Αριθμός 212/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Δρόσο. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΓΓΑΙΟΥ" Ν.Π.Δ.Δ., που εδρεύει στην Ελευθερούπολη Καβάλας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτορία Βασιλείου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Θράκης. Εκδόθηκε η απόφαση 61/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη από 26.9.2018 αίτηση αναίρεσης, που εισάγεται προς συζήτηση με την από 21.3.2022 κλήση του αναιρεσείοντος, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 77 του Ν. 3669/2008 "περί κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων", υπ' αριθ. 61/2018 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο απέρριψε, ως μη νόμιμη, την από 27.7.2016 αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ποσού 45.994,61 ευρώ για τις εργασίες διάνοιξης οδών, τις οποίες εκτέλεσε, ως εργολάβος, δυνάμει σύμβασης έργου που κατάρτισε προφορικά, την 4.8.2011, με τον εναγόμενο Ο.Τ.Α (Δήμο Παγγαίου) και ήδη αναιρεσίβλητο. Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). IΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 209 παρ. 1, 2 και 9 του Ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), 83 παρ. 1 του Ν. 2362/1995 (περί Δημόσιου Λογιστικού), 17 παρ. 1 του Ν. 2539/1997 και των Α.Υ.Ο. 2/45564/0026/2001 (ΦΕΚ Β`1066) και 35130/739/2010 (ΦΕΚ Β` 1291/11.8.2010), που ίσχυαν κατά το χρόνο γένεσης της ένδικης αξίωσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών συνάπτονται για λογαριασμό των δήμων και των κοινοτήτων απευθείας από τον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας, ακόμη και χωρίς διαγωνισμό, μόνον όταν η αξία τους δεν υπερβαίνει κατ` είδος σε ετήσια βάση το ποσό των 15.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, και από 11.8.2010 το ποσό των 20.000 ευρώ, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, η σύμβαση έργου με απευθείας ανάθεση από το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας επιτρέπεται να συναφθεί μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών περιπτώσεων ειδικά αιτιολογημένων και μόνο εφόσον υπάρχει εγγραφή στον προϋπολογισμό εξειδικευμένης πίστωσης προορισμένης για προμήθεια, εργασία ή μεταφορά, που κατονομάζεται ρητά στον προϋπολογισμό. Συμβάσεις, που συνάπτονται για λογαριασμό δήμων και κοινοτήτων από τους δημάρχους ή προέδρους τους, αντίστοιχα, κατά παράβαση των ανωτέρω, είναι άκυρες κατ' άρθρο 85 του Ν. 2362/1995 και δεν παράγουν έννομες συνέπειες και ειδικότερα υποχρεώσεις σε βάρος των ΟΤΑ. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 εδ. α' και β' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τα οποία "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", προκύπτουν τα ακόλουθα: Όταν εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση έργου, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή, η παροχή που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του, είτε αντιστρόφως ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της. Εάν υπάρχει αδυναμία αυτούσιας απόδοσης της παροχής, ο "αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση έργου, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες και κάτω από τις ίδιες περιστάσεις (ΑΠ 250/2020, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 100/2020). Ο ανωτέρω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης έργου που αφορά το Δημόσιο, καθώς και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, δεδομένου ότι δεν καθιερώνεται γι` αυτά εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1260/2018, ΑΠ 1358/2015). Συνεπώς, οι διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφαρμόζονται και στην περίπτωση δημόσιου έργου λόγω ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 250/2020, ΑΠ 100/2020, ΑΠ 1102/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Π.Δ 25/28.11.1929 "Η κατασκευή, ανακαίνισις και συντήρησις των δημοτικών και κοινοτικών οδών βαρύνει τους δήμους και κοινότητας, εντός των ορίων των οποίων κείνται αι οδοί, και εκτελείται συμφώνως προς τας περί εκτελέσεως έργων διατάξεις της περί δήμων και κοινοτήτων νομοθεσίας", ενώ και με το άρθρο 75 παρ. Ι, περ. α7 του Ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας) προβλέπεται, ως αρμοδιότητα των δήμων, ο σχεδιασμός, κατασκευή και συντήρηση, μεταξύ άλλων, και έργων οδοποιίας. ΙΙΙ. Με τις διατάξεις των άρθρων 37, 56 και 57 του Ν. 3669/2008 "περί κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων" (που κωδικοποίησε τις διατάξεις του Ν. 1418/1984 και του εκτελεστικού αυτού Π.Δ 609/1985 και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του χρόνου σύναψης της ένδικης σύμβασης) ορίζονται τα ακόλουθα: α) "O ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου" (άρθρο 37 παρ. 1), β) "Αν υπάρχει ανάγκη να εκτελεσθούν επείγουσες πρόσθετες εργασίες μπορεί να εγκριθεί από την προϊσταμένη αρχή η εκτέλεση τους πριν από τη σύνταξη Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ). Για την έγκριση αυτή η διευθύνουσα υπηρεσία συντάσσει τεχνική περιγραφή των εργασιών, με αιτιολόγηση του επείγοντος και εκτίμηση της δαπάνης, με βάση τις συμβατικές τιμές μονάδας ή ενδεικτικές τιμές για τυχόν νέες εργασίες. Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις εργασίες αυτές, που επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στις σχετικές πιστοποιήσεις και πριν από την έγκριση Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών και που ενσωματώνονται στον επόμενο Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών" (άρθρο 56) και γ) "Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, αν προκύψει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο, ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων κατά την εκτέλεση του έργου, όπως αυτό περιγράφεται στην αρχική σύμβαση, να συνάπτει σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου, με την προϋπόθεση ότι οι συμπληρωματικές εργασίες δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωριστούν από την κύρια σύμβαση, χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα προβλήματα για τις αναθέτουσες αρχές ή όταν αυτές οι εργασίες, μολονότι μπορούν να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση, είναι απόλυτα αναγκαίες για την τελειοποίηση της. Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή για τη σύνταξη των τυχόν απαιτούμενων μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες" (άρθρο 57 παρ. 1). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν παρίσταται ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, δηλαδή εργασιών, οι οποίες είτε προβλέπονται κατά είδος από το συμβατικό τιμολόγιο και τον προϋπολογισμό της αρχικής σύμβασης, αλλά εκτελούνται σε ποσότητες μεγαλύτερες από τις προβλεπόμενες (πρόσθετες ή υπερσυμβατικές εργασίες), είτε δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση, αλλά κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων (νέες εργασίες), για την εκτέλεσή τους απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής, σύμβασης με τον ανάδοχο του έργου. Της σύναψης της εν λόγω σύμβασης προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση, καθώς και πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας. Ακολουθεί η υπογραφή σύμβασης για την ανάθεση των συμπληρωματικών αυτών εργασιών μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Μετά την υπογραφή της συμπληρωματικής σύμβασης, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο (ΑΠ 646/2019, ΣτΕ 121/2018). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται, και ούτε υποχρεούται, κατ` αρχήν, να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς τη μορφή του έργου, την ποιότητα και το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, κατ` απόκλιση από τη σύμβαση έργου, και, επίσης, ότι δεν δικαιούται αποζημίωσης για μεταβολές στο έργο, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορική εντολή της υπηρεσίας, στον τόπο εκτέλεσης του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού, και χωρίς προηγούμενη σύνταξη και έγκριση Α.Π.Ε., αν δε συντρέχει περίπτωση, και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. (ΑΠ 495/2021, ΑΠ 1099/2020, ΣτΕ 2243/2017). Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή ο ανάδοχος, αν εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση χωρίς τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της υπηρεσίας καταχωρισθείσας στο ημερολόγιο του έργου, δεν δικαιούται ούτε απόδοσης της ωφέλειας του λήπτη με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 828/2019, ΣτΕ 45/2016, ΣτΕ 749/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) εκθέτει σ' αυτήν τα ακόλουθα: α) ότι κατόπιν νόμιμου διαγωνισμού, με την υπ' αριθ. … και κωδικό αριθμό ... από 16.6.2011 σύμβαση έργου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού, ως εργολάβου, και της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) Παγγαίου, ως αντισυμβαλλόμενης και κυρίας του έργου, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή Εσωτερικού Δικτύου Αποχέτευσης των ακαθάρτων, στην επέκταση του οικισμού Ν. Περάμου", β) ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου διαπιστώθηκε από αυτόν και από τις τεχνικές υπηρεσίες του εναγόμενου Δήμου Παγγαίου (ήδη αναιρεσίβλητου), ότι ο τελευταίος δεν είχε προβεί στις διανοίξεις όλων των οδών (μικρών και μεγάλων) με βάση το ήδη εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της επέκτασης του οικισμού, με αποτέλεσμα στα τμήματα αυτά να μην είναι δυνατή η κατασκευή του συμφωνηθέντος αποχετευτικού έργου, γ) ότι το έργο της διάνοιξης των οδών αυτών είχε σοβαρές δαπάνες εκτός του συμβατικού αντικειμένου του ως άνω αποχετευτικού έργου και δεν μπορούσε να το αναλάβει η εν λόγω δημοτική επιχείρηση, αφού η κατασκευή του ανήκε στην αρμοδιότητα του εναγόμενου Δήμου, χωρίς να μπορεί νομίμως να μεταβιβαστεί από αυτόν σε άλλο φορέα, έστω και δημοτικό, γ) ότι την 4.8.2011 οι τότε Δήμαρχος και Αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών του εναγόμενου Δήμου Παγγαίου, λόγω της εξαιρετικά επείγουσας κατάστασης και προκειμένου να ολοκληρωθεί εγκαίρως το εν λόγω αποχετευτικό έργο προς όφελος των κατοίκων και να μην απωλεσθεί η χρηματοδότηση αυτού μέσω του ταμείου ΕΣΠΑ, του ανέθεσαν προφορικώς, για λογαριασμό του εναγόμενου Δήμου, την εκτέλεση της διάνοιξης των αναφερόμενων στην αγωγή 15 οδών, συνολικού μήκους 796,40 μέτρων, έναντι αμοιβής, που συμφωνήθηκε ότι θα καταβαλλόταν απολογιστικά με βάση το μήκος διάνοιξης των οδών, το είδος και τον όγκο εκσκαφής σύμφωνα με τις ισχύουσες για ανάλογες εργασίες τιμές της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων ΠΕΧΩΔΕ, μειωμένες κατά ποσοστό 20%, λόγω της συμφωνημένης ισόποσης έκπτωσης, επιβαρυμένη με το κατά νόμο εργολαβικό όφελος του, ποσοστού 18%, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. εκ 23%, δ) ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 18.8.2011 έως και 4.11.2011, αυτός (ενάγων) εκτέλεσε τις περιγραφόμενες στην αγωγή συγκεκριμένες εργασίες, για τις οποίες ο εναγόμενος Δήμος Παγγαίου προέβη, με τις Τεχνικές Υπηρεσίες του, σε αναλυτική επιμέτρηση και παρέλαβε ανεπιφύλακτα το έργο, το οποίο έκτοτε χρησιμοποιείται από τους δημότες του και ε) ότι η οφειλόμενη συμφωνηθείσα αμοιβή του σε σχέση με τις ανωτέρω εργασίες διάνοιξης των οδών, δεν του καταβλήθηκε και ότι η αξία των εν λόγω εργασιών ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 45.994,61 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε ο εναγόμενος χωρίς να συντρέχει νόμιμη αιτία, δεδομένου ότι είναι άκυρη η σύμβαση για την εκτέλεση των εργασιών αυτών, γιατί δεν τηρήθηκε ο συστατικός έγγραφος τύπος, ούτε διενεργήθηκε διαγωνισμός, αλλά καταρτίσθηκε προφορικά, με αποτέλεσμα, εφόσον ο εναγόμενος Δήμος παρέλαβε και χρησιμοποιεί το έργο χωρίς να καταβάλει αντάλλαγμα γι' αυτό, να έχει καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας αυτού (ενάγοντος) κατά το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής που θα κατέβαλε σε οποιοδήποτε άλλο εργολάβο, στον οποίο θα ανέθετε την εκτέλεση του ανωτέρω έργου κατόπιν έγκυρης σύμβασης. Με βάση τα περιστατικά αυτά και επικαλούμενος τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ο.Τ.Α (ήδη αναιρεσίβλητος) να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 45.994,61 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, η επίδικη σύμβαση έργου διάνοιξης των οδών καταρτίσθηκε, το πρώτον την 4.8.2011, προφορικά με τον εναγόμενο Δήμο, ως εργοδότη χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και χωρίς την προκήρυξη διαγωνισμού και, επομένως, είναι άκυρη, με αποτέλεσμα για τις εργασίες αυτές του ενάγοντος, ως εργολάβου, να γεννάται υπέρ του τελευταίου αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, για την απόδοση του πλουτισμού που αποκόμισε ο αντισυμβαλλόμενος του ενάγοντος, Δήμος Παγγαίου, οι οποίες (διατάξεις) τυγχάνουν εφαρμογής και στην περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης έργου που αφορά και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (όπως είναι ο εναγόμενος Ο.Τ.Α), καθώς και στην περίπτωση δημόσιου έργου λόγω ακυρότητας της σύμβασης σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη στην παράγραφο ΙΙ της παρούσας. Το Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων εργολάβος δεν έχει αξίωση για καταβολή αμοιβής για τις επίδικες εργασίες ούτε με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, κρίνοντας ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι εργασίες αυτές αφορούν υπερσυμβατικές εργασίες στο πλαίσιο της προϋφιστάμενης σύμβασης για την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή Εσωτερικού Δικτύου Αποχέτευσης των ακαθάρτων στην επέκταση του οικισμού Ν. Περάμου", που είχε καταρτισθεί, κατόπιν νόμιμου διαγωνισμού, μεταξύ αυτού και της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) Παγγαίου, ως κυρίας του έργου, για τις οποίες (υπερσυμβατικές εργασίες) δεν είχαν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 56 και 57 του κωδικοποιητικού Ν. 3669/2008 (και των ομοίου περιεχομένου διατάξεων των άρθρων 7 και 8 Ν. 1418/1984 και 43 και 44 Π.Δ 609/1985), προϋποθέσεις, ήτοι δεν είχε καταρτισθεί νέα σύμβαση για τις εργασίες αυτές, ούτε είχε ακολουθηθεί η διαδικασία σύνταξης Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε), ούτε υπήρχε για την εκτέλεση αυτών έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, λόγω επείγουσας περίπτωσης, προφορική εντολή στο τόπο εκτέλεσης του έργου, καταχωρισθείσα στο ημερολόγιο του έργου, ούτε οι εν λόγω εργασίες είχαν καταστεί αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων. Έτσι που έκρινε το Πενταμελές Εφετείο, το οποίο, κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, παραβίασε ευθέως τόσο την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, όσο και τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη στην παράγραφο ΙΙΙ της παρούσας, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 56 και 57 του κωδικοποιητικού Ν. 3669/2008 (περί συμπληρωματικών εργασιών), τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι επίδικες εργασίες του ενάγοντος (ήτοι εξ αρχής διάνοιξη των αναφερόμενων οδών με βάση το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της επέκτασης του οικισμού Ν. Περάμου) δεν αφορούσαν συμπληρωματικές (υπερσυμβατικές) εργασίες στο πλαίσιο της προϋφιστάμενης από 16.6.2011 σύμβασης αποχετευτικού έργου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ του ενάγοντος και της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) Παγγαίου, ως αντισυμβαλλόμενης και κυρίας του έργου, αλλά αποτελούσαν εργασίες στο πλαίσιο της αυτοτελούς, κύριας, σύμβασης έργου, καταρτισθείσας προφορικά την 4.8.2011 μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου Δήμου Παγγαίου, με αφορμή μεν την ως άνω προϋφιστάμενη σύμβαση αποχετευτικού έργου, αλλά έχουσας διαφορετικό συμβατικό αντικείμενο, ήτοι την εξ αρχής διάνοιξη οδών και όχι την κατασκευή δικτύου αποχέτευσης, και διαφορετικό αντισυμβαλλόμενο και κύριο του έργου, και συγκεκριμένα, τον εναγόμενο Δήμο Παγγαίου και όχι την, αποτελούσα αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1581/2013) δημοτική επιχείρηση ΔΕΥΑ Παγγαίου, που ήταν η αντισυμβαλλόμενη και κυρία του έργου στην προϋφιστάμενη σύμβαση, με συνέπεια για τις ένδικες αυτές εργασίες να γεννάται αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου προς απόδοση του πλουτισμού. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. V. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει να αναφερθεί, ότι με το άρθρο 26 του Ν. 4491/2017, καταργήθηκε το άρθρο 64 παρ. 4 του ΕισΝΚΠολΔ, που προέβλεπε την συγκρότηση του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου για τις διαφορές από δημόσια έργα, στην περίπτωση που αυτές αναφύονται από ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, σε οποιαδήποτε νομική βάση και αν θεμελιώνονται (ακόμη και στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού), ενώ με το άρθρο 28 του ιδίου Ν. 4491/2017 έγινε ειδική ρύθμιση για τις εκκρεμείς κατά την 1.11.2017 προσφυγές ή αγωγές και, ειδικότερα, προστέθηκε στο άρθρο 379 του Ν. 4412/2016, παράγραφος 14, με το ακόλουθο περιεχόμενο "Προσφυγές ή αγωγές, που έχουν κατατεθεί μέχρι την 1.11.2017, δικάζονται από το Δικαστήριο, στο οποίο έχουν κατατεθεί. Εξαιρετικά, όσες από αυτές εκκρεμούν στο πολιτικό Πενταμελές Εφετείο, αλλά δεν είναι εγγεγραμμένες στο πινάκιο, γιατί έχει ματαιωθεί η συζήτησή τους, όταν επαναφερθούν για συζήτηση, θα εισαχθούν στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση πρέπει να ισχύσει αναλογικά και για την περίπτωση της αγωγής που εισήχθη πριν την 1.11.2017 ενώπιον του (αρμόδιου τότε) πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου και έχει εκδοθεί επ' αυτής απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία αναιρείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση) και διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), οπότε, ενόψει της κατάργησης του πολιτικού Πενταμελούς Εφετείου κατά τα προεκτεθέντα, θα πρέπει η υπόθεση, κατ' ανάλογη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης της παρ. 14 του άρθρου 379 του Ν. 4412/2016 (όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 28 του 4491/2017), να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο αρμόδιο πολιτικό Τριμελές Εφετείο, στο οποίο και θα εισαχθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων κατ' άρθρο 581 παρ. 1 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 1269/2022, ΑΠ 832/1981, ΑΠ 374/1981). Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο Θράκης, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), αλλά αυτά θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 Ν. 3693/1957 και 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 61/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πολιτικό Τριμελές Εφετείο Θράκης, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α. τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ