Αριθμός 1869/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αδαμαντία Δουλοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ….και 6) Χ. Γ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Γώγουλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 26-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 15/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 60/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 2-9-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι έχει καταργηθεί για πραγματικούς και νομικούς λόγους το δικαίωμα δουλείας διόδου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κυρίων οριζοντίων ιδιοκτησιών γειτονικού ακινήτου, επί της περιγραφόμενης στην αγωγή εδαφικής λωρίδας και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να παύσουν να διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα πεζή ή και με τα αυτοκίνητά τους, καθώς και να παραλείπουν να διέρχονται από αυτή στο μέλλον, με απειλή κατ' αυτών χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1137 ΑΚ, η δουλεία αποσβήνεται, αν η κυριότητα του δεσπόζοντος και του δουλεύοντος περιέλθει στο ίδιο πρόσωπο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1293/2017, ΑΠ 250/2014), ή τον απέρριψε σιωπηρά, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1650/2018). Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί και επομένως επουσιώδεις, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 989/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων διατείνεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ότι τόσο με την αγωγή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και με σχετικό λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, προέβαλε τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό ότι έχει επέλθει απόσβεση της επίδικης δουλείας διόδου λόγω συγχύσεως κατ' άρθρο 1137 ΑΚ. Ειδικότερα ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αίτησης σε σχέση με το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, ότι με το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του πρώην συμβολαιογράφου Λαμίας Α. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Π. Γ. του Α. αγόρασε από τη Ζ. Γ. του Κ., από την όλη έκταση ενός οικοπέδου εμβαδού 501 τ.μ., που έχει πρόσωπο στην οδό ... της πόλης της Λαμίας, το ήμισυ αυτού και συγκεκριμένα το νότιο τμήμα του έκτασης 250,50 τ.μ., που έχει πρόσοψη στην εν λόγω οδό. Ότι με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων άφησε στην ανατολική πλευρά του αγορασθέντος ακινήτου των 250,50 τ.μ. εδαφική λωρίδα πλάτους 1,50 μ., μήκους 16,70 μ. και εμβαδού 25,05 τ.μ. υπέρ του βόρειου τμήματος του όλου οικοπέδου, επίσης εμβαδού 250,50 τ.μ., της αποκλειστικής κυριότητας τότε της Φ. συζ. Κ. Κ., που ήταν περίκλειστο, συνιστώντας έτσι πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του εκάστοτε κυρίου του βόρειου αυτού τμήματος. Ότι στο ίδιο, επίσης, πιο πάνω συμβόλαιο συμβλήθηκε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος ο παππούς του (του αναιρεσείοντος) και απώτερος δικαιοπάροχός του Κ. Γ. του Φ., ο οποίος άφησε και αυτός στη δυτική πλευρά του όμορου δικού του οικοπέδου εμβαδού 501 τ.μ. που έχει και αυτό πρόσοψη στην οδό ... και ανήκει ήδη στην δική του (συγ)κυριότητα, εδαφική λωρίδα πλάτους 1,00 μ., μήκους 16,70 μ. και εμβαδού 16,70 τ.μ., προκειμένου η λωρίδα αυτή να συνενωθεί μόνο λειτουργικώς με την εδαφική λωρίδα, που άφησε κατά τα ανωτέρω ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων επί του οικοπέδου του και υπέρ του εκάστοτε κυρίου του βόρειου τμήματος του όλου οικοπέδου. Ότι στη συνέχεια, η Φ. συζ. Κ. Κ., με το ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Λαμίας Ν. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε, κατά κυριότητα, στον ανωτέρω δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων το βόρειο τμήμα του όλου οικοπέδου, εμβαδού 250,50 τ.μ., με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταστεί πλέον κύριος όλου του, ενιαίου πλέον, οικοπέδου εμβαδού 501 τ.μ., επί του οποίου συνέστησε στη συνέχεια με την αναφερόμενη πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες και κατασκεύασε μετέπειτα και ισόγειο κτίσμα. Ότι με τον τρόπο αυτό επήλθε απόσβεση της δουλείας διόδου, που είχε συσταθεί υπέρ του εκάστοτε κυρίου του βόρειου τμήματος του οικοπέδου, δηλαδή της εδαφικής λωρίδας πλάτους 1,50 μ. και μήκους 16,70 μ. επί του νοτίου τμήματος του οικοπέδου, λόγω ολικής συγχύσεως κατ' άρθρο 1137 ΑΚ, ενώ περαιτέρω, η απόσβεση αυτή της δουλείας επέφερε και την απόσβεση της δουλείας διόδου επί του δουλεύοντος οικοπέδου του απώτερου δικαιοπαρόχου του Κ. Γ. του Φ., πλάτους 1,00 μ. και μήκους 16,70 μ. Ότι το Εφετείο Λαμίας δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίον επανέφερε με την έφεσή του, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1137 ΑΚ, που επικαλείται ο αναιρεσείων. Και, τούτο, διότι, ναι μεν υπό τα ανωτέρω αναφερόμενα περιστατικά ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων κατέστη κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, ήτοι του βόρειου τμήματος του όλου οικοπέδου, υπέρ του εκάστοτε κυρίου του οποίου συνεστήθη η δουλεία, δεν κατέστη όμως κύριος και του δουλεύοντος ακινήτου, της (συγ)κυριότητας του αναιρεσείοντος, ώστε να επέλθει απόσβεση της δουλείας διόδου λόγω συγχύσεως, όπως προβλέπεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 1137 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, μη απαντώντας στον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος, ως μη νόμιμος, ήταν επουσιώδης για την έκβαση της δίκης, δεν παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1004/2015). Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 1444/2022, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 1014/2019). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εάν το αίτημα που αντιπαρήλθε σιγή το δικαστήριο της ουσίας ήταν δικονομικά απαράδεκτο, νομικά αβάσιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 696/2019, ΑΠ 378/2019, ΑΠ 670/2016). Θα πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι σε περίπτωση σιωπηρής απόρριψης υποβληθέντος ισχυρισμού και της αίτησης που θεμελιώνεται σ' αυτόν, συρρέουν οι λόγοι των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι κρίνονται χωριστά. Έτσι, η παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει βάση της αγωγής, συνιστά την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια (ΑΠ 191/2022, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 718/2019), αλλά συγχρόνως και την από το αριθμό 8 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια (ΑΠ 431/2022, ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 596/2017), καθόσον το εφετείο άφησε "αίτηση" αδίκαστη και δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", αφού οι βάσεις της αγωγής είναι "αιτήσεις" με την έννοια του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου (ΑΠ 200/2023, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 833/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των ίδιων πιο πάνω αναφερόμενων περιστατικών που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, ενώ περιέλαβε τόσο στην αγωγή του, όσο και με λόγο έφεσης τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο άφησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του αδίκαστη την αίτησή του να αναγνωρισθεί ότι έχει αποσβεστεί η βαρύνουσα το ακίνητό του δουλεία διόδου πλάτους 1,00 μ. και μήκους 16,70 μ. λόγω ολικής συγχύσεως κατά το άρθρο 1137 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε στο σύνολό της, χωρίς ειδική αιτιολογία ως προς το ανωτέρω συγκεκριμένο αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος, το οποίο αυτός επανέφερε με την έφεσή του ενώπιον του Εφετείου και επομένως το αίτημα αυτό θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι το ως άνω αίτημα, το οποίο αντιπαρήλθε σιωπηρά το Εφετείο, είναι μη νόμιμο για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου και συνεπώς δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. Με το άρθρο 25 του Ν. 1577/1985 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός" (ΓΟΚ) ορίζονται σε σχέση με τις δουλείες σε ακίνητο, τα εξής: "1. Απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Δικαιοπραξίες που αντιβαίνουν στη διάταξη της παραγράφου αυτής είναι απολύτως άκυρες. 2. Δουλείες που έχουν συσταθεί έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού δεν εμποδίζουν την έκδοση οικοδομικής αδείας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Οι δουλείες αυτές καταργούνται κατά τη διαδικασία των επομένων παραγράφων, αν εκδοθεί νόμιμη οικοδομική άδεια για να γίνουν στο δουλεύον ακίνητο κατασκευές ή εγκαταστάσεις που καθιστούν αδύνατη εν όλω ή εν μέρει την άσκηση της δουλείας. Κατ' εξαίρεση δεν υπάγονται στην παράγραφο αυτή η δουλεία διόδου, όπως αυτή ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο. 3) Στο δικαιούχο της καταργούμενης δουλείας καταβάλλεται αποζημίωση. Ο καθορισμός του ποσού της αποζημίωσης, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς γίνεται από το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το δουλεύον ακίνητο, που δικάζει κατά τις σχετικές διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της δουλείας ή εκείνου στον οποίο έχει χορηγηθεί νόμιμη οικοδομική άδεια, για την εκτέλεση εργασιών ασυμβίβαστων με την άσκηση της δουλείας. 4. Η δουλεία καταργείται με την καταβολή ή κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημίωσης. Μετά την κατάργηση επιτρέπεται να εκτελεστούν, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια, οι εργασίες τις οποίες εμπόδιζε η δουλεία". Από τις διατάξεις αυτές, που αποτελούν περίπτωση απόσβεσης δουλειών από νομικούς λόγους κατά το άρθρο 1136 ΑΚ και επαναλαμβάνουν στα βασικά τους σημεία τις ρυθμίσεις που υπήρχαν στο άρθρο 100 του προϊσχύσαντος ΓΟΚ του 1973, προκύπτει ότι για την κατάργηση των δουλειών κατά το άρθρο 25 παρ. 2 του ΓΟΚ του 1985, ανεξάρτητα αν οι δουλείες αυτές είναι περιορισμένες προσωπικές ή πραγματικές και αν οι τελευταίες έχουν συσταθεί με σύμβαση ή με χρησικτησία, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις α) η ολική ή μερική άσκηση της δουλείας να είναι ασυμβίβαστη με την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο δουλεύον ακίνητο, β) για τις εργασίες αυτές να έχει εκδοθεί νόμιμη άδεια της δημόσιας αρχής και γ) να έχει καταβληθεί προηγουμένως στο δικαιούχο η σχετική αποζημίωση. Κατ' εξαίρεση δεν καταργούνται, έστω και αν συντρέχουν όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις 1) Η δουλεία κοινού σκελετού των όμορων κτιρίων και 2) Η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική διέξοδο του δεσπόζοντος ακινήτου (οικοπέδου, κτιρίου ή δομικά αυτοτελούς ορόφου) σε κοινόχρηστο χώρο (ΑΠ 659/2016, ΣτΕ 2620/2011, ΑΠ 233/2018). Οι ίδιες, εξ άλλου, ρυθμίσεις για την κατάργηση των δουλειών περιλαμβάνονται και στο άρθρο 9 του Ν. 4067/2012 ?Νέος Οικοδομικός Κανονισμός?. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αγωγής του, που περιέλαβε και στην έφεσή του με σχετικό λόγο, ότι η επίδικη δουλεία διόδου έχει καταργηθεί για νομικούς λόγους και συγκεκριμένα με βάση τη διάταξη του άρθρου 100 του ΝΔ/τος της 9/9 Ιουνίου 1973 (Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού), η οποία επαναλήφθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ/1985) και ήδη του άρθρου 9 του Ν. 4067/2012 και οι οποίες διατάξεις προβλέπουν την κατάργηση των δουλειών που έχουν συσταθεί επί ακινήτων. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, που περιλαμβάνεται στον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται, σύμφωνα με όσα εκτέθησαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, ότι η επίδικη δουλεία διόδου, για την οποία ζήτησε με την αγωγή του να αναγνωρισθεί ότι έχει καταργηθεί με βάση τις πιο πάνω διατάξεις του ΓΟΚ και η οποία βαρύνει το δουλεύον ακίνητο της συγκυριότητάς του, εμποδίζει τη διενέργεια σ' αυτό οικοδομικών εργασιών, ότι για τις εργασίες αυτές έχει εκδοθεί η σχετική οικοδομική άδεια και ότι έχει καταβληθεί η αποζημίωση για την κατάργησή της στο δικαιούχο, ήτοι εν προκειμένω στους αναιρεσίβλητους, συγκυρίους του δεσπόζοντος ακινήτου. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεν αποτελεί, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, ?πράγμα? κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ και συνεπώς, ως επουσιώδης που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δεν απάντησε στον ισχυρισμό αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των ίδιων πιο πάνω αναφερόμενων περιστατικών που περιλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι, ενώ περιέλαβε τόσο στην αγωγή του, όσο και με λόγο έφεσης τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο άφησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του αδίκαστη την αίτησή του να αναγνωρισθεί ότι η βαρύνουσα το ακίνητο της συνιδιοκτησίας του δουλεία διόδου πλάτους 1,00 μ. και μήκους 16,70 μ., έχει καταργηθεί για νομικούς λόγους κατ' άρθρο 1136 ΑΚ και συγκεκριμένα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 100 του ΝΔ/τος της 9/9 Ιουνίου 1973 (Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού), η οποία επαναλήφθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ/1985) και ήδη του άρθρου 9 του Ν. 4067/2012 και οι οποίες διατάξεις προβλέπουν την κατάργηση των δουλειών που έχουν συσταθεί επί ακινήτων. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που εκτέθηκε πιο πάνω κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση του αναιρεσείοντος και επομένως θεωρείται ότι απέρριψε σιωπηρά και το συγκεκριμένο ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος, έστω και αν δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αυτού. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός περί κατάργησης της επίδικης δουλείας διόδου για νομικούς λόγους κατ' άρθρο 1136 ΑΚ, στον οποίο στηρίζεται το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν ανωτέρω κατά την έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης και συνεπώς, το γεγονός ότι το Εφετείο αντιπαρήλθε σιωπηρά το αίτημα αυτό δεν ιδρύει, και στην περίπτωση αυτή, τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι η δουλεία διόδου, αποσβήνεται αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια ή κατ' άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη. Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο και το ίδιο ευχερώς από άλλη οδό, υπό την έννοια ότι απέκτησε πλέον πρόσοψη και άμεση πρόσβαση σε κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο και εξυπηρετείται πλέον από αυτόν, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια. Πρέπει δηλαδή η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130 και 1131 ΑΚ διατηρείται ακέραιη (ΑΠ 444/2021, ΑΠ 338/2019, ΑΠ 641/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και συνεπώς υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τα δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 691/2023, ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 2267/2013). Περαιτέρω, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021, ΑΠ 1266/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων είναι ψιλός κύριος, νομέας και κάτοχος, καθώς και αποκλειστικός κύριος οριζόντιων ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε οικοδομή που είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 501 τ.μ. που βρίσκεται στην πόλη της Λαμίας, στη θέση "..." ή "...", επί της δημοτικής οδού ... αρ. 14-16 και συγκεκριμένα: α) ψιλός κύριος, νομέας και κάτοχος του με στοιχεία Ι-3 διαμερίσματος του ισογείου ορόφου, που βρίσκεται στην πρόσοψη της οικοδομής εμβαδού εβδομήντα επτά τετραγωνικών μέτρων (77,00 τ.μ.), με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου εκατόν είκοσι επτά χιλιοστών (127/1000) εξ αδιαιρέτου, β) ψιλός κύριος, νομέας και κάτοχος του με στοιχεία Α-3 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου πάνω από το ισόγειο εμβαδού εβδομήντα επτά τετραγωνικών μέτρων (77,00 τ.μ.), με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου εκατόν είκοσι επτά χιλιοστών (127/1000) εκ αδιαιρέτου και γ) αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος διαμερίσματος του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου εμβαδού εβδομήντα επτά τετραγωνικών μέτρων (77,00 τ.μ.), με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου ενενήντα τεσσάρων χιλιοστών (94/1000) εξ αδιαιρέτου. Επίσης, είναι συγκύριος, συννομέας και συγκάτοχος οριζόντιων ιδιοκτησιών: α) σε ποσοστό 2/10 εξ αδιαιρέτου στο με στοιχείο Ι-1 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, που βρίσκεται στην πρόσοψη της οικοδομής, εμβαδού 90,00 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 85/1000, β) σε ποσοστό 2/20 εξ αδιαιρέτου στο με στοιχείο Ι-2 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου της οικοδομής, εμβαδού 77,00 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 127/1000, γ) σε ποσοστό 2/20 εξ αδιαιρέτου στο με στοιχείο Α-1 διαμέρισμα του πρώτου (Α) ορόφου πάνω από το ισόγειο της οικοδομής, εμβαδού 90 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου147/1000, δ) σε ποσοστό 2/20 εξ αδιαιρέτου στο με στοιχείο Α-2 διαμέρισμα του πρώτου (Α) ορόφου πάνω από το ισόγειο της οικοδομής, εμβαδού 77,00 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 127/1000 και ε) σε ποσοστό 2/10 εξ αδιαιρέτου ποσοστού 166/1000 εξ αδιαιρέτου στην αέρινη στήλη (δικαίωμα υψούν) της οικοδομής από 260/1000 εξ αδιαιρέτου, που αναλογούν στην όλη αέρινη στήλη επί του όλου οικοπέδου, όπως εμφαίνεται στο από Αυγούστου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Β. Κ. και συνορεύει γύρω-γύρω βόρεια σε πλευρά Β-Θ μήκους 15,00 μ. με ιδιοκτησία Α. Σ., ανατολικά σε πλευρά Θ-Κ μήκους 33,49 μ. με ιδιοκτησία Φ. Γ., νότια σε πλευρά Κ-Δ μήκους 15,00 μ. με δημοτική οδό ... και δυτικά σε πλευρά Δ-Γ μήκους 16,70 μ. συν πλευρά Γ-Β μήκους 16,70 μ. με συνιδιοκτησία Π., Α. και Β. Γ.. Οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι οριζόντιων ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε οικοδομή, η οποία έχει αναγερθεί σε όμορο του προπεριγραφόμενου (ενάγοντος) οικόπεδο, εμβαδού επίσης 501 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της Λαμίας, στη θέση "..." ή "...", επί της δημοτικής οδού ... αρ. 18-20, εμφαίνεται στο από Αυγούστου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Β. Κ. υπό στοιχείο Ε-1 και περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α και συνορεύει γύρω-γύρω βόρεια σε πλευρά Α-Β μήκους 15,00 μ. με ιδιοκτησία Α. Σ., ανατολικά σε πλευρά Β-Γ μήκους 16,70 μ. συν πλευρά Γ-Δ μήκους 16,70 μ. με συνιδιοκτησία Κ. Γ., Δ. Σ. κλπ., νότια σε πλευρά Δ-Ε μήκους 15,00 με τη δημοτική οδό ... πλάτους 12,00 μ. και δυτικά σε πλευρά Ε-Ζ μήκους 16,70 μ. συν πλευρά Ζ-Η μήκους 12,10 μ. με ιδιοκτησία Α. Ξ., συν πλευρά Η-Α μήκους 4,60 μ. με ιδιοκτησία Κ. Κ.. Τα ως άνω οικόπεδα των διαδίκων συνορεύουν στη δυτική πλευρά του το πρώτο και στην ανατολική πλευρά του το δεύτερο σε πλευρά μήκους 33,40 μ. με το οικόπεδο του ενάγοντος. Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του πρώην συμβολαιογράφου Λαμίας Α. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο 81 και αρ. 141, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Γ. του Α. είχε αγοράσει από το όλο οικόπεδο έκτασης 501,00 τ.μ. το 1/2 αυτού και δη το νότιο τμήμα αυτού έκτασης 250,50 τ.μ. Επί πλέον, με το ανωτέρω συμβόλαιο ο Π. Γ. ανέλαβε την υποχρέωση να αφήσει από το οικόπεδό του (νότιο τμήμα) και δη από την ανατολική πλευρά αυτού λωρίδα οικοπέδου 1,50 μ. για να συνενωθεί με όμοια λωρίδα 1,00 μ. από τη δυτική πλευρά του όμορου οικοπέδου που ανήκε στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, ο οποίος ανέλαβε και αυτός την υποχρέωση να αφήσει όμοια λωρίδα, για να χρησιμοποιηθούν οι λωρίδες αυτές ως δίοδος πλάτους 2,50 μέτρων συνολικά για να επικοινωνεί το έτερο προς βορρά κείμενο τμήμα του οικοπέδου που ανήκε στη Φ. Π. του Α.. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι δε συστήθηκε νομότυπα με το συμβόλαιο αυτό δουλεία διόδου, καθώς για τη σύσταση αυτής απαιτείται ρητή δήλωση ότι συστήνεται δουλεία διόδου, η οποία χρειάζεται να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί ως σύσταση δουλείας διόδου, ενώ δεν αρκεί για τη σύστασή της απλή ανάληψη υποχρέωσης παραχώρησης εδαφικής λωρίδας, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Λαμίας Ν. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο 99 και αρ. 197, ο Π. Γ. του Α. αγόρασε στη συνέχεια και το βόρειο τμήμα από το όλο οικόπεδο, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 1/2 του οικοπέδου και με τον τρόπο αυτό κατέστη αποκλειστικός κύριος του όλου οικοπέδου συνολικού εμβαδού 501,00 τ.μ. Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας του τότε συμβολαιογράφου Λαμίας Ν. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο 132 και αρ. 437, ο Π. Γ. συνέστησε οριζόντιες ιδιοκτησίες, τις οποίες μεταβίβασε στη συνέχεια κατά τα έτη 1976 και 1995 στους εναγόμενους. Επίσης, αποδείχθηκε ότι, παρόλο που δεν είχε συσταθεί νόμιμα με τα ως άνω συμβόλαιο (με αριθμό ...) δουλεία διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ωστόσο, τόσο ο αρχικός δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Γ. από το έτος 1959, όσοι και οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι από το έτος 1976 και όλοι οι εναγόμενοι από το έτος 1995 και εντεύθεν διέρχονταν και συνεχίζουν να διέρχονται από την παραχωρηθείσα από τότε (έτος 1959) επίδικη αυτή εδαφική λωρίδα πλάτους 1,00 μ. με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου για περισσότερο από είκοσι έτη, είτε πεζοί, είτε με το οχήματά τους. Χαρακτηριστικό δε ότι οι εναγόμενοι διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα διανοία δικαιώματος δουλείας διόδου είναι και το γεγονός ότι έχουν διαμορφώσει τις κύριες εισόδους των διαμερισμάτων τους στον ανατολικό ακάλυπτο του οικοπέδου τους, ενώ στο δυτικό ακάλυπτο της οικοδομής τους, ο οποίος δεν επαρκεί για να διέλθει όχημα, καθώς έχει πλάτος μόνο 2,20 μ., δεν υπάρχουν είσοδοι των διαμερισμάτων τους, παρά μόνο πόρτες που οδηγούν στις κουζίνες των διαμερισμάτων του ισογείου, όπως αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από αυτούς φωτογραφίες, καθώς και την από 25.6.2015 τεχνική έκθεση της μηχανικού Ε. Χ. - Κ., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια των εναγομένων. Άλλωστε, από τότε που ανεγέρθηκαν οι οικοδομές, ουδέποτε ο ενάγων ή οποιοσδήποτε άλλος ιδιοκτήτης των οριζόντιων ιδιοκτησιών που βρίσκονται στο όμορο οικόπεδο του ενάγοντος διαμαρτυρήθηκε ή αμφισβήτησε το δικαίωμα αυτό των εναγομένων. Αντιθέτως, η μάρτυρας των εναγομένων Δ. Σ., η οποία είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος που βρίσκεται στην οικοδομή του ενάγοντος, προσεπιβεβαίωσε ότι οι εναγόμενοι διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα του 1,00 μ. πάνω από είκοσι χρόνια με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου, χωρίς ποτέ κανείς από τους ιδιοκτήτες της οικοδομής του ενάγοντος να διαμαρτυρηθεί. Επομένως, αποδεικνύεται ότι έχει αποκτηθεί δικαίωμα δουλείας διόδου στην εδαφική λωρίδα πλάτους 1,00 μ. επί του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία, καθώς, τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγομένων διερχόταν από την εδαφική αυτή λωρίδα, όσο και αυτοί συνεχίζουν να διέρχονται με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου για περισσότερο από είκοσι έτη. Τουναντίον, δεν αποδείχθηκε ότι έχει εκλείψει η ανάγκη που προκάλεσε τη σύσταση δουλείας διόδου (με έκτακτη χρησικτησία), δεδομένου ότι δεν έπαυσε η παροχή χρησιμότητας και δεν υφίσταται αυτάρκεια εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου των εναγομένων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα της αυτάρκειας, ή μη, εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, ώστε να κριθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για την κατάργηση της επίδικης δουλείας διόδου. Ειδικότερα, έγινε δεκτό κατ' αρχήν από την αναιρεσιβαλλόμενη ότι με το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, με το οποίο ο δικαιοπάροχος των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων Π. Γ. απέκτησε, από το όλο οικόπεδο έκτασης 501,00 τ.μ., το ήμισυ αυτού, ήτοι το νότιο τμήμα του εμβαδού 250,50 τ.μ., ανέλαβε συγχρόνως την υποχρέωση με το ίδιο συμβόλαιο να αφήσει από το νότιο αυτό τμήμα και δη από την ανατολική πλευρά του λωρίδα οικοπέδου πλάτους 1,50 μ. προκειμένου να συνενωθεί με όμοια λωρίδα πλάτους 1,00 μ. από τη δυτική πλευρά του όμορου οικοπέδου, που ανήκε στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, ο οποίος ανέλαβε και αυτός την υποχρέωση να αφήσει τη λωρίδα αυτή πλάτους 1,00 μ. και ότι με τη συνένωση των δύο αυτών εδαφικών λωρίδων να δημιουργηθεί δίοδος πλάτους 2,50 μ., ώστε να επικοινωνεί το έτερο προς βορρά τμήμα του όλου οικοπέδου, εμβαδού 250,50 τ.μ. με τον κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο. Δέχθηκε, επίσης, η αναιρεσιβαλλόμενη ότι με το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας ο αυτός ως άνω δικαιοπάροχος των εναγομένων απέκτησε κατά κυριότητα και το βόρειο τμήμα του οικοπέδου και ότι με τον τρόπο αυτό κατέστη αποκλειστικός κύριος του όλου οικοπέδου εμβαδού 501,00 τ.μ. και ότι στη συνέχεια με το ... συμβόλαιο συνέστησε οριζόντιες ιδιοκτησίες, τις οποίες μεταβίβασε κατά τα έτη 1976 και 1995 στους εναγόμενους. Δέχθηκε, τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση ότι τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγόμενων, όσο και οι ίδιοι, διερχόμενοι από την επίδικη εδαφική λωρίδα πλάτους 1,00 μ. της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, είτε πεζοί είτε με τα οχήματά τους για περισσότερα από είκοσι έτη, απέκτησαν δικαίωμα δουλείας διόδου στην εδαφική αυτή λωρίδα και ότι δεν έχει εκλείψει η ανάγκη που προκάλεσε τη σύσταση της δουλείας διόδου, δεδομένου ότι δεν έπαυσε η παροχή χρησιμότητας και δεν υφίσταται αυτάρκεια εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου των εναγομένων. Πλην όμως, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση του Εφετείου, ενόψει της ενοποίησης, όπως δέχεται, των δύο τμημάτων (νότιου και βόρειου) εμβαδού 250,50 τ.μ. το καθένα, σε ένα ενιαίο οικόπεδο εμβαδού 501,00 τ.μ., συγκεκριμένα ποια χρησιμότητα παρέχει η επίδικη δουλεία στο προς βορρά τμήμα του ενιαίου πλέον οικοπέδου, υπέρ του εκάστοτε κυρίου του οποίου δημιουργήθηκε η δουλεία αυτή και ποια συγκεκριμένα χρησιμότητα παρέχει η διέλευση των αναιρεσιβλήτων μέσω της επίδικης δουλείας διόδου με τα οχήματά τους, με τα οποία, όπως δέχεται το Εφετείο, οι τελευταίοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τη δίοδο αυτή. Επίσης, ενώ δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι έχουν διαμορφώσει τις κύριες εισόδους των διαμερισμάτων τους στον ανατολικό ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου τους, δεν διευκρινίζεται περαιτέρω στην απόφαση, ποιο είναι το πλάτος του ακαλύπτου αυτού χώρου και αν με την κατάργηση της επίδικης δουλείας διόδου, ενόψει του πλάτους του ακαλύπτου αυτού χώρου, θα αποκοπεί η επικοινωνία των αναιρεσιβλήτων με τον κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, στον οποίο το ενιαίο οικόπεδο έχει πρόσοψη, ώστε να θεμελιωθεί η περαιτέρω παραδοχή του Εφετείου ότι "δεν υφίσταται αυτάρκεια εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου των εναγομένων". Δεν διευκρινίζεται, τέλος, στην προσβαλλόμενη απόφαση ποια είναι η μορφή του βόρειου τμήματος του ενιαίου οικοπέδου και ειδικότερα αν αυτό αποτελεί τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, στην οποία οι εναγόμενοι έχουν αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ή καταλαμβάνεται από την οικοδομή αυτή. Οι ελλιπείς αυτές παραδοχές του Εφετείου καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν στην κρινόμενη υπόθεση, με βάση τους οποίους το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του τελευταίου. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 15/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, αλλά υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 15/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ