή τους. Οι ενάγοντες ζήτησαν από την πρώτη εναγομένη να εντάξει το ως άνω νέο λεωφορείο στη δύναμή της και να το δρομολογήσει, αλλά αυτή αρνήθηκε και με την … απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της απέκλεισε τους ενάγοντες από μετόχους της. Με την 91/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που κατέστη τελεσίδικη αναγνωρίσθηκε ότι η 12/18-11-2005 απόφαση της ΓΣ των μετόχων της πρώτης εναγομένης είναι άκυρη και διατάχθηκε η δρομολόγηση του με αριθμό κυκλοφορίας … λεωφορείου σε αντικατάσταση του παλαιού, στις αστικές λεωφορειακές γραμμές της εναγομένης. Οι ενάγοντες μετά την … απόφαση της ΓΣ των μετόχων της εναγομένης και τον αποκλεισμό και αποβολή τους απ'αυτή, άσκησαν αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 98/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που κατέστη τελεσίδικη, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι η ως άνω απόφαση της ΓΣ δεν ήταν νόμιμη, διότι η διακοπή της κυκλοφορίας του …. λεωφορείου ήταν δικαιολογημένη. Με τις ανωτέρω αποφάσεις έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου, αφενός το κύρος των αποφάσεων της ΓΣ των μετόχων της πρώτης εναγομένης, το οποίο καλύπτει την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, ήτοι της μισθώσεως και την ιστορική αιτία που δέχθηκαν οι αποφάσεις και αφετέρου η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να επαναδρομολογήσει το με αριθμ. κυκλοφορίας …. λεωφορείο. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι η από … σύμβαση μισθώσεως δεν υφίσταται, ότι οι ενάγοντες απώλεσαν τη μετοχική τους ιδιότητα και ότι το ως άνω λεωφορείο είναι ένα άλλο λεωφορείο για το οποίο έπρεπε να καταρτισθεί νέα σύμβαση κρίνεται απορριπτέος, διότι τα ανωτέρω έχουν κριθεί με ισχύ δεδικασμένου... Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει το χρονικό διάστημα έως 17-1-2007 και όχι το μετέπειτα χρονικό διάστημα μέχρι 31-12-2008... Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι ουδεμία αλλαγή επήλθε μετά την έκδοση των άνω τελεσίδικων αποφάσεων ως προς την έννομη σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με την πρώτη εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Η σύμβαση μισθώσεως του λεωφορείου εξακολουθούσε να είναι ισχυρή και να παράγει έννομα αποτελέσματα, εφόσον αυτή δεν είχε καταγγελθεί, η αντικατάσταση δε του …. λεωφορείου με το επίδικο έγινε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 3 μηνών, εφόσον η άδεια κυκλοφορίας του τελευταίου εκδόθηκε στις… ...>. Από την συγκριτική επισκόπηση των παραδοχών των παραπάνω αποφάσεων προκύπτει ότι οι υπ'αριθ. 91/2007 και 98/2008 τελεσίδικες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων έκριναν αφενός επί του κύρους των αποφάσεων των ΓΣ των μετόχων της αναιρεσείουσας που απέκλεισαν τους αναιρεσίβλητους από μετόχους αυτής και αφετέρου επί της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να δρομολογήσει το νέο λεωφορείο των αναιρεσιβλήτων, στα πλαίσια της υφιστάμενης από … συμβάσεως μισθώσεως. Η εν τέλει διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια ήταν η αναγνώριση της ακυρότητας των ως άνω αποφάσεων των ΓΣ και η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να δρομολογήσει το νέο λεωφορείο των αναιρεσιβλήτων. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί αγωγής των αυτών εναγόντων κατά της αυτής εναγομένης και έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εξαιτίας της μη δρομολογήσεως του νέου λεωφορείου τους από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, δικαιούνται αποζημίωση (μίσθωμα) για κάθε τριμηνιαία διαχειριστική περίοδο για το χρονικό διάστημα από 25-11-2005 έως 31-12-2008. Επομένως, η έννομη σχέση που κρίθηκε με τις δύο πρώτες τελεσίδικες αποφάσεις περί της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να δρομολογήσει το νέο λεωφορείο των αναιρεσιβλήτων με βάση την μεταξύ τους υφιστάμενη από … σύμβαση μισθώσεως, ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα στη δεύτερη δίκη, στην οποία φέρεται προς κρίση η υποχρέωση της αναιρεσείουσας για καταβολή στους αναιρεσίβλητους αποζημιώσεως (μισθώματος), εξαιτίας της μη δρομολογήσεως του νέου λεωφορείου τους. Εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι από τις προαναφερθείσες τελεσίδικες αποφάσεις υπάρχει δεδικασμένο ως προς την έννομη σχέση της μισθώσεως και την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να δρομολογήσει το νέο λεωφορείο των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-6-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 244/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ