Αριθμός 831/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του αρχαιότερου Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "Αδελφότης του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Αγίας Σκέπης Πανίου Όρους" και έδρα την ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντο Θεοδωρόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Σταυροπηγιακής και Κοινοβιακής Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου, που έχει έδρα το ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διογένη Καραγιαννακίδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4293/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 5077/2005 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 153/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5077/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την 1433/2010 απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10/6/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 26/11/2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, δυνάμενο να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στον δικονομικό δίκαιο. Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν εφικτή λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό του περιεχόμενο. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε, δυνάμενο να τα εκτιμήσει διαφορετικά, υπάγοντας αυτά, σε άλλον κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε η αναιρεθείσα απόφαση, οπότε στην τελευταία περίπτωση, εάν το δικαστήριο υποπέσει σε σφάλμα περί την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής διατάξεως η απόφασή του ελέγχεται αναιρετικώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αριθμό 18 του ίδιου άρθρου (Α.Π. 319/2012, Α.Π. 698/2012, Α.Π. 511/2011, Α.Π. 1386/2007). Περαιτέρω κατά το άρθρο 579 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, οι διάδικοι επανέρχονται δικονομικώς, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, στην κατά το χρόνο της τελευταίας συζητήσεως κατάσταση. Η προ της αποφάσεως αυτής διαδικασία ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στη παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Εάν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του Εφετείου, με την αναίρεσή της αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχτεί την έφεση και θα εξαφανίσει την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, είτε θα την απορρίψει, επικυρώνοντας αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12/3/2002 αγωγή κατά του Φ. ή Φ. Π. (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) και της αναιρεσείουσας, με την οποία εζήτησε την αναγνώριση α) της ακυρότητος της από 1/1/1977 ιδιογράφου διαθήκης, συνταγείσας υπό του στην Σταυροπηγιάκη Ιερά Κοινοβιακή Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους (αναιρεσιβλήτου) εγκαταβιώσαντος μοναχού Γ. αποχωρήσαντος από αυτήν άνευ απολυτηρίου κατά το έτος 1937 β) του κληρονομικού της δικαιώματος επί της υπ' αυτού καταλειφθείσας περιουσίας, αποβιώσαντος την 14/4/1979 και γ) την απόδοσή της σ' αυτήν, κατεχόμενη από την αναιρεσείουσα pro herede. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ.αρ. 4293/2004 απόφαση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 8/11/2004 έφεση. Το Εφετείο Αθηνών με την 5077/2005 απόφασή του, απέρριψε την εν λόγω έφεση, επικυρώνοντας την εκκληθείσα ως άνω απόφαση. Η απόφαση αυτή, κατόπιν ασκήσεως της από 25/10/2005 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 18/7/2008 προσθέτων αυτής λόγων από την αναιρεσείουσα, αναιρέθηκε με την υπ.αρ. 153/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου για τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αρ. 8β και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγους και στη συνέχεια η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Εφετείο Αθηνών, προς περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας στο ίδιο δικαστήριο. Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα εκτιθέμενα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν την ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικότητας του ασκουμένου επιδίκου δικαιώματος της ενάγουσας και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και για τις κρίσιμες παραδοχές της εν λόγω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που παρέθεσε στην αναιρεθείσα ως άνω απόφασή του, εδέχθη ότι με τις αιτιολογίες αυτές η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως όσον αφορά την υπό της αναιρεσείουσας προταθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη και την κρίση του για την αναίρεσή της θεμελίωσε στο ότι στην απόφαση αυτή το Εφετείο δεν περιέλαβε καθόλου αιτιολογίες, αναφορικώς με τις συγκεκριμένες ενέργειες, στις οποίες προέβη η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από του χρόνου ματαιώσεως της συζητήσεώς, της κατά το έτος 1985 ασκηθείσης προηγούμενης αγωγής έως και του χρόνου ασκήσεως της ενδίκου αγωγής της, οι όποιες ενέργειες δικαιολογούν την κρίση ότι η ενάγουσα δεν αδράνησε στην άσκηση της ενδίκου αξιώσεώς της, καθώς και για τη μη συνδρομή των ειδικών περιστάσεων, συνδεομένων με την προηγούμενη συμπεριφορά των εκπροσώπων της ενάγουσας. Περαιτέρω το Εφετείο, εκδικάζοντας πλέον την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 54293/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι επανήλθαν, μετά την αναίρεση της αποφάσεως που είχε εκδοθεί επί της εφέσεως, κατά το άρθρο, 579 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κρίνοντας καταφατικώς μεν περί του νόμω και ουσία υποστατού του ασκουμένου αγωγικού δικαιώματος, αποφατικώς δε περί του υποστατού της προταθείσας ενστάσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, επιστηρίζον την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως στην παραδοχή διαφορετικών περιστατικών πέραν των δεκτώς γενομένων από την προηγούμενη (αναιρεθείσα) απόφασή του, με βάση τα οποία κρίθηκε, με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου η έλλειψη νομίμου βάσεως. Επομένως το Εφετείο, κρίνοντας την έφεση της αναιρεσείουσας ως προς όλους τους λόγους ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή ως "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας (Ολ.Α.Π. 11/1996). Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι έφεσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ' αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Δεν συνιστούν όμως πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ. ή πραγματικά ή νομικά αυτών επιχειρήματα που αντλούν από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή από το νόμο (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 17/2012, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 701/2008). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από άρθρα 520, 525 και 527 του Κ.Πολ.Δ., οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει κάποιος λόγος από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος συγχωρεί την βραδεία προβολή τους, πρέπει για να είναι παραδεκτοί στην έκκλητη δίκη, ως λόγοι αποσκοπούντες στην εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, να προτείνονται με το εφετήριο ή με πρόσθετο λόγο εφέσεως που ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο σε όποιες διαδικασίες το τελευταίο απαιτείται κατά νόμο. Στην προκειμένη υπόθεση με τους δεύτερο και πέμπτο κατά ένα μέρος λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο ουσιώδεις, κατά τους λόγους αυτούς ισχυρισμούς, που η αναιρεσείουσα πρόβαλε ενώπιον του Εφετείου με τις έγγραφες προτάσεις της. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, εφόσον, ρητώς αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο ουσιώδεις ισχυρισμοί, προβλήθηκαν στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις και όχι με λόγο εφέσεως ή των προσθέτων αυτής λόγων, είναι απαράδεκτοι. Παρεκτός του ότι όλοι οι στο αναιρετήριο αναφερόμενοι ισχυρισμοί, οι οποίοι, κατά τους αναιρετικούς αυτούς λόγους, δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο όπως ότι "δε διαθέτει έρεισμα η άποψη της εναγούσης ότι έχει κληρονομικά εξ' αδιαθέτου δικαιώματα επί της περιουσίας του Ιερομονάχου Γοργία, ότι αυτός εγκατέλειψε την αναιρεσίβλητη το έτος 1937 δια λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, διαγραφείς έκτοτε από το μοναχολόγιο της αναιρεσιβλήτου, προσχωρήσας έκτοτε στην Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (Παλαιοημερολογιτών), μη συνιστώσα αίρεση, ότι με ίδια χρήματα απέκτησε την στην αγωγή αναφερόμενη ακίνητη περιουσία μετά την εν λόγω αποχώρησή του, είναι δε "αδιανόητο η αναιρεσίβλητη να ιδιοποιηθεί και καρπωθεί την περιουσία του μετά την αποχώρησή του και την προσχώρησή του στην άνω Εκκλησία", ότι η πρόσκτηση της κληρονομικής ιδιότητας της αναιρεσίβλητης στην επίδικη διαφορά με βάση τις διατάξεις του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους, αντιβαίνουν στις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ που προστατεύουν την ανθρώπινη ελευθερία, την προσωπικότητα του ατόμου και την περιουσία του, καθώς και ότι "το περιεχόμενο της αλληλογραφίας μεταξύ του άνω μοναχού και της αναιρεσιβλήτου Ιεράς Μονής", δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά άρνηση της αγωγής, καθώς και πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, γι' αυτό και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε αυτούς τους ισχυρισμούς δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο. Επειδή, κατά το άρθρο 105 παρ.1 και 3 του Συντάγματος η Χερσόνησος του Άθω, από της Μεγάλης Βίγλας και πέρα, η οποία αποτελεί την περιοχή του Αγίου όρους, είναι σύμφωνα με το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, του οποίου η κυριαρχία πάνω σ' αυτό παραμένει άθικτη, ο δε λεπτομερής καθορισμός των αγιορειτικών καθεστώτων και του τρόπου της λειτουργίας τους, γίνεται από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου όρους, τον οποίο, με σύμπραξη των αντιπροσώπων του Κράτους, συντάσσουν και ψηφίζουν οι είκοσι Ιερές Μονές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 101 του από 10 Μαΐου 1924 Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους (Κ.Χ.Α.Ο.), που κυρώθηκε από το Ν.Δ. της 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 (ΦΕΚ 309Α') και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 99 του Εισαγωγικού αυτού Νόμου, κάθε περιουσία που απέκτησε ο μοναχός, μετά την, κατά τους Θείους Ιερούς Κανόνες δια της μοναχικής κουράς, πρόσκτηση της ιδιότητος του μοναχού και εγκαταβιούντος σε κάποια από τις Ιερές Μονές που απαρτίζουν την Ιερά Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους, περιέρχεται στην οικεία αυτού μόνη της μετανοίας του, οπουδήποτε και αν αυτός αποβιώσει και αν ακόμη αυτός απεχώρησε από την Μονή αυθαιρέτως, δηλαδή όχι νομίμως, άνευ απολυτηρίου της μονής του. Η μετά την πρόσκτηση της μοναχικής ιδιότητος κτηθείσα περιουσία του μοναχού διέπεται αποκλειστικώς από τις άνω διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο. και όχι από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικος. Η ανωτέρω ρύθμιση, περί της κληρονομικής διαδοχής των μοναχών του Αγίου Όρους, συμπλέει και προς το σύνολο των ιερών κανόνων και των παραδόσεων της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, που έχουν επαυξημένη τυπική δύναμη, κατά το άρθρο 3 του ισχύοντος Συντάγματος, λόγο της ρητής στους εν λόγω κανόνες και διατάξεις γινομένης υπό του Κ.Χ.Α.Ο. παραπομπής, δια της διατάξεως του άρθρου 188, που ορίζει ότι ο εν λόγω καταστατικός χάρτης απορρέει "εκ των αυτοκρατορικών χρυσοβούλων τε και τυπικών, πατριαρχικών σιγιλλίων, σουλτανικών φιρμανίων, ισχυόντων γενικών κανονισμών και αρχαιοτάτων μοναχικών θεσμών και καθεστώτων". Σύμφωνα δε με τους εν λόγω Ιερούς Κανόνες και Ιερές Παραδόσεις, ο μοναχός διά της κουράς του, υποβάλλεται, εκουσίως, στην κατάσταση της υπακοής και της ακτημοσύνης (πενίας), υπαγόμενος έκτοτε υπό την κανονική εξουσία της μονής, την οποία εγκαταβιώνει, η δε δια της κουράς δημιουργούμενη μοναχική κατάσταση παραμένει αναλλοίωτη και μετά την άνευ απολυτηρίου αποχώρηση εκ της μονής, μη απαλλασομένου της στην ιερή μονή της μετανοίας του, υπεξουσιότητας. Εξαίρεση, από τα ανωτέρω ισχύει μόνον προκειμένου περί μοναχών που αποχωρούν από την Ιερή Μόνη, χειροτονούμενοι επίσκοποι, λόγω διαταγής της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής, οπότε, καθίσταται περιττή η έκδοση από την ανωτέρω Ιερά Μονή του υπό του άρθρου 103 του Κ.Χ.Α.Ο. προβλεπόμενου απολυτηρίου, δεδομένου ότι η εξ αυτής αποχώρησή του έγινε με βάση διαταγή της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής, υπό τη Κανονική Διοικητική Εξουσία της οποίας τελεί η μόνη και για τον λόγο αυτό ο αποχωρήσας μοναχός, χωρίς να χάνει τη μοναχική του ιδιότητα, απαλλάσσεται μόνο της, στην ιερή μονή υπεξουσιότητας και εντεύθεν οι εξ' αυτής συνέπειες, όπως οι υπό του μοναχού δοθείσες επαγγελίες της υπακοής και της ακτημοσύνης, ως εντελώς ασυμβίβαστοι προς το βαθμό της Αρχιερωσύνης, στον οποίο προήχθη ο μοναχός, ατονούν (Κανών Β' της εν Αγία Σοφία Συνόδου (ΣΒ707)). Η ως άνω δε υπό του καταστατικού χάρτου προβλεπόμενη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής των μοναχών, στην οποία περιλαμβάνεται και η περίπτωση που αυτοί εγκατέλειψαν τη Μονή της μετανοίας των αυθαιρέτως, άνευ απολυτηρίου, δεν αντιβαίνει : α) στις διατάξεις του άρθρου 5 του Συντάγματος που προστατεύει την οικονομική ελευθερία του ατόμου, στην οποία εντάσσεται και η ελευθερία διαθέσεως της περιουσίας με διάταξη τελευταίας βουλήσεως β) στις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1 του Συντάγματος που προστατεύει την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως και γενικότερα τη θρησκευτική ελευθερία, περιλαμβάνουσα την ελευθερία επιλογής θρησκείας, την ελευθερία της μεταβολής των θρησκευτικών πεποιθήσεων ή και την ελευθερία να μην πρεσβεύει κάποιος οποιαδήποτε θρησκεία και γ) στις διατάξεις του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ. Τούτο δε γιατί ο μοναχός που υπέστη την μοναχική κουρά και ενεγράφη στο οικείο μοναχολόγιο, εκουσίως υπεβλήθη στο ιδιαίτερο νομικό και κανονικό καθεστώς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, στο οποίο, συνταγματικώς κατοχυρούμενο, εξακολουθεί να υπάγεται, ενόσω δεν απέβαλε την ιδιότητα του μοναχού. Ενόψει δε της προδιαληφθείσας ρυθμίσεως της κληρονομικής διαδοχής του μοναχού του Αγίου Όρους, η υπ' αυτού δια διαθήκης γενόμενη διάθεση της περιουσίας του που απέκτησε μετά την κτήση της μοναχική του ιδιότητας, ως αντικειμένη σε κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 175 ΑΚ άκυρη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, επί δε διεκδικητικής ή περί κλήρου αγωγής από τότε που ο διεκδικών απέκτησε το δικαίωμά του. Τέλος, κατά το άρθρο 559 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάσθηκε κάνοντας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις παραδοχές του, η εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 18,30/1997). Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τον προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής πραγματικά περιστατικά "Στις 14 Απριλίου του έτους 1979, απεβίωσε στη ... ο μοναχός ..., κατά κόσμον Γ. Ε. Κ., ο οποίος κατοικούσε στο εκεί Ησυχαστήριο επ' ονόματι Παναγία Ελεούσα, Άξιον Εστί. Ο μοναχός αυτός προσήλθε στην ενάγουσα Μονή του Αγίου Όρους και μετά από σχετική δοκιμασία εκάρη, σύμφωνα με τους Θείους Ιερούς, Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες μοναχός, το έτος 1926. Από τότε ανήκε, ως Αγιορείτης μοναχός, στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου Αγίου Όρους, καταχωρημένος στο μοναχολόγιό της με στοιχεία 420/1/61, όπου εμόνασε μέχρι το έτος 1937, οπότε αποχώρησε από τη μονή αυτή για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως. Ακολούθως, εγκαταστάθηκε στο άνω Ησυχαστήριο Άξιον Εστί, που έχει έκταση σαράντα [40] περίπου στρέμματα και επ' αυτού κτίσματα, διώροφο εντευκτήριο οίκο, αίθουσες και παρεκκλήσια, τα οποία αυτός απέκτησε με αγορά και συνένωση δύο μικρότερων αγρών, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11-2-1937 συμβολαίου αγοράς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αποστολάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου, όλου δε του ακινήτου με συνεχή και αδιάκοπη διάνοια κυρίου, έκτοτε και μέχρι του θανάτου του, νομή του, επί χρόνο κατά πολύ μεγαλύτερο της 20ετίας. Εξάλλου δυνάμει των υπ' αριθμόν .../1953 και .../1953 συμβολαίων αγοράς των Συμβολαιογράφων Λαυρίου Π. Τσιώκα και Σπ. Καβέτσου, τα οποία μεταγράφτηκαν νόμιμα, ο θανών αγόρασε έναν αγρό, εκτάσεως τεσσάρων [4] περίπου στρεμμάτων, που προήλθε από συνένωση δύο μικρότερων τμημάτων εμβαδού 1 και 1/2 και 2 και 1/2 στρεμμάτων αντιστοίχως και δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1956 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Λαυρίου Σπ. Καβέτσου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, έναν αγρό εκτάσεως 1 και 1/2 στρέμματος περίπου. Τα ακίνητα αυτά βρίσκονται στη θέση ... του Δήμου Κερατέας Αττικής και μεταβιβάστηκαν σε αυτόν, κατά κυριότητα, από τους αληθείς κυρίους τους. Η Ιερά Σύναξη εν απαρτία σε Δικαστική Συνεδρία της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, με την υπ' αριθμ. ΝΓ'/4-3-1948 απόφασή της, αποφάσισε να παραλάβει την Καλύβην Αγία Τριάς του μοναχού Γ. και να διαγράψει αυτόν εκ του Ομολόγου της εν λόγω Καλύβης και του Μοναχολογίου, σύμφωνα με το άρθρο 132 του Κ.Χ του Αγίου Όρους, λόγω αδικαιολόγητης απουσίας του από τη Σκήτη, επί σειρά ετών. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον θανόντα. Όμως αυτός δεν διαγράφηκε ποτέ από το μοναχολόγιο της ενάγουσας Μονής Μεγίστης Λαύρας, ούτε έλαβε ποτέ απολυτήριο απ' αυτή, όπως προκύπτει από το, με αριθμό 757/23-12-2001 πιστοποιητικό της μονής. Σε αλληλογραφία, που είχε ο θανών επί σειρά ετών, από την αποχώρησή του μέχρι του θανάτου του, με την μονή εγκαταβιώσεώς του, ελάμβανε οδηγίες για την διευθέτηση των υποθέσεών του, ζητούσε άδεια απ' αυτήν για να κείρει μοναχούς, δόκιμους μοναχούς τους οποίους είχε στη συνοδεία του και για τους οποίους επίσης είχε ζητήσει άδεια να τους έχει κοντά του ως δόκιμους, άδεια προς μετάβαση μοναχού στο εξωτερικό για θεραπευτικούς λόγους, ζητούσε τον εφοδιασμό ταυτοτήτων των μοναχών της Ιεράς Μονής στην οποία ανήκουν, ενώ η ενάγουσα ζητούσε την αποστολή μοναχολογίου, στο οποίο να αναφέρονται άπαντες οι μοναχοί, χορηγούσε στους μοναχούς πιστοποιητικά και ταυτότητες και αποφάσιζε για θέματα που αφορούσαν τα Ησυχαστήρια. Ο θανών υπέγραφε την αλληλογραφία ως ο Οικονόμος των Ημετέρων Ησυχαστηρίων, ενέργειες από τις οποίες αποδεικνύεται μία σχέση πλήρους εξάρτησης του θανόντος από την ενάγουσα Ιερά Μονή, δεδομένου ότι ο θανών θεωρούσε τον εαυτόν του μοναχό Λαυριώτη, που ανήκε σ' αυτήν. Η ενάγουσα είχε χορηγήσει σε αυτόν, κατά το έτος 1975, νέο Ομόλογο, αντί εκείνου από το οποίο διαγράφηκε, το έτος 1948. Στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο θανών είχε διενέξεις με την ενάγουσα Ιερά Μονή, ως μέσο πίεσης προς αυτήν, ζητούσε να του χορηγηθεί απολυτήριο. Ο θανών Αγιορείτης μοναχός ..., συνέταξε την από 1-1-1977 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τα υπ. αριθμ.1411/31-5-1979 πρακτικά του. Με αυτή εγκατέστησε κληρονόμους στην περιουσία του τον μεν Φ. ή Φ. Π., ιερομόναχο επί του Ησυχαστηρίου Άξιον Εστί, ο οποίος δεν είναι πλέον διάδικος, την δε Αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Αγίας Σκέπης Πανίου Όρους Κερατέας Αττικής επί των δύο ελαιοπεριβόλων του στην ... . Ο μοναχός ..., ο οποίος απεβίωσε στις 14-4-1979, εξακολουθούσε να είναι γραμμένος στο μοναχολόγιο της ενάγουσας Ιεράς Μονής, χωρίς μέχρι τον χρόνο του θανάτου του να έχει λάβει απολυτήριο από αυτή. Η κατά το έτος 1937 αποχώρησή του από την ενάγουσα δεν έγινε νόμιμα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα και γι' αυτό η περιουσία που απέκτησε ο μοναχός αυτός μετά την κουρά του, περιέρχεται στην ενάγουσα Ιερά Μονή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, απεβίωσε χωρίς να λάβει απολυτήριο από αυτή, μονή εγκαταβιώσεώς του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ενάγουσα είναι κληρονόμος του θανόντος εκ του νόμου, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες ο θανών μοναχός, στερείτο της εξουσίας διαθέσεως της περιουσίας που απέκτησε μετά την κουρά του, η οποία περιέρχεται στην Μονή του Αγίου Όρους και επομένως η γενομένη με την ως άνω διαθήκη, διάθεση της περιουσίας του αυτής, όπως και η ίδια η διαθήκη, της οποίας το περιεχόμενο προσκρούει στις ως άνω δημοσίας τάξεως διατάξεις, είναι άκυρη. Το εκκαλούν Σωματείο με την επωνυμία Αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Αγίας Σκέπης Πανίου Όρους, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι η ενάγουσα έχει κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του μοναχού Γόρδιου, στηριζόμενο στο άρθρο 101 του Κ.Χ.Α.Ο του Αγίου Όρους, οπωσδήποτε το δικαίωμα αυτό, ασκούμενο μετά από 23 χρόνια από τον θάνατό του, 54 ολόκληρα χρόνια από τη διαγραφή του και μετά από 17 χρόνια από την έγερση της προγενέστερης αγωγής εναντίον του, από την οποία η αντίδικός του παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, είχαν δημιουργήσει, τόσο στον διαθέτη όσο και σ' αυτό, την ακράδαντο πεποίθηση, ότι δεν θα επιχειρήσει πλέον αυτή την ακύρωση της διαθήκης, αντιθέτως θα σεβαστεί τη βούληση του διαθέτη. Ότι η ενάγουσα μέχρι τον θάνατο του ηγουμένου της Αθανασίου, τον Οκτώβριο του 1984, αναγνώριζε πλήρως την διαθήκη και σεβόταν το κύρος της και για το λόγο αυτό δεν είχε ενοχλήσει την αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου της Αγίας Σκέπης, με διεκδικήσεις. Το αυτό πίστευε το εκκαλούν, μετά τη ματαίωση της προγενέστερης αγωγής εναντίον του, διότι θεώρησε δεδομένο ότι μετά την προσκόμιση των σχετικών εγγράφων, η αντίδικός του θα απείχε από την άδικη σε βάρος του διεκδίκηση, πεποίθηση την οποία ενίσχυε η γνώση της διαγραφής του διαθέτη από το μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους από το έτος 1948 . Πλην όμως 17 έτη μετά την ματαίωση της αγωγής της, η ενάγουσα-εφεσίβλητη επιχειρεί εκ νέου να αποκτήσει κτήματα που δεν δικαιούται, εγείροντας την κρινόμενη αγωγή και ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της, έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ και πρέπει εκ του λόγου τούτου, να απορριφθεί η αγωγή της. Η ένσταση αυτή, προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την οποία νομίμως επαναφέρει το εκκαλούν στο Εφετείο, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η ενάγουσα Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, προέβη εξ αρχής, ως νόμιμη κληρονόμος, σε όλες τις ενέργειες και αποδέχθηκε την κληρονομία του ιερομονάχου Γόρδιου, με την υπ. αριθμ. .../18-9-1984 πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σαρρή-Παπουτσιδάκη, που μεταγράφτηκε νόμιμα στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Αχαρνών. Στη συνέχεια άσκησε την από 28-1-1985 αγωγή, με το ίδιο με την κρινόμενη, περιεχόμενο, η δε απόφαση περί ασκήσεως αυτής, είχε ληφθεί ζώντος του Ηγουμένου της Αθανασίου, ο οποίος με το υπ' αριθμ. .../30-9-1983 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, έδωσε εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας Μιχαήλ Φράγκο, να ασκήσει την παραπάνω αγωγή, διεκδικώντας την κληρονομιαία περιουσία του αδελφού τους Γ. Ιερομόναχου. Από το δικόγραφο της αγωγής αυτής, η ενάγουσα παραιτήθηκε ενόψει του ότι, οι εναγόμενοι Ιερομόναχος Φ. και το εδρεύον στην ... Σωματείο, με την επωνυμία Αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγιάς Αγίας Σκέπης Πανίου Όρους Κερατέας Αττικής, ζήτησαν από την ενάγουσα, να σταματήσει τις κατ' αυτών διεκδικήσεις με αγωγές και να παραμείνουν αυτοί (εναγόμενοι) στη χρήση μόνο των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων του ιερομονάχου Γ., ως εκπρόσωποι της Ι.Μ.Μ. Λαύρας, όπως μέχρι τότε ήταν και αναγνώρισαν την επί της κληρονομιαίας περιουσίας κυριότητα της ενάγουσας, η οποία, δεχθείσα το αίτημα αυτό, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αρχικά ασκηθείσας, από 28-1-1985 αγωγής, κατά των εναγομένων Φ. ή Φ. Π. και της αδελφότητας του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγιάς Αγίας Σκέπης. Η ενάγουσα Ι.Μ.Μ.Λαύρας του Αγίου Αθανασίου, δεν έπαψε ποτέ να δηλώνει παντοιοτρόπως την ιδιοκτησιακή παρουσία της προς τους εναγομένους και προς τους Μοναχούς Οικονόμους και εκπροσώπους τους. Μετά τον θάνατο του Ιερομονάχου Γ. και την αποδοχή της κληρονομίας του από την ενάγουσα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, εκπρόσωποι αυτής, επισκέπτονταν το Ησυχαστήριο Άξιον Εστί και την αδελφότητα Αγίας Σκέπης στην ... όχι για προσκυνηματικούς λόγους, αλλά προς επίβλεψη της κληρονομιαίας περιουσίας του αδελφού τους Γ. και προς συζήτηση και διευθέτηση των ζητημάτων, που ανέκυπταν απ' αυτή. Την διαθήκη του ιερομονάχου Γ., οι εκπρόσωποι της ενάγουσας θεωρούσαν άκυρη εξ αρχής και πάντοτε. Τούτο είχαν καταστήσει γνωστό στους εναγομένους αμέσως μετά τον θάνατο του διαθέτη, όπως και το γεγονός ότι αυτός ουδέποτε διεγράφη από το μοναχολόγιο του Αγίου Όρους και η περιουσία του περιήλθε στην οικεία αυτού μονή, από την οποία δεν είχε πάρει απολυτήριο. Ο μάρτυρας αποδείξεως και γνώστης του θέματος Ν. Ιερομόναχος, με σαφήνεια καταθέτει, ότι συνεχώς και όλα τα χρόνια από τον θάνατο του Γ. (14-4-1979) και έως την έγερση της ένδικης αγωγής (12-3-2002). Εξαρχία Πατέρων της ενάγουσας, στην οποία συνήθως συμμετείχε και ο ίδιος, επισκέφθηκε, τουλάχιστον επτά (7) φορές, την Αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγιάς Αγίας Σκέπης Πανίου Όρους, προς τακτοποίηση του θέματος της κληρονομίας Γ.. Κατά την μακρόχρονη προσπάθεια με πρωτοβουλία της ενάγουσας για την διευθέτηση της συγκεκριμένης υποθέσεως μεταξύ των διαδίκων, οι εναγόμενοι αντιμετώπιζαν τους εκπροσώπους της (ενάγουσας) ως ιδιοκτήτες, μέχρι τις αρχές της 10ετίας του έτους 2000, οπότε, πρωτοστατούσας της αδελφότητας της ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ δια του Ηγουμένου της, ο οποίος επηρέαζε και τον Ιερομόναχο Φ. του Ησυχαστηρίου Αξιον Εστί, άρχισαν να εκδηλώνουν αντίθετη στάση προς τα συμφωνημένα και να συμπεριφέρονται ως ιδιοκτήτες της κληρονομιαίας περιουσίας του Γ., γεγονός που ανάγκασε την ενάγουσα να εγείρει για δεύτερη φορά, την περί κλήρου αγωγή, εναντίον τους. Από τα πραγματικά αυτά περιστατικά που επιβεβαιώνονται από τους μάρτυρες και τα έγγαφα, αποδεικνύεται ότι η Ι.Μ.Μ.Λαύρας, ουδέποτε παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της επί της κληρονομίας Γ., ούτε ποτέ αδράνησε να διεκδικήσει το κληρονομικό της δικαίωμα, ούτε άφησε την παραμικρή αμφιβολία περί των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της επί της κληρονομιαίας περιουσίας του Ιερομονάχου της Γ., ώστε να δημιουργήσει στους εναγόμενους την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκούσε αυτά (ιδιοκτησιακά δικαιώματα). Από τις παραπάνω ενέργειες, στις οποίες προέβη η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα, από τον χρόνο ματαίωσης της συζήτησης, της κατά το έτος 1985 ασκηθείσης αγωγής της, έως τον χρόνο (12-3-2002) άσκησης της κρινόμενης αγωγής, αποδεικνύεται ότι ούτε αδράνεια ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας, κατά του εναγομένου Ιερού Ησυχαστηρίου της Αγίας Σκέπης, υπήρξε, ούτε συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά της δικαιούχου ενάγουσας, ενόψει των οποίων και της αδράνειας αυτής, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, να τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο και να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.". Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού με σαφήνεια και πληρότητα διέλαβε σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που κατά νόμον επάγονται την ακυρότητά της υπό του μοναχού Γοργία συνταχθείσας διαθήκης και την περιέλευση, εκ του νόμου, της υπ' αυτού αποκτηθείσας περιουσίας, μετά την αποχώρηση από την ανωτέρω Μονή άνευ απολυτηρίου, στην αναιρεσίβλητη. Επίσης, δεν παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο., ρυθμιστικές της κληρονομικής διαδοχής των μοναχών του Αγίου Όρους που, με βάση τις άνω παραδοχές, ήσαν εφαρμοστέες και όχι οι διατάξεις των άρθρων 1710, 1711, 1712, 1713, 1721, 1774, 1776, και 1778 Αστικού Κώδικος, ούτε και εκείνες των άρθρων 5 και 13 του Συντάγματος καθώς και εκείνες του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ και 1 πρώτου Προσθέτου πρωτοκόλλου της ιδίας Διεθνούς Συμβάσεως, καθώς και εκείνες των άρθρων 174 και 175 Α.Κ.. Περαιτέρω το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, όσον αφορά απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβασίμου της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη, αφού με πληρότητα και σαφήνεια διέλαβε στην απόφαση αυτή όλα τα περιστατικά που κατάνόμον αποκλείουν την εφαρμογή της, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως, την οποία και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην απόφαση όλα τα περιστατικά που υποδηλώνουν την ανυπαρξία αδρανείας της αναιρεσίβλητης να ασκήσει του επίδικο δικαίωμά της από τότε που το απέκτησε κατά νόμον, ήτοι μετά το θάνατό του, στο μοναχολόγιο αυτής εγγεγραμμένου και ουδέποτε διαγραφέντος άνω μοναχού. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19, τρίτος και πέμπτος κατά το υπόλοιπο μέρος και έκτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τους ίδιους τρίτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 105 του Συντάγματος. Η αιίαση αυτή, στην οποίαν δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, αναφορικώς με την εν λόγω συνταγματική διάταξη, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. Τέλος η ίδια του τρίτου και έκτου λόγου προβαλλομένη αιτίαση για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 17 του Συντάγματος, είναι απορριπτέα, ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της, ούτε και ήταν εφαρμοστέα ενόψει των άλλων παραδοχών. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005). Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (Α.Π. 1851/2007, Α.Π. 239/2012, Α.Π. 228/2012). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ. Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ' αφορμής άλλης δίκης και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσον, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά είναι απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν, ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψιν όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψιν και αυτές τις ένορκες βεβαιώσεις (Α.Π. 1118/2011, Α.Π. 1291/2010). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψιν και δεν εκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τις ..., ... και .../8-4-2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα οι οποίες είχαν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στα πλαίσια άλλης προγενέστερης δίκης μεταξύ των διαδίκων, τις οποίες προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας καθ' όσον δε γίνεται ειδική αναφορά προς τούτο στην ίδια απόφαση. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου με τις οποίες γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, περιέχεται σ' αυτές σαφής και ορισμένη επίκληση των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων. Συνεπώς και εφόσον δεν προβάλλεται αιτίαση ότι δε λήφθηκαν υπόψη οι ίδιες ένορκες βεβαιώσεις, ως απλά έγγραφα, το Εφετείο που δεν μνημονεύει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπόψη αυτές τις ένορκες βεβαιώσεις, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσον δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια και γι' αυτό ο τέταρτος σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Το αναιρεσείον, ως ηττώμενος διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10/6/2010 αίτηση του Σωματείου με την επωνυμία "Αδελφότης του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Αγίας Σκέπης Πανίου Όρους" περί αναιρέσεως της 1433/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ