Αριθμός 1256/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Π. Τ. - Γ. του Α., κατοίκου ... 2) Β. Ν. του Η., κατοίκου ... 3) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... 4) Μ. συζ. Σ. Μ., το γένος Β. Λ., κατοίκου ... 5) Κ. Α. - Γ. του Α., κατοίκου ... 6) Χ. Ζ., χας Ι. Μ., κατοίκου ... 7) Σ. Α., κατοίκου ... και 8) Ε. Ν. του Χ., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Πολύμερο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εδρεύουσας στα …συνεταιριστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΕΛΕ ΑΕ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", που απορροφήθηκε από την πρώτη, σύμφωνα με την Κ2-1401/29-10-2002 έγκριση της συγχώνευσης των δύο εταιρειών, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 462/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 29-12-2003 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1521/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 20-9-2007 κλήση των αναιρεσειουσών και ακολούθως εκδόθηκε η 859/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 325/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε τέλος η 51/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7-2-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 31-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του προτεινόμενου από τον ίδιο λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 27/2007). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 18 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 859/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθμ. 325/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων για τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Με την τελευταία αυτή απόφαση, το Εφετείο Ιωαννίνων δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία …, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης ανώνυμης συνεταιριστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΣΕΛΕ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", κατά της υπ' αριθμ. 462/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 13-12-2001 αγωγή των αναιρεσειουσών - εναγουσών, εξαφάνισε την εκκαλούμενη αυτή απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. Κατά συνέπεια, εφόσον η υπ' αριθμ. 325/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων αναιρέθηκε στο σύνολό της και οι διάδικοι επανήλθαν στη κατάσταση πριν από την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, ήτοι το Εφετείο Ιωαννίνων, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την υπ' αριθμ. 859/2009 αναιρετική απόφαση και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο του οποίου ερευνάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, οι αναιρεσείουσες με την από 13-12-2001 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ισχυρίσθηκαν, ότι είχαν προσληφθεί από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων (Ε.Α.Σ.Ι.), η πρώτη (αναιρεσείουσα) στις 8-4-1985, η δεύτερη την 1-1-1985, η τρίτη στις 7-3-1983, η τέταρτη στις 3-3-1982, η πέμπτη στις 4-3-1982, η έκτη στις 4-12-1978, η έβδομη στις 18-5-1981 και η όγδοη στις 20-4-1981, ως υπάλληλοι (ταμίες), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει των οποίων εργάσθηκαν, με τις νόμιμες αποδοχές, στα αναφερόμενα καταστήματα λιανικής πωλήσεως τροφίμων (σούπερ μάρκετς), που εκμεταλλευόταν η εργοδότριά τους στη πόλη των Ιωαννίνων, τα οποία (καταστήματα) από τον Οκτώβριο του 1997 περιήλθαν στη κυριότητα και εκμετάλλευση της εναγόμενης συνεταιριστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΣΕΛΕ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ, που συνεστήθη από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων (Ε.Α.Σ.Ι.) ως θυγατρική εταιρεία αυτής και υπεισήλθε, ως διάδοχός της (νέα εργοδότρια), στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκείνης (Ε.Α.Σ.Ι.) έναντι αυτών (εναγουσών - αναιρεσειουσών), οι οποίες συνέχισαν να εργάζονται στα παραπάνω καταστήματα έως την 1-7-2001, που η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους και τις απέλυσε, καταβάλλοντας, όμως, σ' αυτές μειωμένη την προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση, κατά ποσοστό 25%. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι αναιρεσείουσες ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει το προσδιοριζόμενο στην αγωγή, για καθεμία από αυτές, υπόλοιπο της οφειλόμενης, λόγω της καταγγελίας της μεταξύ τους υφισταμένης συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αποζημιώσεως απολύσεως, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων), με την υπ' αριθμ. 462/2002 απόφασή του, όπως ήδη αναφέρθηκε, δέχθηκε την αγωγή αυτή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως άσκησε την από 3-1-2003 έφεση η νυν αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία ... ως καθολική διάδοχος της εναγόμενης συνεταιριστικής εταιρείας "ΑΣΕΛΕ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", η οποία απορροφήθηκε από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με την Κ2 - 14041/29-10-2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης περί εγκρίσεως της συγχωνεύσεως των δύο εταιρειών, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης. Το Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω υπ' αριθμ. 325/2003 απόφασή του, δέχθηκε, ότι η εναγομένη κατήγγειλε, την 1-7-2001, τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών - αναιρεσειουσών με δική τους πρωτοβουλία και δη κατόπιν σχετικής αιτήσεως αυτών των ίδιων (εναγουσών), επειδή είχαν συγκεντρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς τους από το ασφαλιστικό τους Ταμείο (ΤΑΥΣΟ) και ότι ως εκ τούτου, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 29 της από 19-7-2000 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", κατέβαλε σ' αυτές η εναγομένη το 75% της προβλεπόμενης από το Ν. 2112/1920 αποζημιώσεως. Έτσι το Εφετείο, μετά παραδοχή της εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 462/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων) και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών για την καταβολή σ' αυτές της διαφοράς μεταξύ της πλήρους αποζημιώσεως, της προβλεπόμενης από το Ν. 2112/1920, και της καταβληθείσας, που περιορίσθηκε στο 75% αυτής. Κατά της υπ' αριθμ. 325/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 29-12-2003 (προηγούμενη) αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 859/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ανήρεσε, στο σύνολό της, την εφετειακή απόφαση για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως και συγκεκριμένα, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955 και 29 της από 19-7-2000 Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, καθόσον - όπως κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση - προϋπόθεση της καταβολής του 75% της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 της εν λόγω Σ.Σ.Ε., είναι η οικειοθελής αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία του, ενώ, στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως, εχώρησε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειουσών (εναγουσών) εκ μέρους της εναγόμενης συνεταιριστικής εταιρείας, το γεγονός δε αυτό, της λύσης τελικά των συμβάσεων με καταγγελία της εναγομένης και όχι με την αποχώρηση των αναιρεσειουσών, δεν ανατρέπεται - είπε ο Άρειος Πάγος - από τις προηγηθείσες αιτήσεις αυτών προς την εναγομένη, για να ξεκινήσει εκείνη τη διαδικασία της απολύσεώς τους, αφού η υποχρέωση καταβολής πλήρους της οφειλόμενης αποζημιώσεως είναι ανεξάρτητη από την αιτία που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις προαναφερθείσες, περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, που δεν συντρέχουν εδώ. Ακολούθως, το Δικαστήριο τούτο, με την ως άνω υπ' αριθμ. 859/2009 απόφασή του, παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Ιωαννίνων), το οποίο με την υπ' αριθμ. 51/2011 απόφασή του, κατά της οποίας ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, αποφάνθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι κατά τον χρόνο προσλήψεως όλων των εναγουσών - αναιρεσειουσών απαγορευόταν από τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 1859/1944, των άρθρων 6 και 8 της υπ' αριθμ. 27346/17-10-1990 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας (ΦΕΚ 700, τ. Β' της 7-11-1990), που εκδόθηκε βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 1541/1985, και του άρθρου 46 του Ν. 2169/1993 η σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου με την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων (Ε.Α.Σ.Ι.), η οποία μόνο έκτακτο προσωπικό μπορούσε να προσλαμβάνει, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, συνολικής διάρκειας έως 12 μηνών, για την αντιμετώπιση έκτακτων ή εποχιακών αναγκών, η απαγόρευση δε αυτή διατηρήθηκε καθ' όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την καταγγελία των συμβάσεων των εναγουσών, οι οποίες συμβάσεις, ως εκ τούτου, ήταν άκυρες και θεωρούνται ως μη γενόμενες, με αποτέλεσμα, λόγω της ανυπαρξίας συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των εναγουσών και της εναγομένης, να αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 περί καταβολής από τον εργοδότη της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του μισθωτού. Έτσι το Εφετείο δέχθηκε την από 3-1-2003 έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας ... εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 462/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Έχοντας, όμως, η ένδικη αγωγή το προεκτεθέν περιεχόμενο, όπως αυτό εκτιμάται από το Δικαστήριο τούτο, είναι νόμιμη, κατά τις ισχύουσες, κατά τον χρόνο προσλήψεως των εναγουσών - αναιρεσειουσών και έως την επικαλούμενη καταγγελία των συμβάσεών τους, διατάξεις, που ρύθμιζαν την λειτουργία των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων: α) του άρθρου 3 παρ. 1, 2 και 5 του κυρωθέντος με την υπ' αριθμ. 256/7 Μαΐου 1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου Ν. 1859/ 1944 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 785/1943 περί καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την νομοθεσία των γεωργικών συνεταιρισμών", β) των άρθρων 2 και 3 του από 23/30-7-1946 β.δ/τος "περί της υπαλληλικής καταστάσεως του προσωπικού των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων", όπως τροποποιήθηκε, γ) των άρθρων 1 παρ. 4 και 72 παρ. 1 και 2 του Ν. 1541/1985 "περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων", δ) των άρθρων 6 και 7 της υπ' αριθμ. 27346/17-10-1990 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας (ΦΕΚ β' 700/7-11-1990), που εκδόθηκε βάσει της άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 1541/1985 και με την οποία απόφαση εγκρίθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, ε) του άρθρου 46 του Ν. 2169/1993 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις" και στ) του άρθρου 38 του Ν. 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις". Διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, οι ενάγουσες προσλήφθηκαν από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων (Ε.Α.Σ.Ι.), ως υπάλληλοι αυτής, η πρώτη στις 8-4-1985, η δεύτερη την 1-1-1985, η τρίτη στις 7-3-1983, η τέταρτη στις 3-3-1982, η πέμπτη στις 4-3-1982, η έκτη στις 4-12-1978, η έβδομη στις 18-5-1981 και η όγδοη στις 20-4-1981, με συμβάσεις μισθώσεως εργασίας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και της άνω Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών αυτής, ενταχθείσες, προφανώς, στο τακτικό προσωπικό της Ενώσεως, αφού, κατά τα εκτιθέμενα πάντοτε στην αγωγή, οι ενάγουσες από της προσλήψεώς τους και συνεχώς έκτοτε εργάσθηκαν ως ταμίες στα αναφερόμενα καταστήματα λιανικής πωλήσεως τροφίμων (σούπερ μάρκετς), που εκμεταλλευόταν η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων στη πόλη των Ιωαννίνων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Ενώσεως, αμειβόμενες με τις προβλεπόμενες από τις Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" αποδοχές, συνέχισαν δε να εργάζονται, με την ίδια υπαλληλική σχέση, ως ταμίες στα παραπάνω καταστήματα και μετά τον Οκτώβριο του 1997, που τα καταστήματα αυτά περιήλθαν στην κυριότητα και εκμετάλλευση της εναγόμενης συνεταιριστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΣΕΛΕ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΑΝΙΚΟΎ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", η οποία συνεστήθη από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων ως θυγατρική εταιρεία αυτής και υπεισήλθε, ως διάδοχός της, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκείνης (Ε.Α.Σ.Ι.) έναντι των εναγουσών, οι οποίες εργάσθηκαν στα εν λόγω καταστήματα, ως ταμίες, έως την επικαλούμενη καταγγελία, την 1-7-2001, των εργασιακών τους συμβάσεων από την εναγομένη, η οποία, σημειωτέον, δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητα των συμβάσεων αυτών. Το Εφετείο, συνεπώς, που με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 51/2011 απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, από τις οποίες προκύπτει ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι 1) τακτικό, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις, οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και 2) με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με το οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο τη σχετική πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Έτσι, λοιπόν, και στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν επιτρέπεται δεύτερη παραπομπή, αλλά πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει. Όπως ήδη έχει εκτεθεί, η ένδικη αγωγή, κατ' εκτίμηση του παραπάνω περιεχομένου της από το Δικαστήριο τούτο (Άρειο Πάγο), είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 648, 669 και 346 του ΑΚ, 1, 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ, 1, 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση απροειδοποίητης (άμεσης) καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (καταγγελία) είναι μονομερής, αναιτιώδης και τυπική δικαιοπραξία, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει, ασχέτως του λόγου που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά στο νόμο αναφερόμενες περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως κατά του μισθωτού για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία - άρθρα 5 παρ. 1 και 6 παρ. 2 Ν. 2112/1920, 7 παρ. 3 Ν. 3198/1955), ολόκληρη την οφειλομένη στον απολυόμενο μισθωτό αποζημίωση. Ως τέτοια δε θεωρείται, κατ' άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, η αποζημίωση, η οποία είναι κατά ποσό ίση προς το σύνολο των τακτικών αποδοχών, που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά τον χρόνο προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία, και η οποία (αποζημίωση) καθορίζεται ανάλογα με τον χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσεως και υπολογίζεται, κατ' άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 της από 19-7-2000 Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 11813/25-10-2000 (ΦΕΚ 1382, τεύχος Β' της 10-11-2000), "Το προσωπικό των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων οποιασδήποτε κατηγορίας και κλάδου, ανεξάρτητα από τον Οργανισμό κύριας ασφαλίσεως, όπου είναι ασφαλισμένο, δύναται εφόσον συμπληρώσει είκοσι πέντε (25) χρόνια πραγματικής υπηρεσίας και πληροί τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς του σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ΤΑΥΣΟ ή οποιουδήποτε Οργανισμού κύριας ασφαλίσεως αυτού, να αποχωρεί από την Υπηρεσία του, λαμβάνοντας στην περίπτωση αυτή το 75% της από το Ν. 2112/1920 οριζόμενης αποζημιώσεως (παρ. 1). Η ίδια όπως παραπάνω αποζημίωση (75% του Ν. 2112/1920) καταβάλλεται και στους αποχωρούντες από την Υπηρεσία υπαλλήλους, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας τους, που είναι το 65ο έτος (παρ. 2). Την ίδια αποζημίωση (75% του Ν. 2112/1920) δικαιούνται και οι έγγαμες γυναίκες με ανήλικο παιδί, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς τους σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ΤΑΥΣΟ (παρ. 3)". Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 29 της εν λόγω Σ.Σ.Ε., που κατά το κανονιστικό μέρος της έχει ισχύ νόμου, προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την καταβολή, αντί της πλήρους αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 που καταβάλλεται σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, του 75% της αποζημιώσεως αυτής, είναι η οικειοθελής αποχώρηση των υπαλλήλων των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, λόγω θεμελιώσεως δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως κ.λπ. Εν προκειμένω, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 462/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και από όλα τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες είχαν προσληφθεί από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων (Ε.Α.Σ.Ι.), με συμβάσεις μισθώσεως εργασίας, ως υπάλληλοι αυτής, η πρώτη ενάγουσα στις 8-4-1985, η δεύτερη την 1-1-1985, η τρίτη στις 7-3-1983, η τέταρτη στις 3-3-2982, η πέμπτη στις 4-3-1982, η έκτη στις 4-12-1978, η έβδομη στις 18-5-1981 και η όγδοη στις 20-4-1981, και εργάσθηκαν ως ταμίες στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως τροφίμων (σούπερ μάρκετς), που διατηρούσε και εκμεταλλευόταν η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων στη πόλη των Ιωαννίνων, αμειβόμενες με τις αποδοχές, τις προβλεπόμενες από τις ισχύουσες εκάστοτε Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων". Τον Οκτώβριο του 1997 η εκμετάλλευση των παραπάνω καταστημάτων περιήλθε στην εναγόμενη εταιρεία "ΑΣΕΛΕ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", η οποία συνεστήθη από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων (Ε.Α.Σ.Ι.) ως θυγατρική εταιρεία αυτής και υπεισήλθε, ως διάδοχός της, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκείνης (Ε.Α.Σ.Ι.) έναντι των εναγουσών από την μεταξύ τους υφιστάμενη υπαλληλική σχέση, δυνάμει της οποίας οι ενάγουσες συνέχισαν να εργάζονται, ως ταμίες, στα εν λόγω καταστήματα έως την 1-7-2001, που η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους και τις απέλυσε, καταβάλλοντας σ' αυτές μειωμένη, κατά ποσοστό 25%, την προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση απολύσεως, η οποία (μειωμένη αποζημίωση), όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη, ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 29 της από 19-7-2000 Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", διότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών έγινε με δική τους πρωτοβουλία και κατόπιν σχετικών έγγραφων αιτήσεών τους προς αυτήν (εναγομένη), επειδή είχαν θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδοτήσεώς τους από το ασφαλιστικό τους Ταμείο (ΤΑΥΣΟ) και η καταγγελία των εργασιακών τους συμβάσεων ήταν απαραίτητη για την συνταξιοδότησή τους. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της εναγομένης είναι αβάσιμος, καθόσον προϋπόθεση καταβολής του 75% της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 της παραπάνω Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, είναι η οικειοθελής αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία του, ενώ, στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, εχώρησε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών εκ μέρους της εναγομένης, το γεγονός δε αυτό, της λύσης τελικά των συμβάσεων με καταγγελία της εναγομένης και όχι με την αποχώρηση των εναγουσών, δεν αναιρείται από τις προηγηθείσες αιτήσεις των εναγουσών προς την εναγομένη για να ξεκινήσει εκείνη την διαδικασία απολύσεώς τους, αφού η υποχρέωση καταβολής πλήρους της οφειλόμενης αποζημιώσεως είναι ανεξάρτητη από την αιτία που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, που δεν συντρέχουν εδώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ομοίως και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, επιδικάζοντας σε κάθε μία από τις ενάγουσες την διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης, πλήρους, αποζημιώσεως, της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του Ν. 3198/1955, και της καταβληθείσας, που περιορίσθηκε στο 75% αυτής, το ύψος της οποίας (επιδικασθείσας διαφοράς) δεν αμφισβητήθηκε, ορθώς το νόμο εφήρμοσε και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις, που τέθηκαν υπό την κρίση του, και, συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους λόγους της εφέσεώς της κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και αυτή ταύτη η έφεση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών - εναγουσών πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 51/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Κρατεί την υπόθεση. Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 3-1-2003 έφεση (αρ. εκθ. κατ. 3/2003) της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 462/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ