Αριθμός 953/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Ζάχου, περί αναιρέσεως της 24/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λάζουρα. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 638/06. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη , κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται ,αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής τη ς ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. - Εξάλλου , η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκείμενη περίπτωση τo Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 24/2006 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμεσο δόλο), της παράνομης οπλοφορίας και παράνομης οπλοχρησίας. Ειδικότερα, δέχθηκε τα εξής. "Τον Ιανουάριο του 2001, ο κατηγορούμενος Χ1 διαζεύχθηκε τη Ψ2 , με την οποία είχε τελέσει νόμιμο γάμο και είχε αποκτήσει δύο τέκνα, τον .... και την ....., ηλικίας τότε 5 και 3 ετών, αντίστοιχα. Από τη λύση του γάμου της η Ψ2 διέμενε μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους, καθώς και με την ανήλικη θυγατέρα της ....., ηλικίας τότε 13 ετών, την οποία είχε από προηγούμενο γάμο της, σε μισθωμένη οικία που βρίσκεται στην Πάτρα επί της οδού ...... Ο κατηγορούμενος διέμενε στην πατρική του οικία στο ...... Την 27 Οκτωβρίου 2001 και περί ώρα 11:30 ο κατηγορούμενος χρησιδανείστηκε από το φίλο του Ζ1 το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, μάρκας OPEL ASKONA και, αφού πήρε μαζί του την υπ' αριθμ. ...... κυνηγετική καραμπίνα, ιδιοκτησίας του πατέρα του ......, με ανάλογο αριθμό φυσιγγίων, αναχώρησε για την Πάτρα προκειμένου να ζητήσει εξηγήσεις από την πρώην σύζυγό του, από την οποία είχε πληροφορηθεί ότι η τελευταία είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με κάποιο "....", οδηγό νταλίκας. Περί ώρα 17:00 της ίδιας ημέρας έφθασε στην οικία της Ψ2 , όπου, κατά τη στιγμή εκείνη, βρισκόταν η τελευταία, τα δύο τέκνα τους, η ανήλικη ..... και η Β1, υπήκοος Βουλγαρίας, η οποία είχε προσληφθεί από την πρώην σύζυγό του πριν από ένα μήνα περίπου, ως οικιακή βοηθός. Αφού κτύπησε την εξωτερική πόρτα του άνοιξε η ανήλικη .... και, σε ερώτησή του, που βρίσκεται η μητέρα της, του απάντησε ότι κοιμάται. Αμέσως κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα της πρώην συζύγου του και αφού ξύπνησε αυτή, άρχισαν να συζητούν, αρχικά ήπια και στη συνέχεια στην κουζίνα της οικίας, όπου πήγαν, έντονα, για τις ερωτικές σχέσεις της με τον ως άνω ".....", για τον οποίο πίστευε ότι κοιμόταν στην οικία της και ερχόταν σε ερωτικές συνευρέσεις και περιπτύξεις, κατά τρόπο αντιληπτό από τα ανήλικα τέκνα τους. Η συζήτηση κατέληξε σε έντονο διαπληκτισμό και ο κατηγορούμενος εξύβρισε αυτή με τη λέξη "πουτάνα", που άκουσαν η ....... και η Βουλγάρα οικιακή βοηθός, που βρισκόταν στη βεράντα της οικίας. Σε κάποια στιγμή ο ως άνω "...." (του οποίου το επώνυμο είναι .....) κάλεσε στο κινητό τηλέφωνό της τη Ψ2 , αλλ' όταν άκουσε θόρυβο από τους διαπληκτισμούς τους, έκλεισε το τηλέφωνο. Ακολούθως, η Ψ2 , με προτροπή του κατηγορουμένου, τηλεφώνησε με το κινητό τηλέφωνό της στο "....." και ζήτησε απ' αυτόν να έλθει εκεί για να συζητήσουν. Όμως εκείνος αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι είναι απασχολημένος. Στη συνέχεια, περί ώρα 17:30 ο κατηγορούμενος είπε παραπλανητικά "ότι πάει να φέρει τις βέρες τους" βγήκε από την οικία, πήρε από το παραπάνω σταθμευμένο αυτοκίνητο, έξω από την οικία, την κυνηγετική καραμπίνα, που είχε οπλίσει με τρία φυσίγγια και με άλλα τρία πλήρη φυσίγγια, που κρατούσε στα χέρια του, κατευθύνθηκε στην κουζίνα, όπου βρισκόταν η Ψ2 με τα ανήλικα τέκνα τους και η Βουλγάρα οικιακή βοηθός. Όταν εισήλθε στην κουζίνα σε άγριο ύφος είπε στην πρώην σύζυγό του "θα σε σκοτώσω πουτάνα" και κατεύθυνε την κυνηγετική καραμπίνα προς το μέρος του κεφαλιού της. Τότε η τελευταία φώναξε "μη" και προσπάθησε να πάρει την κυνηγετική καραμπίνα από τα χέρια του. Ο κατηγορούμενος όμως, την απέφυγε και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που επέτρεπε τη σκέψη, την πυροβόλησε από μικρή απόσταση στο αριστερό ημιθωράκιο και αυτή έπεσε στο δάπεδο της κουζίνας αιμόφυρτη. Αμέσως μετά είπε στην Βουλγάρα οικιακή βοηθό να πάρει τα παιδιά και να φύγουν και όταν εκείνα απομακρύνθηκαν έντρομα, πυροβόλησε για δεύτερη φορά την πρώην σύζυγό του εξ επαφής στο κεφάλι, με αποτέλεσμα η βολή να προκαλέσει τη διάρρηξη της κρανιακής κοιλότητας και να επιφέρει αμέσως το θάνατό της. Ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά την πράξη του, βγήκε από την οικία και, αφού πυροβόλησε μία φορά στον αέρα, εγκατέλειψε το κενό όπλο στο πεζοδρόμιο μαζί με τρία πλήρη φυσίγγια και πήγε στο Δ΄ Αστυνομικό τμήμα Πατρών, όπου, σε έξαλλη κατάσταση, είπε στον αξιωματικό υπηρεσίας ......, ότι σκότωσε την πρώην σύζυγό του. Ο κατηγορούμενος και στην απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, υποστήριξε, ότι δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει την πρώην σύζυγό του, αλλ' ότι η καραμπίνα εκπυρσοκρότησε κατά την προσπάθεια του θύματος να του την αφαιρέσει βίαια. Επιπλέον προέβαλε επικουρικώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ότι τέλεσε την ανθρωποκτονία, σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό, γιατί στην πιο πάνω τηλεφωνική επικοινωνία, που είχε η πρώην σύζυγός του με τον εραστή της, τον υποτίμησε με τις λέξεις "μαλάκα" και του είπε σε περιφρονητικό ύφος ότι, ο εραστής της είναι "μάγκας και χασικλής", με αποτέλεσμα αυτός να εξοργιστεί και χωρίς να ελέγχει τον εαυτό του, σε ψυχική υπερδιέγερση, να την πυροβολήσει. Οι αυτόπτες, όμως, μάρτυρες, ......και στην κατάθεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, καθώς και η παραπάνω οικιακή βοηθός, στην κατάθεσή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διέψευσαν κατηγορηματικά όσα πιο πάνω υποστήριξε ο κατηγορούμενος και περιέγραψαν τον παραπάνω ψύχραιμο και ανάλγητο τρόπο, με τον οποίο σκότωσε την πρώην σύζυγό του. Αυτός επεδίωκε να τη σκοτώσει για να αποκαταστήσει την τιμή του, γιατί πίστευε ότι είχε τρωθεί, εξ αιτίας των ερωτικών σχέσεων, που είχε συνάψει η θανατωθείσα με τον ως άνω ...... και αυτό τον ενοχλούσε ιδιαίτερα, παρόλο ότι είχε διαζευχθεί το θύμα. Επιπλέον, γιατί πίστευε όπως προαναφέρθηκε, χωρίς να έχει κάποια απόδειξη, ότι, ο εραστής της κοιμόταν στην οικία της και ερχόταν σε ερωτικές συνευρέσεις και περιπτύξεις μαζί της, κατά τρόπο, που γινόταν αντιληπτός από τα ανήλικα τέκνα τους. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του κατηγορουμένου καταδεικνύεται κυρίως, από το ότι μετέφερε μαζί του την κυνηγετική καραμπίνα, με ανάλογο αριθμό φυσιγγίων από το ..... Πρέβεζας στην Πάτρα και από το ότι πυροβόλησε το θύμα δύο φορές, τη δεύτερη εξ επαφής στο κεφάλι, ώστε να μην αφήσει σ' αυτό περιθώριο ζωής. Την πράξη του, μάλιστα, αυτή, είχε προαποφασίσει, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως προκύπτει και από ιδιόχειρο σημείωμα, που είχε γράψει πριν από την τέλεσή της και βρέθηκε στο πιο πάνω υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, από έρευνα που διενήργησε σ' αυτό η Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών, στο οποίο (ιδιόχειρο σημείωμα), μεταξύ των άλλων αναγράφει ότι "...αν και είμαι ήρεμος... αν είναι στο σπίτι ο γκόμενος της Ψ2 θα τον σκοτώσω, μόνο η Ψ2 και ο......θα πεθάνουν". Ο κατηγορούμενος, εκτός από το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, τέλεσε και τα εγκλήματα της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, αφού είχε μαζί του την παραπάνω κυνηγετική καραμπίνα, χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου της κατοικίας του ή διαμονής του και μάλιστα όχι για θήρα, που είναι ο προορισμός της και τη χρησιμοποίησε για τη διάπραξη του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας. Στον κατηγορούμενο δεν πρέπει να χορηγηθούν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου, του ότι ωθήθηκε στις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις του από προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος, της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς του μετά την τέλεση των αξιόποινων αυτών πράξεων, όπως αυτός ζήτησε, γιατί δεν αποδείχθηκαν περιστατικά, που να δικαιολογούν τη χορήγηση των ελαφρυντικών αυτών. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, πέραν των έξι καταδικαστικών αποφάσεων, που έχουν καταγραφεί στο ποινικό του μητρώο, για παραβάσεις του Ν. 75/1975, του ΠΔ 180/1970, του Ν. 1436/1987 και του Ν. 614/1977, σε βραχυχρόνιες φυλακίσεις, δεν είχε έντιμη οικογενειακή ζωή. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς τους με τη θανατωθείσα, την εξύβριζε, την απειλούσε, απέφευγε να εργάζεται και της αποσπούσε χρήματα, έφθασε δε στο σημείο να ζητήσει και να λάβει απ' αυτήν 1.000.000 δρχ. για να συναινέσει στη λύση του γάμου τους με διαζύγιο, χρηματικό ποσό, που εκείνη πήρε ως δάνειο από την τράπεζα EUROBANK. Μετά τη λύση του γάμου τους δεν παρείχε διατροφή σε χρήμα στα δύο ανήλικα τέκνα τους, με συνέπεια το θύμα, πέραν της κύριας εργασίας της, κατά τις απογευματινές ώρες, ως καθαρίστριας του ΟΤΕ, να εξαναγκαστεί να εργάζεται ως λατζέρισα κατά τις βραδινές και νυκτερινές ώρες στο νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως με το διακριτικό τίτλο "....." στην Πάτρα, καθώς και να προσλάβει την παραπάνω Βουλγάρα υπήκοο, ως εσωτερική οικιακή βοηθό, προκειμένου να επιμελείται των οικιακών εργασιών και των ανήλικων τέκνων της. Προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος προς τον κατηγορούμενο, δεν αποδείχθηκε, γιατί είναι αναληθή τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν και ταυτίζονται με εκείνα, που επικαλέστηκε, για να αποδείξει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, για βρασμό ψυχικής ορμής και ελαττωμένου καταλογισμού. Περαιτέρω η συγνώμη, που ζήτησε στο Δικαστήριο αυτό, για τις αξιόποινες πράξεις, που τέλεσε, δεν αρκεί, για να θεμελιώσει το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας, ενόψει μάλιστα, ότι, δεν επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιόποινων αυτών πράξεών του. Τέλος η καλή διαγωγή που είχε ο κατηγορούμενος στις δικαστικές φυλακές, όπου κρατήθηκε, δεν αρκεί για τη χορήγηση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς, καθόσον πρέπει να την είχε επιδείξει σε ελεύθερη στην κοινωνία διαβίωση...". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις, πλην άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 94, 299 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1β, 10 παρ.1, 13α, και 14 του ν.2168/1993, και του επιβλήθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας και συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών και χρηματική ποινή 600 ευρώ για τις λοιπές. Με τις παραδοχές του αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Περαιτέρω, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος περί βρασμού ψυχικής ορμής και περί ελαφρυντικών περιστάσεων, καθώς και της "διατάραξης της συνείδησης", παρά το γεγονός ότι, όπως προκύπτει, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ισχυρισμοί αυτοί διατυπώθηκαν αορίστως, δηλαδή χωρίς την επίκληση των πραγματικών περιστατικών που να τους στοιχειοθετούν. Ειδικότερα, ο πληρεξούσιος του κατηγορουμένου, κατά την αγόρευσή του, ζήτησε να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ότι "ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα σε βρασμό ψυχικής ορμής και ωθήθηκε στην πράξη αυτή από ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος και να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και ης ειλικρινούς μεταμέλειας, της καλής συμπεριφοράς και επικουρικά το ελαφρυντικό του άρθρου 36 ΠΚ (διατάραξη συνείδησης)", ενώ ο κατηγορούμενος περιορίστηκε στην έκθεση ισχυρισμών, που ειδικά και εμπεριστατωμένα αντικρούστηκαν με την προαναφερόμενη αιτιολογία. Περαιτέρω, αβάσιμες είναι και οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και το ότι υπάρχει αντίφαση από την διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό παραδοχή ότι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση πυροβόλησε τη Ψ2 , ενώ σε άλλο σημείο του σκεπτικού αναφέρεται ότι αμέσως μετά την πράξη του αυτή πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα Πατρών, όπου, σε έξαλλη κατάσταση, είπε στον αστυνομικό υπηρεσίας ότι σκότωσε τη σύζυγό του. Ουδεμία αντίφαση υφίσταται από τις παραδοχές αυτές, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε και εκτέλεσε την πράξη του σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Η αναφερόμενη στην απόφαση "έξαλλη" κατάσταση του αναιρεσείοντος, όπως συνάγεται από τις παραδοχές της ίδιας της απόφασης, ήταν επιγενόμενη και επακόλουθο του εγκλήματος που είχε διαπράξει κάτω από τις περιγραφόμενες συνθήκες και ουδεμία σχέση είχε με τη ψυχική αυτού κατάσταση κατά το χρόνο της απόφασης και της εκτέλεσης του εγκλήματος. Συνεπώς, αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι από την εν λόγω παραδοχή προέκυπτε ότι ο ορθός χαρακτηρισμός της πράξεως που τέλεσε ήταν της ανθρωποκτονίας σε βρασμό ψυχικής ορμής, και ότι από την ίδια παραδοχή προέκυπτε ότι έπρεπε να γίνει δεκτό ότι είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι σχετικοί ισχυρισμοί είχαν προβληθεί κατά τρόπο αόριστο. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι με απόφαση του Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, διατάχθηκε και πραγματοποιήθηκε ανάγνωση της ένορκης καταθέσεως της μάρτυρος Β1 , που είχε ληφθεί κατά την προδικασία, χωρίς να δοθεί λόγος στον εισαγγελέα της έδρας και στον ίδιο ή τον συνήγορό του κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 32 παρ.1 και138 παρ.2 ΚΠΔ, δοθέντος ότι είχε δικαίωμα να εναντιωθεί στην εν λόγω ανάγνωση. Από τα πρακτικά, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει η έκδοση οποιασδήποτε (παρεμπίπτουσας) απόφασης του Δικαστηρίου, σχετικής με την ανάγνωση προανακριτικής καταθέσεως οποιουδήποτε μάρτυρος και ειδικότερα της μάρτυρος Β1 , ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων του ΚΠΔ. Εκείνο το οποίο προέκυψε από τα πιο πάνω πρακτικά (βλ. σελ. 5) είναι ότι "ο Πρόεδρος ανέγνωσε από την υπ' αριθ. 41-45 /2002 απόφαση του ΜΟΔ Αμαλιάδας, την κατάθεση της απούσας μάρτυρος του κατηγορητηρίου Β1 . Δηλαδή, ο Πρόεδρος ανέγνωσε το σχετικό τμήμα των πρακτικών της εκκαλούμενης απόφασης. Στην ανάγνωση δε των πρακτικών αυτών είχε υποχρέωση να προβεί ο Πρόεδρος αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 ΚΠΔ, η ανάγνωση δε αυτή, χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου (αφού ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε από τα πρακτικά προκύπτει τέτοια εναντίωση), ουδεμία επιφέρει ακυρότητα και δεν εμπίπτει σε κανένα από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Επίσης, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αιτιάται ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την "αναγνωσθείσα ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Β1 , που είχε ληφθεί κατά την προδικασία", καθώς και την "χωρίς όρκο δοθείσα κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 . Η πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμη , διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναγνώσθηκε προανακριτική κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρος, αλλά απόσπασμα των πρακτικών της εκκαλούμενης (41-45/2002) απόφασης, όπου διαλαμβανόταν και η κατάθεση αυτής κατά την πρωτοβάθμια δίκη, ειδικώς δε μνημονεύεται, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων τα υπ' αριθ. 41-45/2002 πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αμαλιάδας". Αβάσιμη, επίσης, είναι και η δεύτερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, αφού, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για την καταδικαστική του κρίση "τις καταθέσεις όλων των παραπάνω μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου", συνεπώς, έλαβε υπόψη του και την κατάθεση, του ως μάρτυρος εξετασθέντος και δηλώσαντος παράσταση πολιτικής αγωγής, Ψ1 . Άλλωστε, το ότι η εν λόγω κατάθεση λήφθηκε υπόψη, προκύπτει και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού γίνονται αποδεκτά περιστατικά που κατατέθηκαν αποκλειστικά από τον εν λόγω μάρτυρα- πολιτικώς ενάγοντα, που αφορούσαν κυρίως τις συνθήκες της συζυγικής διαβίωσης του θύματος και του κατηγορουμένου. Συνεπώς, ο αναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ και 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1/3/2006 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 2439/2-3-2006) του Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές φυλακές Λάρισας, κατά της 24/2006 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που καθορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ