Αριθμός 1297/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Γ., χήρας Α. Τ., κατοίκου Θ., 2) Ι. Τ. του Α., κατοίκου Θ. και 3) Γ. Τ. του Α., κατοίκου Ο. Σ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γωνιανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: πρώην εταιρείας με την επωνυμία «Α. Α. ανώνυμη εταιρεία, η οποία εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. ανώνυμη εταιρεία, η οποία εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής, ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου εταιρείας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4121/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4230/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 4.230/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ.4121/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή την από 27.9.2016 αγωγή των αναιρεσειόντων, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, τον οποίο αυτή παραδεκτά πρότεινε με τις προ 20ημέρου από τη συζήτηση προτάσεις της, κατ' άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ, περί απαραδέκτου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την αιτίαση ότι απευθύνεται κατά της "Α. Α. «Α., η οποία είναι πλέον ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, και όχι κατά της "Ε. Α. ανώνυμη εταιρεία" που ως καθολική διάδοχος της αρχικής διαδίκου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση υπεισήλθε στη δικονομική της θέση, είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση του οικείου δικογράφου καθίσταται σαφές ότι η ένδικη αίτηση απευθύνεται κατά της "νυν εταιρείας E. Α. ως καθολικής διαδόχου της πρώην εταιρείας Α. «Α.. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του ν. 2496/1997, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 678/2020 AΠ 1392/2019, ΑΠ 162/2017). Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους. Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει, σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου, ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 678/2020 ΑΠ 162/2017). Στην ομαδική ασφάλιση επί της ζωής τρίτου, αλλά και εν γένει στις ασφαλίσεις προσώπων, δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, να ορισθεί είτε ο ίδιος ο εκάστοτε ασφαλισμένος, δηλαδή το πρόσωπο που πλήττεται από την πραγματοποίηση του κινδύνου (θάνατος, αναπηρία, ασθένεια), είτε το πρόσωπο που κατονομάζεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, είτε τέλος ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος - λήπτης της ασφάλισης. Όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται άλλο πρόσωπο από τον αντισυμβαλλόμενο-λήπτη της ασφάλισης και ειδικότερα ο ίδιος ο ασφαλισμένος ή τρίτο πρόσωπο, που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (αρ. 411 ΑΚ) και ο ασφαλισμένος ή, κατά περίπτωση, ο τρίτος, που αυτός έχει κατονομάσει, με την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου αποκτούν το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και αποκτούν ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 1201/2020, ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 462/2018). Παράλληλο με εκείνο του ασφαλισμένου ή του τρίτου αλλά ανεξάρτητο από αυτό, δικαίωμα έχει, στην περίπτωση αυτή, από το άρθρο 410 ΑΚ και ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης, ως δέκτης της υπόσχεσης, να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο ή στον τρίτο, που αυτός έχει κατονομάσει. Αντίθετα, όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος ή το τρίτο πρόσωπο, που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, τη μορφή της ασφάλισης για ίδιο λογαριασμό και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της (γνήσιας ή έστω μη γνήσιας) σύμβασης υπέρ τρίτου. Στην περίπτωση αυτή, δικαιούχος του ασφαλίσματος και δέκτης της υπόσχεσης του ασφαλιστή είναι ο αντισυμβαλλόμενος - λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος, ο οποίος απλώς αποτελεί το πρόσωπο του κινδύνου, χωρίς παράλληλα να έχει καμία από τις πιο πάνω ιδιότητες, ήτοι του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή του δέκτη της υπόσχεσης του ασφαλιστή. Συνεπώς αυτός δεν αντλεί κανένα δικαίωμα από την σύμβαση της ομαδικής ασφάλισης ζωής (και εν γένει προσώπου) και γι` αυτό δεν νομιμοποιείται να ασκήσει τις εκ των άρθρων 410 και 411 ΑΚ αγωγές, διότι το δικαίωμα αυτό ανήκει, στον αντισύμβαλλόμενο λήπτη της ασφάλισης και μόνος αυτός νομιμοποιείται να το ασκήσει. Τέτοια σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής για ίδιο λογαριασμό, μπορεί να συνάψει με ομαδικό ασφαλιστήριο μια τράπεζα για να ασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων, που χορηγεί στους πελάτες της-δανειολήπτες κατά των κινδύνων θανάτου τους, της ανικανότητάς τους για εργασία και της ασθένειάς τους. Με τη σύμβαση αυτή, όμως, ουσιαστικά ασφαλίζεται παράλληλα και ο ίδιος ο δανειολήπτης από τους κινδύνους αυτούς, οι οποίοι, αν επέλθουν, θα έχουν ως συνέπεια είτε ο ίδιος είτε, σε περίπτωση θανάτου του, οι κληρονόμοι του, να περιέλθουν σε αδυναμία εξόφλησης του δανείου, γι' αυτό δε στη σύμβαση περιλαμβάνεται συνήθως ο όρος ότι ο ίδιος ο ασφαλισμένος δανειολήπτης θα καταβάλει στον ασφαλιστή το συμφωνηθέν ασφάλιστρο. Από την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο ασφαλιστική σύμβαση συνάγεται ότι, αν επέλθει η συμφωνηθείσα ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στην τράπεζα (λήπτρια της ασφάλισης) το ασφάλισμα (που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ανεξόφλητο ποσό του δανείου), και, συνεπώς, αν η δανείστρια τράπεζα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι, κατ' αρχήν, η μόνη που νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει να της καταβληθεί το ασφάλισμα, αδρανεί και δεν ασκεί την κατά του ασφαλιστή αξίωσή της αυτή, τότε ο ασφαλισμένος δανειολήπτης ή, όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε με τον θάνατό του, οι κληρονόμοι του, ως έχοντες άμεσο έννομο συμφέρον, μπορούν να ασκήσουν κατά της αδρανούσας να διεκδικήσει το ασφάλισμα λήπτριας της ασφάλισης και δικαιούχου του ασφαλίσματος τράπεζας και κατά του ασφαλιστή όχι μόνο αναγνωριστική αγωγή κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, με την οποία θα ζητούν, προς άρση της δημιουργούμενης αβεβαιότητας, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει στην τράπεζα το ασφάλισμα, αλλά και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, ασκώντας κατά του τελευταίου την αξίωση της δανείστριας τράπεζας για την καταβολή του ασφαλίσματος, αφού η αξίωση έχει γεννηθεί και η τράπεζα αδρανεί να την ασκήσει, δεδομένου ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων άσκησης της πλαγιαστικής αγωγής, είναι και η ιδιότητα του πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του δικαιούχου της αξίωσης, που ασκείται με την αγωγή (ΑΠ 462/2020, ΑΠ 965/2015), και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ασφαλισμένος δανειολήπτης, εκτός από οφειλέτης της τράπεζας ως υπόχρεος απόδοσης του ληφθέντος δανείου, είναι και δανειστής αυτής, γιατί από την μεταξύ τους συμβατική σχέση έχει "αξίωση ελευθερώσεως" κατά της τράπεζας, δηλαδή αξίωση να προβεί αυτή στην είσπραξη του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ώστε να ελευθερωθεί ο ίδιος από την υποχρέωσή του να της καταβάλει τις υπολειπόμενες δόσεις του δανείου (AΠ 1348/2022, AΠ 1349/2022). Περαιτέρω, με το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιο α` του Ν.2496/1997 ορίζεται, ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή". Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας. Εξάλλου, στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1 ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή. Σε περίπτωση, εξάλλου, που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ` αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 808/2022, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 1431/2015). Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ789/2023, ΑΠ500/2023, ΑΠ831/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Οι εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Αναστάσιου Τσαρσιταλίδη, που απεβίωσε στις 29/7/2015 στη Θεσσαλονίκη, η πρώτη εξ αυτών ως σύζυγος και οι λοιποί ως τέκνα του. Ο αποβιώσας μαζί με την πρώτη εφεσίβλητη είχαν συνάψει την υπ'αριθ. 46/2.4.2008 σύμβαση δανείου με την Α. Τ. Τ. Ε. Α..Ε., ύψους 70.000 ευρώ, όπως συμπληρώθηκε με την υπ'αριθ. 46/24.10.2013 πρόσθετη πράξη, με την οποία υπεισήλθε στη θέση της δανείστριας η Τ. Π. Α..Ε.. Εν τω μεταξύ, κατόπιν της από 27.10.2009 αίτησης συμμετοχής του αποβιώσαντος, η ως άνω δανείστρια Τράπεζα τον ενέταξε, ως ασφαλιζόμενο δανειολήπτη, σε ομαδική ασφάλιση και ειδικότερα στο υπ'αριθ. 1.244/01.04.2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αντισυμβαλλόμενη την εκκαλούσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη), η οποία ανέλαβε την υποχρέωση, σε περίπτωση θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητάς του, να καταβάλει στην ανωτέρω δανείστρια Τράπεζα ως ασφάλισμα, το ποσό του άληκτου κεφαλαίου του ως άνω στεγαστικού δανείου. Στη συνέχεια, παρότι οι εφεσίβλητοι, ως νόμιμοι κληρονόμοι του λήπτη της ασφάλισης, γνωστοποίησαν στην εκκαλούσα τον θάνατο του τελευταίου και ζήτησαν την καταβολή του ασφαλίσματος στη δανείστρια Τράπεζα, η εναγομένη τους κοινοποίησε το υπ'αριθ. 1.019/26.10.2015 έγγραφο, με το οποίο απέρριψε το αίτημά τους, επικαλούμενη την από πρόθεση (δόλια) απόκρυψη, εκ μέρους του αποβιώσαντος, προβλημάτων υγείας, τα οποία παρέλειψε να δηλώσει στα τεθέντα, με το από 27.10.2009 ερωτηματολόγιο, γραπτά σχετικά ερωτήματα, δηλώνοντας έτσι σιωπηρά, πλην όμως με σαφή τρόπο, ότι καταγγέλλει την ως άνω σύμβαση, θεωρώντας την άκυρη εξ υπαρχής, απαλλασσόμενη από κάθε υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος. Ειδικότερα, μαζί την ανωτέρω αίτηση ασφάλισης ο ασφαλισμένος υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση απαντώντας σε γενικές και ιατρικές ερωτήσεις, ως αντικειμενικά ουσιώδη περιστατικά για την εκτίμηση του κινδύνου ασφάλισης. Στην ανωτέρω δήλωσή του και συγκεκριμένα στην υπ'αριθ. 1 ερώτηση, η οποία καλούσε τον ασφαλισμένο να βεβαιώσει συλλήβδην εάν έχει κάποια αναπηρία ή παράλυση, όπως και στην υπ'αριθ. 2 ερώτηση, η οποία τον καλούσε να βεβαιώσει εάν πάσχει από κάποια χρόνια σοβαρή πάθηση (καρδιάς, υπέρταση, αγγείων, λευχαιμία, διαβήτη, πνευμόνων, εγκεφάλου, νευρολογική, συκωτιού, στομάχου ή νεφρών, HIV, AIDS, προβλήματα αρθρώσεων, οφθαλμών και αυτιών), αυτός απάντησε αρνητικά. Στις 29.07.2015, o ασφαλισμένος απεβίωσε λόγω ασυστολίας, ανεπάρκειας πολλαπλών οργάνων, βαριάς σηπτικής καταπληξίας, αυτόματης ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας - χειρουργικής παροχέτευσης, βαριάς καρδιακής ανεπάρκειας - μόνιμος βηματοδότης, όπως αναφέρεται στο από 29.07.2015 αποβιωτήριο της χειρούργου - εντατικολόγου Μ. Π. του Γ.Ν.Θ. "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ". Κατά τον έλεγχο του ιατρικού φακέλου του, κατόπιν του αιτήματος των εφεσιβλήτων για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, η εκκαλούσα διαπίστωσε ότι στο βιβλιάριο υγείας του αποβιώσαντος, κατόπιν συστάσεως του θεράποντος ιατρού του, αναγράφονται: α) υπερλιπιδαιμία με παραπομπή για εξετάσεις αίματος για σάκχαρο, τριγλυκερίδια, SCOT, ygt, γενική ούρων κλπ στις 30/1/2009, β) υπερλιπιδαιμία και σακχαρώδης διαβήτης με παραπομπή για τις ίδιες εξετάσεις αίματος στις 26/2/2009, γ) επίσκεψη σε ιατρό για υπερλιπιδαιμία στις 26/5/2009 και στις 9/7/2009, δ) υπέρταση και υπερλιπιδαιμία με παραπομπή για τις ίδιες εξετάσεις αίματος στις 17/8/2009, ε) επισκέψεις σε ιατρό για υπερλιπιδαιμία στις 15/9/2009 και στις 14/10/2009, δηλαδή συνολικά τρείς εξετάσεις αίματος εντός διαστήματος επτά μηνών και επτά επισκέψεις σε ιατρό εντός χρονικού διαστήματος εννέα μηνών, για παθήσεις οι οποίες αναγράφονταν στην υπ'αριθ. 2 ερώτηση της αίτησης ασφάλισης και συγκεκριμένα υπέρταση, διαβήτη και υπερλιπιδαιμία, η οποία σχετίζεται άμεσα με κίνδυνο παθήσεων καρδιάς και αγγείων. οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι οι ως άνω εγγραφές αποτελούν απλά αιτιολογία για διενέργεια προληπτικών εξετάσεων, πλην όμως η συχνότητα τους υποδεικνύει εξετάσεις συνεπεία διαγνωσθείσας ασθένειας. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί και το γεγονός ότι ο αποβιώσας υπέστη στις 15/6/2011 καρδιακή ανακοπή, συμβάν που σύμφωνα με την ιατρική επιστήμη έχει άμεση σχέση με την υπέρταση και την υπερλιπιδαιμία. Επίσης στο ενημερωτικό σημείωμα νοσηλείας που δόθηκε στον αποβιώσαντα κατά την έξοδο του από την Α Καρδιολογική κλινική του Π.Ν.Θ Α.Χ.Ε.Π.Α. όπου νοσηλεύτηκε μεταξύ 15 και 29/6/2011, όταν και υπέστη καρδιακή ανακοπή και υπογράφεται από τον καθηγητή καρδιολογίας Γ..Γ. και τον ειδικευόμενο καρδιολογίας Δ. Τ., αναγράφονται μεταξύ άλλων: "διάγνωση εξόδου: καρδιακή ανακοπή - παλαιό έμφραγμα μυοκαρδίου, κλινικά ευρήματα: Ασθενής 55 ετών, καπνιστής, με ιστορικό δυσλιπιδαιμίας, ήπιου σακχαρώδους διαβήτη... υποβλήθηκε σε στεφανιογραφία που ανέδειξε βλάβη στον LAD με εικόνα χρόνιας απόφραξης". Επίσης προέκυψε ότι o αποβιώσας ελάμβανε σταθερά και μόνιμα φαρμακευτική αγωγή για τις ως άνω παθήσεις του και ειδικότερα diamicron για τον σακχαρώδη διαβήτη, carvepen για την υπέρταση, holisten για την υπερλιπιδαιμία και duoplavin για αντιθρομβωτικό. Αυτή η φαρμακευτική αγωγή φαίνεται από τις εγγραφές στο βιβλιάριο υγείας για διάστημα μετά τις 13/1/2012, γιατί από τότε γίνονταν εγγραφές των φαρμάκων στα βιβλιάρια υγείας και όχι σε συνταγολόγια που εγγράφονταν μέχρι τότε, εντούτοις η συχνότητα των ιατρικών επισκέψεων και εξετάσεων του εναγομένου κατά το προ της ασφάλισης χρονικό διάστημα, αποδεικνύει ότι ελάμβανε και τότε σχετική φαρμακευτική αγωγή, έστω και αν οι εφεσίβλητοι δεν προσκόμισαν και το συνταγολόγιο της επίδικης χρονικής περιόδου. Το ότι ο αποβιώσας αιμοδότησε εθελοντικά τρείς φορές σε χρονικά διαστήματα που απείχαν μεταξύ τους 2 και 4 έτη, (3/3/2005, 5/12/2007 18/5/2011) δεν σημαίνει ότι δεν ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή, ούτε και ότι δεν έπασχε από τις ανωτέρω νόσους, άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι η αιμοδοσία απαγορεύεται όταν λαμβάνεις τη φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε ο αποβιώσας. Επομένως προέκυψε σαφώς ότι ο αποβιώσας εν γνώσει του, κατά την συμπλήρωση του από 27/10/2009 ιατρικού ερωτηματολογίου, δεν δήλωσε στην εκκαλούσα ασφαλιστή του κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνώριζε, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, και συγκεκριμένα ότι έπασχε από τις ανωτέρω χρόνιες νόσους, το, δε, περιστατικό που αποκρύφθηκε ήταν αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, έτσι ώστε να δίνει στον ασφαλιστή το σχετικό δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, στην, δε, παρούσα περίπτωση, εφόσον η εκκαλούσα πληροφορήθηκε μετά την επέλευση του κίνδυνου τη δόλια απόκρυψη των ουσιωδών περιστατικών, απαλλάσσεται αμέσως από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, εφόσον επικαλέστηκε ότι θα είχε προβεί σε καταγγελία αν είχε λάβει γνώση της παραβάσεως πριν την επέλευση του κίνδυνου και κατ'ένσταση ως εναγομένη για την μη καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Επομένως έσφαλε η πρωτόδικη απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή των εφεσιβλήτων και, γενομένων δεκτών των πρώτου και τρίτου λόγου εφέσεως της εκκαλούσας, παρελκούσης της εξέτασης του δεύτερου λόγου εφέσεως, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η αγωγή...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας βάσιμη την επαναφερθείσα με συναφή λόγο έφεσης ένσταση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας περί άμεσης απαλλαγής της από την υποχρέωσή της για την καταβολή του ασφαλίσματος, δέχθηκε την έφεση αυτής κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή, και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε ως αβάσιμη κατ` ουσίαν την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία οι τελευταίοι, ως κληρονόμοι του λήπτη της ασφάλισης, γνωστοποίησαν στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (ήτοι το θάνατο αυτού) και ζήτησαν (πλαγιαστικά) την καταβολή στη δανείστρια τράπεζα, του συμφωνημένου ασφαλίσματος. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 5 του ν. 2496/1997 και 330 παρ.1 ΑΚ (κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση και όχι 332 ΑΚ, όπως εκ παραδρομής ανεγράφη και διευκρινίζεται στις προτάσεις των αναιρεσειόντων), αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων και που δικαιολογούν την παραδοχή της εν λόγω ένστασης και την απόρριψη της ένδικης αγωγής χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία. Και τούτο διότι, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται άμεσα της καταβολής του ασφαλίσματος στη δανείστρια τράπεζα, λόγω της απόκρυψης με δόλο, από τον λήπτη της ασφάλισης, της πραγματικής κατάστασης της υγείας του και της πληροφόρησης της αναιρεσίβλητης περί των χρονίων νόσων του, οι οποίες ως ουσιώδες στοιχείο, θεμελίωναν δικαίωμα καταγγελίας της σύμβαση, με τις υποστηρίζουσες αυτό παρακάτω ανέλεγκτες απαραδοχές, ήτοι: α) ο αποβιώσας στις 29-7-2015 και κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου από τους αναιρεσίβλητους, (σύζυγο και τέκνα του), για το στεγαστικό δάνειο ύψους 70.000 ευρώ, που είχε λάβει το 2008 από την Αγροτική τράπεζα, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η τράπεζα Πειραιώς, είχε ενταχθεί μετά από αίτησή του, την 27.10.2009 ως ασφαλιζόμενος δανειολήπτης στο από 1.4.2007 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με το οποίο η τελευταία ανέλαβε σε περίπτωση θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητάς του να καταβάλει στη δανείστρια ως ασφάλισμα το άληκτο κεφάλαιο του άνω δανείου, β) ο ανωτέρω λήπτης της ασφάλισης απάντησε αρνητικά στις κρίσιμες ερωτήσεις της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, που τέθηκαν σ' αυτόν με το από 27.10.2009 ερωτηματολόγιο, σχετικά με τα προβλήματα της υγείτας του, γ) το συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο υποβλήθηκε στον θανόντα πριν την κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης, θεωρούμενο ως αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου ασφάλισης, μαζί με την σχετική αίτηση ασφάλισης και την υπεύθυνη δήλωση που αυτός υπέγραψε, περί του εάν έπασχε (μεταξύ άλλων παθήσεων) και από κάποια χρόνια σοβαρή πάθηση (καρδιάς, υπέρταση, αγγείων, λευχαιμία, διαβήτη, πνευμόνων, εγκεφάλου...), δ) στις 29.7.2015 ο ασφαλισμένος απεβίωσε συνεπεία ασυστολίας, ανεπάρκειας πολλαπλών οργάνων, βαρειάς σηπτικής καταπληξίας, αυτόματης ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας - χειρουργικής παροχέτευσης, βαρειάς καρδιακής ανεπάρκειας, μόνιμος βηματοδότης, ε) κατά τον έλεγχο του ιατρικού του φακέλου (μετά το θάνατό του) η αναιρεσίβλητη διαπίστωσε, ότι στο βιβλιάριο υγείας του (πριν τη σύναψη της επίμαχης ασφάλισης και σε σύντομα χρονικά διαστήματα, 30-1-2009, 26-2-2009, 26-5-2009, 9-7-2009, 17-8-2009, 15-10-2009 και 14-10-2009) ο θεράπων ιατρός του, είχε συνταγογραφήσει εξετάσεις και επισκέψεις για τις χρόνιες παθήσεις της υπέρτασης, του διαβήτη και της υπερλιπιδαιμίας, που σχετίζονται άμεσα με κίνδυνο παθήσεων καρδιάς και αγγείων και αναγράφονταν στο επίμαχο ως άνω ερωτηματολόγιο της αίτησης ασφάλισης, στ) στις 15-6-2011 είχε υποστεί καρδιακή ανακοπή, συμβάν που έχει άμεση σχέση με την υπέρταση και την υπερλιπιδαιμία, σύμφωνα με την ιατρική επιστήμη, ζ) στο σημείωμα νοσηλείας κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου νοσηλεύτηκε από 15/29-6-2011 για την ανακοπή που υπέστη, αναγράφεται (μεταξύ άλλων) από τους ιατρούς του: παλαιό έμφραγμα μυοκαρδίου, κλινικά ευρήματα, ασθενής 55 ετών, καπνιστής με ιστορικό δυσλιπιδαιμίας, ήπιου σακχαρώδη διαβήτη...υποβλήθηκε σε στεφανιογραφία που ανέδειξε βλάβη στον LAD με εικόνα χρόνιας απόφραξης, η) ο αποβιώσας λάμβανε σταθερά και μόνιμα φαρμακευτική αγωγή για τις άνω παθήσεις και ειδικότερα diamicron για το διαβήτη, carvepen για την υπέρταση, holisten για την υπερλιπιδαιμία και duoplavin για αντιθρομβωτικό, θ) από τη συχνότητα των ιατρικών επισκέψεων και των εξετάσεών του αποδεικνύεται ότι ο θανών λάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή και κατά το πρό της ασφάλισης χρονικό διάστημα, παρότι στα βιβλιάρια υγείας οι σχετικές εγγραφές των φαρμάκων φαίνονται από 13/1/2012, γιατί προηγουμένως γραφόταν στα συνταγολόγια, τα οποία δεν προσκόμισαν για τον επίδικο χρόνο οι αναιρεσείοντες, ι) το γεγονός ότι αιμοδότησε εθελοντικά στις 3/3/2005, 5/12/2007 και 18/5/2011 δεν σημαίνει ότι δεν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και ότι δεν έπασχε από τις ανωτέρω νόσους, ούτε αποδείχθηκε ότι η αιμοδοσία απαγορεύεται με τη λήψη της συγκεκριμένης αγωγής, ια) ο αποβιώσας εν γνώσει του κατά τη συμπλήρωση του από 27-10-2009 ιατρικού ερωτηματολογίου δεν δήλωσε στην αναιρεσίβλητη κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και συγκεκριμένα ότι έπασχε από τις ανωτέρω χρόνιες νόσους, το δε περιστατικό που αποκρύφθηκε, ήταν αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε να δίνει στον ασφαλιστή δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, στη δε παρούσα περίπτωση αφού η αναιρεσίβλητη πληροφορήθηκε μετά την επέλευση του κινδύνου τη δόλια απόκρυψη των ουσιωδών περιστατικών, απαλλάσσεται αμέσως από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, αφού επικαλέσθηκε ότι θα είχε προβεί σε καταγγελία αν είχε λάβει γνώση της παραβάσεως πριν την επέλευση του κινδύνου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.19 πλημμέλεια, με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 3 παρ.1 και 5 του ν. 2496/1997 και 330 παρ1 ΑΚ , λόγω ασαφών αιτιολογιών και ελλείψεων αναφορικά με το βαθμό υπαιτιότητας του αποβιώσαντος (άμεσο ή ενδεχόμενο δόλο), καθώς και εάν τα φερόμενα ως αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου (ήτοι, οι φερόμενες ως αποκρυβείσες παθήσεις) ήσαν χρόνιες και σοβαρές, είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ανωτέρω πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την περί των πραγμάτων κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, ενώ ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1121/2022, ΑΠ 1288/2022, ΑΠ 1244/2021). Eν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τα επικληθέντα και προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα : α) την εκτύπωση από την ιστοσελίδα του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας στην οποία περιλαμβάνονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί άτομο που γίνεται αιμοδότης, β) την 4775/22.12.2016 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του αδελφού του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Α. Η., προϊσταμένης νοσηλευτών του Νοσοκομείου "Γ.Παπανικολάου" ενώπιον της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., γ) την 4780/23.12.2016 ένορκη βεβαίωση του θεράποντος ιατρού του δικαιοπαρόχου τους Κ. Θ. ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, δ) το κατά την έξοδο του αποβιώσαντος την 29/11/2011 από το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ ενημερωτικό σημείωμα της Α' Καρδιολογικής Κλινικής. Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "... από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα υπ'αριθμ.3087/30.12.2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας... μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εφεσιβλήτων (... 6303/27.12.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Φ. Ε.), από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους εφεσιβλήτους υπ'αριθμ. 4755/22.12.2016 και 4780/23.12.2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ.Κ., που λήφθηκαν μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (υπ' αριθμ. 1147Δ/19.12.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του εφετείου Πειραιώς Κ. Κ.), (οι ενάγοντες δεν προσκομίζουν την 4796/18.1.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ίδιας συμβ/φου για την οποία η εκκαλούσα άσκησε το δεύτερο λόγο εφέσεως επικαλούμενη μη νόμιμη κλήτευση της), καθώς και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως...", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται οιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αλλά και τα ανωτέρω έγγραφα, που φέρονται ως αγνοηθέντα, των οποίων δεν απαιτείτο αντιδιαστολή από άλλα έγγραφα, ούτε ειδική μνεία αυτών, πέραν του ότι το από 29-6-2011 ενημερωτικό σημείωμα μνημονεύεται ειδικά κατά περιεχόμενο. Επομένως ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο την εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα λεπτομερώς ως ανωτέρω μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα αναφερόμενα ως "παραλειφθέντα" στον παραπάνω λόγο, αποδεικτικά μέσα. Όσον αφορά δε την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα), συνάγεται αντίθετο πόρισμα εκείνου που δέχθηκε το Εφετείο, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω στοιχείων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ισχυρισμός, ότι δεν νομιμοποιούνται οι αναιρεσείοντες ενεργητικά ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος να ασκήσουν την ένδικη πλαγιαστική αγωγή είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν προεβλήθη με λόγο αναίρεσης (εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.1), πέραν του ότι σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν, στην περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε με τον θάνατό του λήπτη της ασφάλισης δανειολήπτη, οι κληρονόμοι του, ως έχοντες άμεσο έννομο συμφέρον, μπορούν να ασκήσουν κατά της αδρανούσας να διεκδικήσει το ασφάλισμα λήπτριας της ασφάλισης και δικαιούχου του ασφαλίσματος τράπεζας και κατά του ασφαλιστή και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, ασκώντας κατά του τελευταίου την αξίωση της δανείστριας τράπεζας για την καταβολή του ασφαλίσματος, αφού η αξίωση έχει γεννηθεί και η τράπεζα αδρανεί να την ασκήσει. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθ.176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-7-2020 αίτηση των: 1.Α. Ε., 2. Τ. Ι., 3. Τ. Γ. , για αναίρεση της με αριθμό 4.230/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ =