Αριθμός 272/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ζαχαρούλα Χατζηπαύλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Π. του Η., κατοίκου ..., 2.Δ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 3.Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 4.Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 5.Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 6.Π. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 7.Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 8.Σ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 9.Σ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 10.Τ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 11.Τ. Α. του Η., κατοίκου .... Ο 10ος (…) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1731/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5450/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 24-9-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. O πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 εδ. τελ. του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους". Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους και ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς", που δεν έχουν νομίμως κλητευθεί. Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης απευθυνόμενης κατά περισσοτέρων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, είναι επιτρεπτή η επίσπευση της συζήτησης αυτής από ορισμένους μόνο των αναιρεσίβλητων ομοδίκων, που παρείχαν προς τούτο εγκύρως εντολή και πληρεξουσιότητα στον εκπροσωπήσαντα αυτούς πληρεξούσιο δικηγόρο. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον οι μη επισπεύσαντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης λοιποί αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη συζήτηση από τους επισπεύδοντες κατά τα άνω τη συζήτηση αναιρεσίβλητους ή από τον αντίδικό τους αναιρεσείοντα και δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν ή εμφανίσθηκαν αλλά δεν έλαβαν μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνων που είχαν νομίμως κλητευθεί (ΟλΑΠ 7/2019, ΑΠ. 76/2020). Αν όμως, δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν σε περίπτωση απλής ομοδικίας (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1258/2020, ΑΠ 582/2020) Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 119/2019, ΑΠ 177/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 24-9-2021 και με αριθμ. καταθ. 7427/921/27-9-2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται, η με αριθμό 5450/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, Με την απόφαση αυτή εκδικάσθηκαν α) η από 30-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης 1730/30-5-2016 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και β)η από 19-5-2016 με αριθμό κατάθεσης 1636/25-5-2016 αντίθετη έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1731/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, μετά από τη συζήτηση της από 18-4-2011 και με αριθμό κατάθεσης 71510/2295/2011 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων διαδίκων κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή ως προς την κύρια από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας βάση της και έγινε εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Με την ως άνω απόφαση του Εφετείου έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος. κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η με αριθμό 1731/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς την επικουρική βάση της, η ως άνω αγωγή. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας παραστάθηκαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι, πλην του 10ου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που νόμιμα επισκοπούνται, προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης επισπεύδεται από τους 1η,2η και 3ο των αναιρεσιβλήτων για την παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από την με αριθμό 1401/5-1-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …. Οι παριστάμενοι επισπεύδοντες διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν έκθεση επίδοσης της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, προς τον απολειπόμενο δέκατο αναιρεσίβλητο, ώστε να διαπιστωθεί αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο, Επομένως, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, πρέπει, εφόσον υφίσταται εν προκειμένω, περίπτωση απλής ομοδικίας, λόγω της κοινής εναγωγής του εναγομένου εργοδότη από τους ενάγοντες εργαζόμενους λόγω μισθολογικών διαφορών, να χωριστεί η υπόθεση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης καθόσον αφορά τον δέκατο αναιρεσίβλητο και να χωρήσει νόμιμα η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους που εκπροσωπούνται και παρίστανται νόμιμα, κατά την παρούσα συζήτηση. Μεταξύ του αναιρεσείοντος και των παρισταμένων νόμιμα αναιρεσιβλήτων, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3). Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδαφ. α' του ΑΚ ορίζεται ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδαφ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 589/2022, 1242/2018, ΑΠ 879/2017). Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ. Ειδικότερα, η ωφέλεια, που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1242/2018) ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις. Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ. ΑΠ 4/2021, ΑΠ 589/2022). Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη. Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Και τούτο, διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 41/2017). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας). Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας), ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1242/2018, ΑΠ 217/2017). Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παράγραφοι 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α' και β'). Μάλιστα με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ και ορίσθηκε συγκεκριμένα ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΟλΑΠ 4/2021). Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα λοιπά δημόσια νομικά πρόσωπα, καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιώτερα, υποχρεούνται κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ.1 εδ.α' και 908 εδ.α' ΑΚ στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισαν από την εργασία του μισθωτού συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλαν σε άλλο εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη παροχές που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021). Τέλος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση. Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 1242/2018). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013). Δεν ιδρύεται, όμως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, αφού η στοιχειοθέτηση αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 589/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 18-4-2011 και με αριθμό κατάθεσης 71510/2295/2011 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλομένη απόφαση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι, δυνάμει 18μηνων συμβάσεων, που καταρτίστηκαν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στην αγωγή για καθένα ενάγοντα (έτη 2009 έως και 2011), που ονομάστηκαν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ (stage), απασχολήθηκαν για την εξυπηρέτηση αναγκών του εναγομένου σε Διευθύνσεις αυτού, που κάθε ένας εξ αυτών εκθέτει, υπό τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή ειδικότητες και θέσεις, με πλήρες ωράριο και με καθήκοντα που δεν διέφεραν από αυτά των μονίμων υπαλλήλων του εναγόμενου. Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά απασχολούνταν με πλήρες ωράριο, όπως και το τακτικό προσωπικό του εναγομένου, με τα καθήκοντα που καθένας από αυτούς ειδικότερα περιγράφει, καλύπτοντας στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες αυτού, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, με συνέπεια οι συμβάσεις τους, παρά το γεγονός ότι επιγράφονταν ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, να φέρουν τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και να συνιστούν για τον καθένα μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι το εναγόμενο μετά τη λήξη των ως άνω συμβάσεών τους αρνείται να δεχθεί τη συνέχιση της εργασίας τους και έτσι κατάγγειλε σιωπηρά τις συμβάσεις εργασίας τους, η δε καταγγελία αυτή είναι άκυρη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν: α) να αναγνωριστεί ότι για καθέναν από αυτούς υφίσταται έναντι του εναγόμενου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των εν λόγω υπηρεσιών τους, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον καθένα από αυτούς χρηματικά ποσά, ως διαφορές μεταξύ των όσων σύμφωνα με τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που στην πραγματικότητα τους συνέδεαν με αυτούς, έπρεπε να τους καταβληθούν για μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας και καταβάλλονταν κατά νόμο στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου, που εκτελούσε ίσης αξίας εργασία, και των όσων τους καταβλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα διάρκειας των συμβάσεών τους, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής, κυρίως από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως με βάση την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως επικουρικώς, για την περίπτωση που οι υποκρυπτόμενες των συμβάσεων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας κριθούν άκυρες, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον υπήρχε για τον καθένα απλή σχέση εργασίας, κατά το ποσό δε αυτό ωφελήθηκε (το εναγόμενο) από την αποδοχή και την αξιοποίηση των υπηρεσιών τους, αφού θα αναγκαζόταν να το καταβάλει σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και ε) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον καθένα από αυτούς χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση απόλυσης, λόγω της άκυρης απόλυσής τους, και επικουρικά τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ακολούθως οι ενάγοντες, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μετέτρεψαν σε αναγνωριστικό το αίτημα της αγωγής τους για καταβολή μισθών υπερημερίας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 1731/2014 απόφασή του α) απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής ως μη νόμιμη και β) αφού δέχθηκε την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, ως νόμιμη, και ουσιαστικά βάσιμη υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εκατέρωθεν οι προαναφερόμενες αντίθετες εφέσεις. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εκκαλούντων-εναγόντων, κρίνοντας ότι δεν είναι νόμιμη η αγωγή ως προς την κύρια βάση της από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας και αφού δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ερεύνησε αυτήν κατ' ουσίαν και με αναφορά σε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της ουσιαστικής βασιμότητας της ως άνω επικουρικής βάσης της αγωγής τα ακόλουθα: "Δυνάμει εγγράφων συμφωνητικών συνεργασίας, που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ (stage) μεταξύ καθενός από τους 1η, 2η , 3η, 4η , 5η, 7η, 8ο, 9ο, 11η 13ο και 14η των εναγόντων, ήδη εκκαλούντων-εφεσίβλητων, αφενός και του πρώτου εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και του ΟΑΕΔ αφετέρου, οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες του πρώτου εναγόμενου, που αναφέρονται στα άνω συμφωνητικά ως "Φορέας Υλοποίησης", ως διοικητικοί υπάλληλοι και συγκεκριμένα στην κατηγορία ΔΕ (δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), ΤΕ (τεχνολογικής εκπαίδευσης) και ΠΕ (πανεπιστημιακής εκπαίδευσης), προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο, με ωράριο που δεν θα υπερέβαινε τις 7 ώρες την ημέρα, από Δευτέρα έως Παρασκευή. Η διάρκεια των συμφωνητικών ορίστηκε δεκαοκτάμηνη και συγκεκριμένα για την 1η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-1η ενάγουσα από 7-9-2009 μέχρι 6-3-2011, για τη 2η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-2η ενάγουσα από 7-9-2009 μέχρι 6-3-2011, για την 3η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-3η ενάγουσα από 3-8-2009 έως 2-2-2011, για την 4η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-4η ενάγουσα από 20-7-2009 έως 19-1-2011, για την 5η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-5η ενάγουσα από 17-8-2009 έως 16-2-2011, για την 6η εκκαλούσα- εφεσίβλητη 7η ενάγουσα από 10-8-2009 έως 9-2-2011, για τον 7° εκκαλούντα- εφεσίβλητο-8° ενάγοντα από 11-8-2009 έως 10-2-2011, για τον 8° εκκαλούντα-εφεσίβλητο-9° ενάγοντα από 11-8-2009 έως 10-2-2011, για την 9η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-11η ενάγουσα από 17-8-2009 έως 16-2-2011 για τον 10ο εκκαλούντα εφεσίβλητο - 13ο ενάγοντα από 10-8-2009 έως 9-2-2011 και για την 11η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-14η ενάγουσα από 10-8-2009 έως 9-2-2011. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά τα αναγραφόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, ότι δηλαδή σκοπός ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε η παροχή εργασίας στις υπηρεσίες του εναγόμενου, καθόσον όλοι οι ενάγοντες απασχολούνταν όχι ως μαθητευόμενοι, αλλά με τους ίδιους όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, τελούσαν δε υπό τις ίδιες δεσμευτικές οδηγίες του άνω εναγόμενου σε σχέση με τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους. Ειδικότερα οι ενάγοντες μετέβαιναν καθημερινά, από Δευτέρα έως Παρασκευή, στις υπηρεσίες της πρώτης εναγόμενης (ορθώς του πρώτου εναγόμενου) και παρείχαν εργασία με πλήρες ωράριο, υπό τις εντολές και οδηγίες του προϊσταμένου της υπηρεσίας που ο καθένας απασχολούταν. Επομένως, οι επίδικες συμβάσεις, έστω και εάν επιγράφονταν ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρες, λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του νόμου, {......}, με συνέπεια να δημιουργείται για καθένα των εναγόντων απλή σχέση εργασίας και να δικαιούνται αυτοί, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκαν στο εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τη νόμιμη αμοιβή που το τελευταίο θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες". Ακολούθως με την προσβαλλόμενη απόφαση υπολογίστηκαν οι οφειλόμενες μισθολογικές αποδοχές, τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και οι αποδοχές και το επίδομα αδείας κάθε ενάγοντος, διαφοροποιήθηκε δε η κρίση του Εφετείου από αυτήν του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τον υπολογισμό των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας σύμφωνα με τις μειώσεις που επήλθαν με το άρθρο τρίτο παρ. 6 του Ν. 3845/2010 και αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον 5ο λόγο έφεσης του εναγόμενου, κατά το οικείο σκέλος του, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στους παραπάνω ενάγοντες-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους, τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, τον υπολογισμό δε αυτό δεν προσβάλλει το αναιρεσείον. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 παρ.1 εδ.α' και 908 εδ.α' ΑΚ και εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις 648 επ. ΑΚ του α.ν. 765/1943, παρ.8 του Συντάγματος, του π.δ/τος 164/2004, και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας, κρίνοντας νόμιμη την ερειδόμενη στις ως άνω διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικουρική βάση της αγωγής, επικαλούμενο, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, που είναι κατά νόμο αναγκαίες για την εφαρμογή τους, καθόσον οι ενάγοντες, που προσλήφθηκαν στο Δημόσιο με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας-συμφωνητικά συνεργασίας staze, δεν δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού αποδοχές πέραν αυτών που έχουν καθοριστεί με τα συμφωνητικά συνεργασίας, ούτε δικαιούνταν να λάβουν επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στις ορισθείσες με τα συμφωνητικά αμοιβές τους, αφού οι εν λόγω συμβάσεις μαθητείας ήταν έγκυρες και ο φορέας απασχόλησης-Δημόσιο δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζόμενου στη θέση στην οποία απασχόλησε τον μαθητευόμενο και δεν θα απασχολούσε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας, ώστε να αποκομίσει ωφέλεια, Όπως, προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές το Εφετείο που δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη κατά την επικουρική της βάση, λόγω απασχόλησης από το εναγόμενο με άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας των προσληφθέντων ανέργων - εναγόντων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α και 908 εδ α' ΑΚ., 20§15 ν.2639/1998 και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.8 του Συντάγματος, του π.δ/τος 164/2004,και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας, με τη μη εφαρμογή τους. αφού από τα προεκτιθέμενα στην αγωγή, προκύπτει ότι η σύμβαση μαθητείας των εναγόντων λειτούργησε στην πραγματικότητα ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και με το επικουρικό της αίτημα αυτοί ζητούσαν να τους επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας) κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθόσον, εάν ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας των εναγόντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων) ήταν άκυρη, το εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας αυτών κατά τα ποσά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες. Σύμφωνα δε και με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις επί των ως άνω ακύρων συμβάσεων εργασίας, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον ο πλουτισμός γεννάται από αυτή καθεαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα εργασία προς όφελος του εργοδότη, δεν επηρεάζει δε τη νομική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ.4/2021). Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο στις προεκτιθέμενες παραδοχές του, δεν αιτιολογεί επαρκώς τον χαρακτήρα των συμβάσεων των εναγόντων ως άκυρων συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας και αντιφατικά κρίνει στη σελίδα 6 της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "..η σύμβαση καθενός εξ αυτών κατά τα εκτιθέμενα αποτελεί γνήσια σύμβαση μαθητείας, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας...." και στη σελίδα 8 ότι "...οι επίδικες συμβάσεις λειτούργησαν ως συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, πλην όμως άκυρες ....με συνέπεια να δημιουργείται για καθένα των εναγόντων απλή σχέση εργασίας και να δικαιούνται αυτοί κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού τη νόμιμη αμοιβή που το εναγόμενο θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο....", καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις εν λόγω ουσιαστικου δικαίου διατάξεις. Όπως όμως προκύπτει. από τις προεκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και εννοιολογικά κενά αιτιολογίες, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού προέβη, βάσει των αναλυτικώς εκτιθέμενων περιστατικών, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων των εναγόντων με το εναγόμενο ως άκυρων σχέσεων εξαρτημένης εργασίας, δεχόμενο σύμφωνα με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, ότι παρά τα αναγραφόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, ότι σκοπός της απασχόλησης των εναγόντων ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αυτών, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε παροχή εργασίας στις υπηρεσίες του εναγόμενου, την οποία παρείχαν με τους ίδιους όρους με τους μόνιμους υπαλλήλους στις Διευθύνσεις του Υπουργείου Εξωτερικών και στην πραγματικότητα οι επίδικες συμβάσεις λειτούργησαν ως απλές σχέσεις εργασίας, από τις οποίες οι ενάγοντες εδικαιούντο να λάβουν τις οφειλόμενες μισθολογικές αποδοχές κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον τις αποδοχές των δώρων εορτών του επιδόματος αδείας και των αποδοχών αδείας εδικαιούντο να λάβουν ευθέως εκ του νόμου ήτοι από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Εξάλλου, η κρίση του Εφετείου, ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφορά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής από τις διατάξεις της έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως μη νόμιμης, δεν αποτελεί ουσιαστική παραδοχή, υπό την έννοια του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συνεπώς δεν επηρεάζει τις ουσιαστικές παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν την αναιρετικά πληττόμενη επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατόπιν αυτών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα. Με τη διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (Α` 65/24.4.2019), υπό τον τίτλο "Τοκοφορία οφειλών του Δημοσίου", ορίζεται ότι : "1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για : α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. ... 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος" και στο άρθρο 79 ότι : "Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του" (ΑΠ 384/2022). Δεδομένων των ρυθμίσεων των ως άνω διατάξεων, οι οποίες είναι εφαρμοστέες σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις ανεξαρτήτως βαθμού και σταδίου για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται από 1.5.2019 (1η του επόμενου της δημοσίευσης μήνα) και εξής, μη νομίμως με την προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίστηκε το ύψος του καταβλητέου επιτοκίου σε 6% για το χρονικό διάστημα από 1η.5.2019 και εφεξής, ενώ το επιτόκιο θα έπρεπε, για το διάστημα από την ως άνω ημερομηνία και εξής, να προσδιοριστεί σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη, Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της εφέσεως κατά αποφάσεως που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υποθέσεως, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 2/2020, 7 και 8/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κρατήθηκε η υπόθεση προς κρίση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, με το νόμιμο τόκο 6% από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Η συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έγινε στις 13-11-2018 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 27-9-2019. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, ενόψει του ότι η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής στις 24-4-2019, που έλαβε χώρα η δημοσίευση του ν. 4607/2019 στην ΕτΚ (άρθρο 79 του ν. αυτού) και το ίδιο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όφειλε, ενόψει των ως άνω ρυθμίσεων του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, με το οποίο μεταβλήθηκε το ποσοστό του τόκου που οφείλει το Δημόσιο, εφαρμοζομένης της ρύθμισης αυτής από 1-5-2019 και συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει τις νέες διατάξεις του ν. 4607/2019 και να ορίσει ότι από την 1-5-2019 και μέχρι την εξόφληση, το επιτόκιο υπολογίζεται σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 του ν. 4607/2019. Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας κατά τα παραπάνω αντίθετα και υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% ετησίως, για το τμήμα της εν λόγω αξίωσης τόκων, που ανάγεται σε χρόνο μετά τον πρώτο μήνα της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι μετά την 1.5.2019 έως την εξόφληση, παραβίασε (με τη μη εφαρμογή τους) τις ως άνω διατάξεις του ν. 4607/2019, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ. Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί παραβίασης των διατάξεων του ν. 4607/2019 είναι βάσιμος. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά, αφού στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για σφάλμα του δικαστηρίου που δε μπορούσε να γνωρίζει το αναιρεσείον πριν τη δημοσίευση της αποφάσεως (άρθρο 562 παρ. 2 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω μέρος της, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων. Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί από το Τμήμα τούτο, να ορισθεί το επιτόκιο των επιδικασθέντων ως οφειλομένων ποσών σε ποσοστό 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι της 30ης Απριλίου 2019 και κατά το άρθρο 45 παρ.1 του ν.4507/2019 οριζόμενο επιτόκιο από της 1ης Μαΐου 2019 μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας εκάστου διαδίκου (άρθρο άρθρου 22 παρ.2 εδ. β του Ν. 3693/1957). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-9-2021 και με αριθμ. καταθ. 7427/921/27-9-2021 αίτησης αναίρεσης, ως προς τον δέκατο αναιρεσίβλητο…. Αναιρεί την υπ' αριθ. 5450/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Κρατεί και εκδικάζει την υπόθεση. Ορίζει το επιτόκιο των επιδικασθέντων ως οφειλομένων ποσών σε ποσοστό 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι της 30ης Απριλίου 2019 και κατά το άρθρο 45 παρ.1 του ν.4507/2019 οριζόμενο επιτόκιο από της 1ης Μαΐου 2019 μέχρι εξοφλήσεως. Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ