Αριθμός 476/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Σ. Γ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Παπαντωνίου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσείουσας: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 375/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 1-7-2021 αίτησή της και τους από 1-12-2021 προσθέτους αυτής λόγους. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών άσκησε την από 10-11-2021 πρόσθετη παρέμβαση και ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας δικηγόρος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 1-7-2021 και με αριθ. κατ. 5850/759/20-7-2021 αίτηση αναίρεσης και το από 1-12-2021 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθώσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών από αμοιβές διαφορών με αριθ. 375/20-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 24-6-2020 και με αριθ. κατ. 38789/2751/25-6-2020 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθ. 15/17-2-2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί ερήμην της τελευταίας επί της από 20-6-2017 και με αριθ. κατ. 570180/221/4-9-2017 αγωγής της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου. Με τη εν λόγω αγωγή, η ενάγουσα δικηγορική εταιρία ισχυρίσθηκε ότι πριν τη σύστασή της, που έλαβε χώρα στις 27-7-2016, το μέλος αυτής Σ. Γ., δικηγόρος Αθηνών, κατόπιν εντολής του εναγομένου και για λογαριασμό του προέβη κατά τα έτη 2006 έως 2010 στις αναφερόμενες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες, για τις οποίες ο τελευταίος δεν του κατέβαλε την αμοιβή που εδικαιούτο, υπολογιζόμενη, ελλείψει σχετικής περί αυτής συμφωνίας, με βάση τα κατώτατα όρια αμοιβής, που προβλέπονται στο ισχύον, τότε, ν.δ. 3026/1954, ενώ επιπλέον του οφείλει και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προξένησε με την περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά του. Ισχυριζόμενη δε περαιτέρω ότι ο, ως άνω, δικηγόρος της εκχώρησε τις κατά του εναγομένου απαιτήσεις του, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί-ότι υποχρεούται ο εναγόμενος να της καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 133.324,74 ευρώ, άλλως, επικουρικά, το ποσό των 107.096,46 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 15/2020 απόφαση που εκδόθηκε ερήμην της ενάγουσας, που θεωρήθηκε δικονομικώς απούσα, λόγω μη κατάθεσης εκ μέρους της προτάσεων, απέρριψε, λόγω της ερημοδικίας αυτής, την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυτηκά και κατ' ουσίαν την, ως άνω, έφεση της ενάγουσας ? αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε το αίτημα αυτής περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης ως μη νόμιμο, το δε αίτημα περί επιδίκασης της δικηγορικής αμοιβής ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο, ως προς αυτό, ότι δεν αποδείχθηκε η εκχώρηση της ένδικης απαίτησης του, ως άνω, δικηγόρου προς την ενάγουσα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το από 1-12-2021 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2-12-2021 με αριθ. κατ. 134/2-12-2021 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 7-12-2021, δηλαδή τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (22-2-2022), όπως προκύπτει από τη με αριθ. 11869/7-12-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Α. Κ., ασκεί πρόσθετους λόγους για αναίρεση της, ως άνω, απόφασης. Οι πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί (άρθρο 569 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81, 82, 556 παρ. 1, 558 εδ. α', 495 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επιτρέπεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 80 και 68 ΚΠολΔ, αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ' του ισχύοντος από 27-9-2013 Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 ΦΕΚ 208 Α/27-9-2013), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει και η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν, μεταξύ άλλων, πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον κάθε δικαστηρίου οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα (ΟλΑΠ 3/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", με το από 10-11-2021 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθ. κατ. 39/10-11-2021, άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ισχυρίζεται ότι το υποκείμενο προς κρίση ζήτημα είναι γενικότερου οικονομικού ενδιαφέροντος, που ενδιαφέρει γενικότερα το δικηγορικό σώμα, ότι, ως εκ τούτου, το ίδιο νομιμοποιείται για την άσκηση αυτής, κατά το προεκτεθέν άρθρο 90 παρ. ζ' του ν. 4194/2013 και ζητεί την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης . Η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία κοινοποιήθηκε, κατ' άρθρο 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, τόσο στην αναιρεσείουσα, όσο και στον αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει, αντίστοιχα, από τις με αριθ. 7279/26-11-2021 και 11788/26-11- 2021 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Εφετείο Αθηνών Ι. Π. και Α. Κ., είναι παραδεκτή εφόσον υφίσταται έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος Δικηγορικού Συλλόγου προς άσκησή της και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναίρεσης. Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και το συναφή πρώτο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι δεν έλαβε χώρα η προς αυτήν εκχώρηση των ενδίκων απαιτήσεων, παραβίασε τις περί εκχώρησης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Αστικού Κώδικα και, ειδικότερα, τη διάταξη του άρθρου 460 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/201). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 459 και 460 ΑΚ συνάγεται ότι εκχώρηση είναι η σύμβαση μεταξύ δανειστή και τρίτου, με την οποία ο πρώτος μεταβιβάζει απαίτησή του στο δεύτερο, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του οφειλέτη ή η εκ των υστέρων έγκρισή του. Η εκχώρηση είναι σύμβαση άτυπη και αναιτιώδης και επιφέρει μεταβολή απλώς του προσώπου του δικαιούχου. Δεν συνιστά αλλοίωση της ενοχής και η μεταβιβαζόμενη απαίτηση παραμένει η ίδια. Ως εκποιητική σύμβαση, η εκχώρηση παράγει αμέσως το σκοπούμενο με αυτήν (μεταβιβαστικό) αποτέλεσμα, ώστε με τη συντέλεσή της ο εκδοχέας αποκτά - με την επιφύλαξη βεβαίως της τιθέμενης στο άρθρο 460 ΑΚ ρύθμισης, της προηγούμενης αναγγελίας της εκχώρησης στον οφειλέτη - πλήρως τις εξουσίες που συγκροτούν το περιεχόμενο της εκχωρηθείσας απαίτησης. Έτσι, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής και ο μόνος νομιμοποιούμενος να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη για τη δικαστική επιδίωξή της, αφού μετά την αναγγελία της εκχώρησης, η οποία μπορεί να λάβει χώρα ακόμη και με το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση της εκχωρηθείσας απαίτησης, αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη προς τον εκχωρητή (ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 1144/2017, ΑΠ 826/2001, ΑΠ 335/1999). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 παρ. 1 και 2 ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 208/2013) Αστική Επαγγελματική Εταιρία επιτρέπεται να συσταθεί μόνο μεταξύ εν ενεργεία δικηγόρων με αποκλειστικό σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών (οπουδήποτε εντός ή εκτός Ελλάδος) και τη διανομή αποκλειστικά μεταξύ των εταίρων (κατά τη μέθοδο που θα συμφωνηθεί κατά την αδέσμευτη κρίση τους) των συνολικών κερδών, που θα προκύπτουν από τη δραστηριότητα της εταιρίας (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της παρ. 5 του άρθρου 52 του Κώδικα (που αφορά σε αμοιβές από συμμετοχή σε Διοικητικά Συμβούλια ή από έμμισθη εντολή), εταίρος Δικηγορικής Εταιρίας απαγορεύεται να συμμετέχει σε άλλη Δικηγορική Εταιρία ή να ασκεί ατομική δικηγορία και γενικά να ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρίας (παρ. 2). Ομοίου περιεχομένου, προς την, ως άνω, διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 ν. 4194/2013, είναι και η διάταξη του άρθρου 11 π.δ. 81/2005 "Περί Δικηγορικών Εταιριών" (ΦΕΚ Α 120/2005). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 1 εδ, α' και β', 2 και3 του ίδιου νόμου (4194/2013) οι εταίροι εισφέρουν υποχρεωτικά στην εταιρία την εργασία τους, συμπληρωματικά δε επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εταιρίας η εισφορά σε χρήμα ή σε κινητά πράγματα και η χρήση κινητών και ακινήτων πραγμάτων (παρ. 1 εδ. α' και β'). Οι εισφορές των εταίρων και κάθε τι άλλο που αποκτάται με οποιονδήποτε τρόπο στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρίας, ανήκει στην εταιρία (παρ. 2). Τα μερίδια κάθε εταίρου ορίζονται ελεύθερα από τη Γενική Συνέλευση σε εκατοστιαία ποσοστά και δεν συνδέονται με την εισφορά του εταίρου. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 54 παρ. 2 και 3 εδ. α' του ίδιου νόμου, η ετήσια διανομή καθαρών εσόδων γίνεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από το κλείσιμο της διαχειριστικής περιόδου, όπως ορίζεται στο καταστατικό (παρ. 2). Οι εταίροι μετέχουν στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας με βάση τα ποσοστά των μεριδίων τους (παρ. 3 εδ. α'). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι δικηγόρος που μετέχει σε δικηγορική εταιρία απαγορεύεται να ασκεί ατομική δικηγορία, υποχρεούται να εισφέρει στη δικηγορική εταιρία την εργασία του και μετέχει στα κέρδη αυτής με βάση τα ποσοστά των μεριδίων του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα εξής: "Η ενάγουσα δικηγορική εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, συστήθηκε στις 25-7-2016 από τους εταίρους αυτής δικηγόρους Αθηνών Σ. Γ. (AM ΔΣΑ ... και Α. Δ. (AM ΔΣΑ ...) κατά ποσοστά συμμετοχής 60% και 40% αντιστοίχως. Στο καταστατικό αυτής και στο λήμμα "Εισφορές εταίρων" (άρθρο 7) αναφέρεται ότι: "1. Για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού οι εταίροι εισφέρουν στην εταιρία την εργασία τους. 2. Οι εταίροι εισφέρουν στην εταιρία το σύνολο των υποθέσεών τους και των δικηγορικών αμοιβών τους". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 (εισφορές εταίρων) του π.δ. 81/2005 περί δικηγορικών εταιριών, "1. Οι εταίροι υποχρεούνται να εισφέρουν στην εταιρία την εργασία τους. Επιτρέπονται όμως και οι συμπληρωματικές εισφορές σε χρήματα ή σε κινητά πράγματα, καθώς επίσης και σε χρήση μόνο κινητών και ακινήτων για τις ανάγκες στέγασης της εταιρίας(....)". Από τη διατύπωση τόσο του καταστατικού, όσο και της σχετικής διάταξης του π.δ. 81/2005, δεν προκύπτει ότι αντικείμενο εισφοράς στην εταιρία είναι και οι εκκρεμείς αμοιβές που ήδη ατομικά τα μέλη δικαιούντο να εισπράξουν πριν τη σύσταση της εταιρίας. Εξάλλου, οι αιτούμενες στο δικόγραφο της αγωγής αξιώσεις, φέρεται να έχουν γεννηθεί σε χρονικό διάστημα προγενέστερο της σύστασης της εταιρίας και επομένως αποτελούν ατομικές αξιώσεις του Σ. Γ. σε βάρος του εναγομένου, εξαιτίας της παροχής δικηγορικών υπηρεσιών από τον πρώτο προς τον τελευταίο. Ακόμη όμως και εάν θεωρηθεί ότι οι υφιστάμενες αυτές αξιώσεις εισφέρονται στην εταιρία, αυτό αποτελεί εσωτερικό ζήτημα της εταιρίας με τα μέλη της και δεν υπεισέρχεται αυτοδίκαια η εταιρία στη θέση της ενάγουσας για τη δικαστική διεκδίκηση των αμοιβών αυτών. Είναι δηλαδή εντελώς διαφορετικό ζήτημα το αν εν τέλει την αμοιβή αυτή θα την εισπράξει η εταιρία στα πλαίσια της εσωτερικής της σχέσης με το μέλος της, που εξακολουθεί να είναι φορέας της αξίωσης, καθώς και το αν το μέλος της θα πρέπει να εκπροσωπηθεί στο δικαστήριο δια της δικηγορικής εταιρίας. Σε κάθε δε περίπτωση, η ενάγουσα δεν επικαλείται αυτοδίκαιη υπεισέλευση ως προς τις αξιώσεις αυτές, αλλά ισχυρίζεται ότι με την ανωτέρω διάταξη του καταστατικού υπήρξε εκχώρηση των απαιτήσεων αυτών στο νομικό πρόσωπο της εταιρίας, καθισταμένη δηλαδή ως εκδοχέας ειδική διάδοχος του αρχικού εκχωρητή Σ. Γ.. Η ανωτέρω όμως διάταξη του καταστατικού δεν έχει απαραίτητα στοιχεία της εκχώρησης, αφού δεν κάνει καμία μνεία για τις ήδη ληξιπρόθεσμες και μη εισέτι εισπραχθείσες απαιτήσεις από δικηγορικές αμοιβές των μελών της, που γεννήθηκαν πριν τη σύσταση της εταιρίας. Κατ' ακολουθίαν δεν αποδεικνύεται από το καταστατικό, ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, ότι οι επίδικες αξιώσεις έχουν νομότυπα εκχωρηθεί προς αυτήν και συνεπώς μη αποδειχθείσης της εκχωρήσεως, η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη". Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή με την, ως άνω αιτιολογία, χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω αν και σε ποιο βαθμό υφίστανται οι ένδικες απαιτήσεις παραβίασε τις περί εκχώρησης ουσιαστικού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (455 επ.), τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι κατά τη σύσταση της ενάγουσας ? αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρίας και τη συνομολόγηση από τους ιδρυτές εταίρους αυτής, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο δικηγόρος Αθηνών Σ. Γ., των όρων του καταστατικού της, συμφωνήθηκε, στον όρο 7 παρ. 2, ότι "οι εταίροι εισφέρουν στην εταιρία το σύνολο των υποθέσεών τους και των δικηγορικών αμοιβών τους", έκρινε ότι η περιεχόμενη στον, ως άνω, όρο συμφωνία δεν συνιστά σύμβαση εκχώρησης προς την ενάγουσα ? αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρία των ενδίκων απαιτήσεων, επειδή, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν γίνεται μνεία στον όρο αυτό για τις ληξιπρόθεσμες και μη εισπραχθείσες απαιτήσεις των εταίρων της από δικηγορικές αμοιβές που γεννήθηκαν πριν τη σύστασή της. Ωστόσο, με βάση τις, ως άνω, παραδοχές, η εν λόγω συμφωνία συνιστά σύμβαση εκχώρησης προς την ενάγουσα ? αναιρεσείουσα των απαιτήσεων των εταίρων αυτής, επομένως και των επικαλουμένων απαιτήσεων του δικηγόρου Σ. Γ. κατά του εναγομένου, για δικηγορικές αμοιβές, που φέρονται ότι γεννήθηκαν πριν τη σύσταση της εταιρίας, αφού, κατά το, ως άνω, σαφές περιεχόμενό της, η εν λόγω συμφωνία, αφορά το σύνολο των απαιτήσεων των εταίρων της για δικηγορικές αμοιβές, μη εξαιρουμένων, επομένως, των υφισταμένων κατά τη σύστασή της. Εξάλλου, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 4194/2013, μετά τη σύσταση της ενάγουσας ? αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρίας, οι εταίροι αυτής και ο Σ. Γ., ειδικότερα, απαγορεύεται να ασκούν ατομική δικηγορία και, επομένως, να χειρίζονται για δικό τους λογαριασμό υποθέσεις και να δικαιούνται οι ίδιοι γι' αυτές δικηγορικές αμοιβές, ώστε να τις εισφέρουν στην εταιρία, κατ' εφαρμογή του όρου 7 παρ. 2 του καταστατικού αυτής. Τέλος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα ? αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε με την ένδικη αγωγή (και επομένως με την επίδοσή της στον εναγόμενο οφειλέτη του ανήγγειλε) την προς αυτήν εκχώρηση των ενδίκων απαιτήσεων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 460 ΑΚ. Κατόπιν των παραπάνω, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του και του πρώτου πρόσθετου λόγου αυτής, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, και καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης (κυρίων και πρόσθετων), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων: α) της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις και, όπως προεκτέθηκε, πρόσθετους λόγους, β) του προσθέτως παρεμβάντος, που υπέβαλε προτάσεις, εφόσον νίκησε η αναιρεσείουσα υπέρ της οποίας άσκησε την πρόσθετη παρέμβαση (άρθρο 182 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθ. 375/20-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα: α) της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και β) του προσθέτως παρεμβαίνοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ