Αριθμός 1117/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Μ. του Δ. και Π., 2) Ε. Μ. του Δ. και Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ασπασία Σιούτα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 3) νομίμων κληρονόμων-καθολικών διαδόχων της Χ. Μ. του Δ., που απεβίωσε στις 11-5-2014, κατοίκου εν ζωή ...: α) Δ. Α. του Δ. και Χ., κατοίκου ..., 2) Ε. Α. του Δ. και Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μαλάμο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό η Πρόεδρος ανέγνωσε την από 5-10-2022 δήλωση βίαιης διακοπής και συνέχισης της δίκης, του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, ότι, η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 16-5-2021 σύμφωνα με την υπ' αριθμό 29/4/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο καθολικός διάδοχος αυτής και ήδη υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος, Ε. Μ. του Δ., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23910/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-1-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ.α, 287,290 291, 292 και 313 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει,ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του),ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να επαναλάβουν τη δίκη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ για την αποποίηση της κληρονομίας. Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 22/2000). Αν όμως ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Εφετείου ή, πολύ περισσότερο, μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δε υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 598/2021 ΑΠ 715/2020) και τα ένδικα μέσα κατά της άνω αποφάσεως άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται ή αναλόγως να ασκούνται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ή 556 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων του αποβιώσαντος) ή αναλόγως να ασκούνται από τους κληρονόμους αυτού .(ΑΠ 988/2018, ΑΠ 728/2014, ΑΠ 644/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, Λ. Μ. και δήλωσε ότι : α) η εκ των εναγόντων - εκκαλούντων , Ε. χήρα Δ. Μ. αποβίωσε στις 16.5.2021, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και προσκόμισε την από 17.5.2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που έχει συνταχθεί από το Ληξιαρχείο Δ.Ε. ... του Δήμου ... του Νομού Θεσσαλονίκης , ενώ δήλωσε ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω του θανάτου της αναιρεσίβλητης συνεχίζει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, γιός αυτής, Ε. Μ. του Δ.ς σύμφωνα με το 11567/20.5.2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... του Νομού Θεσσαλονίκης. Επίσης, από τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται από τους αναιρεσίβλητους και ειδικότερα το από 1.2.2014 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου Δ.Ε. Ευόσμου του Δήμου ... του Νομού Θεσσαλονίκης και το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... του Νομού Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι στις 11.5.2014, ήτοι μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που έλαβε χώρα στις 27.1.2014 αποβίωσε, η εκ των εναγόντων - εκκαλούντων, Α. Χ. του Μ. Δ., σύζυγος Δ. Α., για την οποία δεν υφίσταται στάδιο διακοπής της δίκης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις θυγατέρες της Δ. Α. του Δ. και Χ. και Ε. Α. του Δ. και Χ.. Η αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά στέφεται κατά των νομίμων κληρονόμων της ως άνω Χ. Μ., χωρίς αυτές να κατονομάζονται, εφόσον περιήλθε σε γνώση των αναιρεσειουσών ο θάνατός της, όχι όμως και των κληρονόμων της, οι οποίες, όπως δηλώθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως παρίστανται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και γνωστοποιούν ότι συνεχίζουν την προκειμένη δίκη. Επίσης, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη, που διακόπηκε βιαίως λόγω θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Δ. Μ. και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με διάδικο τον ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, δεύτερο αναιρεσίβλητο. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 174/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων - αναιρεσίβλητος Ε. Μ. του Δ. από κοινού με την ήδη αποβιώσασα μητέρα του Ε. χήρα Δ. Μ. και την ήδη αποβιώσασα Χ. Μ. του Δ., οι οποίες κληρονομήθηκαν από τους ως άνω κληρονόμους τους, που συνεχίζουν την παρούσα αναιρετική δίκη, με την από 26.5.2006 αγωγή τους προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στρεφομένης κατά των εναγομένων Π. χήρας Δ. Μ., Ε. Μ., Ε. Μ. και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος ..." ως καθολικού διαδόχου του Δήμου ..., εξέθεταν, ότι είναι (συγ)κύριοι με πρωτότυπο τρόπο, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο κάθε ένας, οικοπέδου με οικία, εμβαδού 232,72 τ.μ,που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του χωριού ... του Δήμου ... Θεσσαλονίκης, στο οποίο, κατόπιν άτυπης αγοράς του από τον δικαιοπάροχο των τριών πρώτων εναγομένων, Δ. Μ., εγκαταστάθηκε ο δικαιοπάροχός τους Δ. Μ. από το έτος 1965, νεμόμενος αυτό έκτοτε με διάνοια κυρίου διενεργώντας τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1986 θάνατό του, τη νομή δε αυτού συνέχισαν να ασκούν οι ενάγοντες κληρονόμοι του . Επικαλέσθηκαν δε οι ενάγοντες ότι κατά την διαδικασία ένταξης του επιδίκου ακινήτου στο σχέδιο πόλεως και παρότι οι ίδιοι είχαν ήδη καταστεί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι αυτό για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους, ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος των αρχικών εναγομένων, δήλωσε ότι το επίδικο του ανήκει κατά κυριότητα με αποτέλεσμα να καθορισθεί στη σχετική Πράξη Εφαρμογής, που εκδόθηκε και αφορά το επίδικο και κυρώθηκε με απόφαση του Νομάρχη που μεταγράφηκε νόμιμα το έτος 1993, ότι αυτό αποτελεί την οφειλόμενη από τον ίδιο εισφορά σε γη και να περιέλθει έτσι στην κυριότητα του Δήμου ..., μετέπειτα Κοινότητας ... και ήδη Δήμου .... Με βάση τα παραπάνω οι ενάγοντες αιτήθηκαν να αναγνωρισθούν (συγκ)ύριοι, ο κάθε ένας κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, του επίδικου οικοπέδου μετά της επί αυτού οικίας και να αναγνωρισθεί η μη ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο των εναγομένων . Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, κληρονόμοι του Δ. Μ., ισχυρίσθηκαν: α) ότι οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχός τους κατείχαν το επίδικο ακίνητο δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου που είχε συναφθεί το έτος 1965 μεταξύ του δικού τους δικαιοπαρόχου και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και β) ότι η άσκηση της αγωγής είναι καταχρηστική. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 23910/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως προς την τέταρτη εναγομένη Κοινότητα ..., μετέπειτα Δήμο ..., ως προς τις λοιπές εναγόμενες (δεύτερη και τρίτη) κρίθηκε νόμιμη ως προς το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της (συγ)κυριότητας των εναγόντων για το χρόνο πριν τη μεταγραφή της ως άνω πράξης εφαρμογής, πλην όμως απορρίφθηκε και ως προς αυτές ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή ως κατ'ουσίαν βάσιμης της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων ότι οι ενάγοντες κατείχαν το επίδικο ακίνητο δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου, συναφθείσας μεταξύ των δικαιοπαρόχων τους το έτος 1965. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τους ενάγοντες και επί αυτής εκδόθηκε η 174/2014 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία την έκανε τυπικά δεκτή και την απέρριψε κατ'ουσίαν ως προς το εφεσίβλητο Δήμο ..., στη θέση του οποίου είχε υπεισέλθει, συνεχίζοντας τη δίκη ο Δήμος Νεάπολης - ..., ενώ ως προς τις λοιπές εναγόμενες στην έκανε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες κατά το έτος 1993, οπότε συντάχθηκε η ... πράξη εφαρμογής που κυρώθηκε με τη νόμιμα μεταγραμμένη ΔΠ/ΤΤΑ/45990/1993 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης στις 9.11.1993, είχαν καταστεί (συγ)κύριοι του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη εξ αυτών και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένας των λοιπών. Κατά της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στρέφεται η υπό κρίση από 20.1.2017 αίτηση αναιρέσεως των εναγομένων - εφεσίβλητων, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔικ.). Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,2,3,6,7,8, 9 και 12 του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (άρθρα 37, 38, 39, 43, 44, 45, 46 και 48 του Π.Δ. της 14/27.7.1999 " Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας"), για την επέκταση σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενεστέρων του 1993, καταρτίζεται και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντάσσεται και εγκρίνεται με Π.Δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτίζεται πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, η οποία κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο. Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης. Για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων που αυτή προβλέπει, καθιερώνεται, σε αρμονία με το άρθρο 24 παρ. 3 του Συντάγματος, υποχρέωση εισφοράς σε γη. Η υποχρέωση αυτή πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης. Η πράξη εφαρμογής προσδιορίζει τα τμήματα που ρυμοτομούνται για κοινόχρηστους χώρους ή καταλαμβάνονται από κοινωφελείς χώρους και μπορεί, για να γίνει δυνατή η διάθεση της εισφοράς γης για τους σκοπούς του νόμου, να επιφέρει σημαντικές διαρρυθμίσεις στα τμήματα που προέρχονται από εισφορά γης, καθώς και σε κάθε ιδιοκτησία γενικά, όπως μετακινήσεις, τακτοποιήσεις, προσκυρώσεις, ανταλλαγές, καθώς και αλλαγές της μορφής των ιδιοκτησιών. Μετά την κύρωσή της με απόφαση του Νομάρχη, η πράξη εφαρμογής γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτοχρόνως και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται στα ακίνητα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 7 περ. α' του ν. 1337/1983 (άρθρο 48 παρ. 7 περ. α' του από 14/27.7.1999 Π.Δ/τος - Κ.Β.Π.Ν.), με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ. από 17.7/16.8.1923 και του ν.δ. 797/1971 (ήδη του ν. 2882/2001-ΚΑΑΑ). Οι μεταβολές των ιδιοκτησιών χωρίζονται, δηλαδή σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι μεταβολές που συνίστανται σε εισφορά σε γη, με την αφαίρεσή τους και τη διάθεσή τους για τους προβλεπόμενους στο νόμο σκοπούς, μεταξύ των οποίων είναι και η δημιουργία κοινοχρήστων χώρων (άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 1337/1983 - άρθρο 45 παρ. 8 Κ.Β.Π.Ν.). Με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι μεταβολές της κατηγορίας αυτής στις ιδιοκτησίες. Στη δεύτερη κατηγορία μεταβολών ανήκουν εκείνες που αφορούν προσκυρώσεις, τακτοποιήσεις και ρυμοτομήσεις ή και δεσμεύσεις ιδιοκτησιών για την ανέγερση κοινωφελών κτιρίων, πέραν της οφειλόμενης εισφοράς σε γη. Οι επεμβάσεις αυτές, εφόσον συνίστανται σε αναγκαστικές αφαιρέσεις ιδιοκτησιών ή τμημάτων ιδιοκτησιών επιπλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στην καθορισμένη έκταση εισφοράς σε γη, δεν ολοκληρώνονται με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Συντάγματος, θα πρέπει να προηγηθεί η πλήρης αποζημίωση των θιγόμενων ιδιοκτησιών και μόνο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης των εν λόγω ακινήτων, με την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της παρακατάθεσής της, επέρχεται μεταβολή στην κυριότητα των ακινήτων της κατηγορίας αυτής. Αν, λοιπόν, πρόκειται για μεταβολή της πρώτης κατηγορίας, η οποία συνεπάγεται και την άμεση απόσβεση κάθε εμπράγματου δικαιώματος τρίτου που υπήρχε στα μεταβαλλόμενα ακίνητα (άρθρο 12 παρ. 7 περ. γ του ν. 1337/1983 - άρθρο 48 παρ. 7 περ. γ' Κ.Β.Π.Ν.), αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, ο ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 7 περ. β' του ν. 1337/1983 (άρθρο 48 παρ. 7 περ. 3 Κ.Β.Π.Ν.), να καταλάβουν τα νέα ακίνητα, που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς και σε περίπτωση άρνησης του νομέα ή κατόχου να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται, μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε (15) ημερών από την έγγραφη πρόσκληση προς αυτόν, διατάσσεται η αποβολή του από το δικαστήριο (μονομελές πρωτοδικείο), ενώ κατά την παρ. 7 εδ. α' του άρθρου 12 ν. 1337/83 ορίζεται ότι έκτοτε για τα ακίνητα αυτά δεν ισχύουν οι διατάξεις περί χρησικτησίας. Αν όμως πρόκειται για μεταβολή της δεύτερης κατηγορίας, για ακίνητα δηλαδή επί πλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στην καθορισμένη εισφορά σε γη, για τα οποία οφείλεται αποζημίωση, μόνο αφού προηγηθεί η συντέλεση της απαλλοτρίωσής τους, με τον καθορισμό και την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση της παρακατάθεσής της είναι επιτρεπτή η αποβολή του νομέα ή κατόχου από αυτά. Περαιτέρω, δικαιώματα της περίπτωσης δ' της ίδιας παραγράφου (του άρθρου 12 παρ. 7 του ν. 1337/1983, άρθρου 48 παρ. 7 του Κ.Β.Π.Ν.) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση. Η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει τα εξής : " δ) Δένδρα, φυτείες, μανδρότοιχοι, συρματοπλέγματα, φρέατα και άλλες εγκαταστάσεις και κατασκευές που υπάρχουν νόμιμα σε ιδιοκτησίες που μεταβάλλουν ιδιοκτήτη με την πράξη εφαρμογής αποζημιώνονται από τον οικείο ΟΤΑ. Το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται από την επιτροπή του π.δ/τος 5/86 (άρθρου 47 του Κ.Β.Π.Ν.) και καταβάλλεται στο δικαιούχο. Σε περίπτωση διαφωνίας για την αξία των παραπάνω αποφαίνεται το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας" Κατά την αληθινή έννοιά της, η διάταξη αυτή αναφέρεται σε όλα τα επικείμενα συστατικά των ακινήτων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 954 του ΑΚ και συνεπώς και στα κάθε είδους οικοδομήματα και κτίσματα, που υπάρχουν νόμιμα στις ιδιοκτησίες που μεταβάλλονται, οι περιεχόμενοι δε σε αυτό όροι "κατασκευές" και "εγκαταστάσεις" δε χρησιμοποιούνται με την περιορισμένη τεχνική έννοια αυτών που περιέχεται στις διατάξεις των άρθρων 2, 17, 18 και 19 του ν. 1557/1985 "γενικός Οικοδομικός Κανονισμός", όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 15 και 16 του ν. 2831/2000 (ΑΠ 499/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 49 παρ. 3 Ν. 947/1979, που εφαρμόζεται εδώ αναλογικά, "εάν το εισφερόμενον ακίνητον διεκδικείται υπό τρίτου, από της μεταγραφής του παραχωρητηρίου αντικείμενον της δίκης καθίσταται το νέον ακίνητον. Επί διεκδικήσεως τμήματος ή ιδανικού μεριδίου επί του εισφερομένου ακινήτου αντικείμενον αυτής καθίσταται από της ως άνω μεταγραφής η αξία του, επιφυλασσομένης της εφαρμογής των άρθρων 1097 και 1099 του αστικού κώδικος..." . Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι αυτός ο οποίος διεκδικούσε δικαίωμα κυριότητας σε μεταβαλλόμενο, κατ'εφαρμογή του Ν. 1337/1983, ακίνητο, μετά τη μεταγραφή της κυρωθείσας πράξεως εφαρμογής και της συνακόλουθης απόσβεσης του δικαιώματος του επί του ακινήτου αυτού, δικαιούται να διεκδικήσει το νέο ακίνητο, το οποίο στα πλαίσια των ρυθμίσεων του ίδιου νόμου τυχόν περιήλθε στον φερόμενο στην πράξη εφαρμογής ως κύριο του μεταβληθέντος ακινήτου - καθ' ου η αρχική διεκδίκηση ή, όταν διεκδικείται τμήμα ή ιδανικό μερίδιο του εισφερομένου ακινήτου, την αξία του και προφανώς όχι το ίδιο το μεταβληθέν ακίνητο το οποίο ανήκει πλέον στην κυριότητα τρίτου, κατά του οποίου δεν παρέχεται στον διεκδικούντα καμία αξίωση, ούτε από τις προαναφερόμενες διατάξεις αλλά ούτε από οποιαδήποτε διάταξη νόμου, εφόσον ο τρίτος αυτός αποκτά την κυριότητα πρωτοτύπως και δεν είναι διάδοχος του φερόμενου ως αρχικού κυρίου του μεταβληθέντος ακινήτου. Σε κάθε περίπτωση, όταν η δίκη αφορά τμήμα ή ιδανικό μερίδιο επί του εισφερομένου ακινήτου, αντικείμενό της μπορεί να είναι μόνο η αξία των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του νέου ακινήτου. (ΑΠ 1703/2012). Δηλαδή ο ισχυριζόμενος ότι είναι ιδιοκτήτης του εισφερομένου ακινήτου, το οποίο έχει μεταβιβασθεί με την πράξη εφαρμογής σε τρίτο και ως εκ τούτου υπάρχει αδυναμία παροχής έχει κατά του φερόμενου στην πράξη εφαρμογής κυρίου του μεταβληθέντος ακινήτου αξίωση αποζημιώσεως. Ακόμη, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 12 ν. 1337/1983, όπως είχε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 11 ν. 3212/2003, η πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης εκδίδεται κατά ειδική διοικητική διαδικασία που περιλαμβάνει και το στάδιο ενστάσεων από τους ενδιαφερομένους, κατόπιν προσκλήσεώς τους, πριν από την κύρωση της πράξεως. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, με την πράξη αυτή επέρχονται, μετά την κύρωση και μεταγραφή της, οι αναγκαίες για την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου εμπράγματες μεταβολές στα ακίνητα της περιοχής. Κατά τον ρητό δε ορισμό αλλά και την έννοια της διατάξεως της περ. ε' της παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 (όπως είχε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 11 ν. 3212/2003) η πράξη αυτή καθίσταται οριστική και αμετάκλητη μετά την κύρωσή της. Συνεπώς (πριν την ανωτέρω τροποποίηση) δεν ήταν δυνατή είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος ενδιαφερομένου, η επάνοδος της διοικήσεως επί του θέματος, οι πράξεις δε αυτές δεν υπέκειντο σε ανάκληση ή ανασύνταξη ούτε για λόγους νομιμότητας.. Οι ρυθμίσεις αυτές κρίθηκαν συνταγματικές θεμιτές διότι δικαιολογούνται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών διαφορών και αποφυγής της διηνεκούς αμφισβητήσεως του επιβληθέντος με την πράξη εφαρμογής νέου ιδιοκτησιακού καθεστώτος της περιοχής αλλά και από την ανάγκη προστασίας εκείνων που καλόπιστα αποκτούσαν ακίνητα μετά τη μεταγραφή της πράξεως εφαρμογής εμπραγμάτων δικαιωμάτων (ΟλΣτΕ 1730/2000, ΑΠ 1226/2005). Και ναι μεν η περίπτωση ε' της παρ. 7 του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 ν. 3212/2003 ως εξής: Η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και, με την επιφύλαξη του επομένου εδαφίου αμετάκλητη. Η Διοίκηση κατ'εξαίρεση μόνο επιτρέπεται να ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει την πράξη εφαρμογής, για λόγους νομιμότητα ή για πλάνη περί τα πράγματα που αποδεικνύεται από στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης ή από τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η ανάκληση γίνεται αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η πράξη ανακαλείται μόνο κατά το μέρος που διαπιστώνεται η παράβαση ή η πλάνη, μέσα σε εύλογο χρόνο από την κύρωση της πράξης εφαρμογής και συντάσσεται διορθωτική πράξη. Κατά τη σύνταξη της διορθωτικής πράξης λαμβάνεται υπόψη η πραγματική και νομική κατάσταση που είχαν οι ιδιοκτησίες κατά το χρόνο σύνταξης της αρχικής πράξης. Αν κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης η αυτούσια διόρθωση δεν είναι δυνατή για λόγους που επιβάλλονται από τις αρχές της καλής πίστης και της ασφάλειας του δικαίου, οι διαφορές που προκύπτουν κατά τη σύνταξη της διορθωτικής πράξης μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση. Με τη διορθωτική πράξη καθορίζεται ο υπόχρεος και ο δικαιούχος της αποζημίωσης, το ύψος της οποίας καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2882/2001". Όμως, η νέα αυτή ρύθμιση ισχύει από 1.1.2004 για τις πράξεις εφαρμογής που δεν είχαν καταστεί μέχρι τότε αμετάκλητες διότι δεν έχει αναδρομική ισχύ (ΑΠ 563/2006). Δεν έχει δε αναδρομική δύναμη διότι ούτε ρητά ορίζεται κάτι τέτοιο ούτε από το όλο περιεχόμενο του νόμου μπορεί να συναχθεί σιωπηρά μεν αλλά σαφώς αναδρομική δύναμη. Άλλωστε, αποκλείεται η δια νόμου ανατροπή ή προσβολή των δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν υπό το καθεστώς του παλιού νόμου, εάν τα δικαιώματα αυτά είναι από εκείνα που προστατεύονται από το Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ, όπως λ.χ. το δικαίωμα κυριότητας που προστατεύεται από τα άρθρα 17 Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ . ΙΙ Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 974, 975, 983, 1045 και 1051 Α.Κ. ΚΠολΔ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Η απόκτηση της νομής με ειδική διαδοχή γίνεται με άτυπη σύμβαση, μη υποκείμενη σε μεταγραφή ακόμη και αν αφορά ακίνητο, μεταξύ του μέχρι τώρα νομέα και του αποκτώντος και παράδοση της νομής του πράγματος στον αποκτώντα (ΑΠ 134/2012). Μεταβιβάζεται επίσης η νομή του κληρονομουμένου στους κληρονόμους αυτού, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, ακόμη και αν αυτοί δεν αποκτούν την φυσική εξουσία επί του κληρονομηθέντος πράγματος και δεν έχουν γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και των αντικειμένων αυτής, θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ως νομείς των κληρονομιαίων πραγμάτων, ο καθένας κατά τη μερίδα του, και χωρίς να απαιτείται αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή,υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο νομέας είχε κατά το χρόνο του θανάτου του τη νομή του κληρονομηθέντος (ΑΠ 626/2011). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επί αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. 'Ετσι,όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. 'Ασκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ'αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίαση. (ΑΠ 793/2021,ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 694/2018). Επίσης, για την έναρξη της εικοσαετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανένα ο χρησιδεσπόζων την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας. Από δε τη διάταξη του άρθρου 994 προκύπτει σαφώς ότι το δίκαιο αναγνωρίζει και νομή περισσοτέρων κατ'ιδανικά μέρη, με την έννοια ότι η επί του πράγματος νομή δεν αποκλείεται να ανήκει κατά το περιεχόμενό της σε περισσότερους του ενός, οπότε ως προς το δικαίωμα της νομής πρόκειται για κοινωνία κατ'ιδανικά μέρη (785ΑΚ) ήτοι συννομή . Επί της συννομής το δικαίωμα καθενός από τους συννομείς περιορίζεται στην ιδανική μερίδα του, γεγονός το οποίο έχει σημασία για τον προσδιορισμό του περαιτέρω δικαιώματος επί του οποίου στηρίζεται η νομή π.χ. για το μερίδιο της συγκυριότητας. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011). Οι από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019). Επίσης, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όμως και όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο Θεσσαλονίκης μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "... Το έτος 1965 ο Δ. Μ., πατέρας της δεύτερης και τρίτης των εναγομένων και εργολάβος οικοδομών στο επάγγελμα, αγόρασε από τον Π. Π. δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα... αντί αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος 25.000 δραχμών, το βόρειο τμήμα, εμβαδού 450 τ.μ., του με αριθμό 174 αγρού, συνολικής έκτασης 900 τ.μ., που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του χωριού ... του Δήμου ... Θεσσαλονίκης ... Κατά το παραπάνω χρόνο ο δικαιοπάροχος πατέρας των εναγόντων Δ. Μ. εργαζόταν ως αρχιεργάτης στις οικοδομές που έχτιζε ο Δ. Μ. και είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, πλέον της επαγγελματικής, και στενή φιλική σχέση. Μάλιστα ο τελευταίος θα του βάφτιζε το γιό του Ε. (δεύτερο ενάγοντα), όπως και έγινε. Ο Δ. Μ. δεν είχε οικονομική δυνατότητα να αγοράσει ή να νοικιάσει κάποια οικία για να στεγάσει την οικογένειά του και αρχικά ο εργοδότης και κουμπάρος του Δ. Μ. του είχε παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος το υπόγειο του σπιτιού του για να κατοικεί σε αυτό . Αμέσως μετά την αγορά του ως άνω αγρού ο Δ. Μ. τμήμα αυτού, εμβαδού 232,72 τ.μ., πώλησε άτυπα στον Δ. Μ., αντί τιμήματος 5.000 δρχ., ενώ το υπόλοιπο τμήμα του αγρού το έτος 1969 πώλησε στον Ι. Μ., δυνάμει του ... συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου..., νομίμως μεταγραφέντος, αντί αναγραφομένου τιμήματος 14.000 δραχμών. Για την εν λόγω πώληση προς τον Δ. Μ. δεν συντάχθηκε κάποιο έγγραφο, ούτε και υπεγράφη απόδειξη για την καταβολή του τιμήματος, ενόψει των φιλικών, πέραν των επαγγελματικών, σχέσεων των ως άνω δικαιοπαρόχων των διαδίκων. Ακολούθως ο Δ. Μ. κατά τα έτη 1966-1967 ανήγειρε στο εν λόγω τμήμα του αγροτεμαχίου οικία, αποτελούμενη από ένα δωμάτιο, κουζίνα και μπάνιο, περιέφραξε το ακίνητο με σταθερή από τσιμεντόλιθους, μπετόν και σιδερένια κάγκελα περίφραξη και έκτοτε εγκαταστάθηκε σε αυτήν με την οικογένειά του. Η παραπάνω οικία, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες φωτογραφίες, κατασκευάσθηκε με τα συνήθως χρησιμοποιούμενα κατά το χρόνο εκείνο ( 1966-1967) οικοδομικά υλικά και όχι με "φθηνά" υλικά, όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Η εν λόγω οικία, που είχε ανεγερθεί χωρίς πολεοδομική άδεια, συνδέθηκε με τα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης επ'ονόματι του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και κατά το έτος 1978 με την από 10-10-1978 υπεύθυνη δήλωση του ο τελευταίος, αναφέροντας επί λέξει "Ότι στο οικόπεδό μου στο Ρετζίκι όπισθεν και βορειοδυτικώς της εκκλησίας έχω κατασκευάσει οικία με τούβλα και πλάκα το 1967 εκ σαλονίου, κουζίνας και W.C., ισόγειο άνευ αδείας..." ζήτησε την εξαίρεση από την κατεδάφιση. Έτσι εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης ο υπ'αριθμ. ... τίτλος οριστικής μη κατεδάφισης της οικίας που κείται στο επίδικο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 720/1977, κατέβαλλε δε και τα σχετικά πρόστιμα διατήρησης . Στην παραπάνω οικία συνέχισαν να κατοικούν ο Δ. Μ. με την οικογένειά του αποτελούμενη από τη σύζυγό του και τα δύο τέκνα τους, μετά δε τον επισυμβάντα κατά το έτος 1986 θάνατό του, το επίδικο ακίνητο μετά της επ'αυτού οικίας συνέχισαν να νέμονται οι κληρονόμοι του, ενώ σ' αυτό ακόμα και σήμερα κατοικεί η πρώτη ενάγουσα Ε. Μ.. Μάλιστα οι ενάγοντες μεταγενέστερα το έτος 1994 στη σχετική δήλωσή τους προς την τότε Κοινότητα ... δήλωσαν το επίδικο ως συνιδιοκτησία τους και κατέβαλαν το τέλος ακίνητης περιουσίας, όπως προκύπτει από την από 23-3-1994 απόδειξη παραλαβής υπεύθυνης δήλωσης και την σχετική απόδειξη για το έτος 1993. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ευρύτερη περιοχή του επιδίκου ακινήτου εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και το έτος 1988 άρχισε η διαδικασία σύνταξης της πράξης εφαρμογής που αφορούσε το επίδικο και έλαβε τον αριθμό 10, η οποία ολοκληρώθηκε το έτος 1993 με την κύρωσή της δυνάμει της ΔΠ/ΤΤΑ/45990/1993 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα... στις 9-11-1993. Κατά τη διάρκεια σύνταξης και κύρωσης της ως άνω πράξης εφαρμογής ο Δ. Μ. προσκόμισε τους τίτλους ιδιοκτησίας του για τα ακίνητα που είχε στην περιοχή, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, συνέταξε τις απαιτούμενες δηλώσεις ιδιοκτησίας και προέβη σε υποβολή ενστάσεων. Συγκεκριμένα δήλωσε ότι ήταν ιδιοκτήτης : α) της με αριθμό κτηματογράφησης ... αρχικής ιδιοκτησίας στα Ο.Τ. …και Γ .., εμβαδού 1985,46 τ.μ. δυνάμει του με αριθμό ... προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Χ. - Ν. και του με αριθμό ... τίτλου της Διεύθυνσης Γεωργίας Θεσσαλονίκης και (β) της με αριθμό κτηματογράφησης ... αρχικής ιδιοκτησίας στο Ο.Τ. Γ 78, εμβαδού 232,72 τ.μ. (επίδικο), δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Τ. και υπέβαλε συμβολαιογραφική δήλωση παραίτησης από το κτίσμα που βρισκόταν στην ιδιοκτησία ..., δηλαδή στο επίδικο. Μετά την ως άνω κύρωση της 10 πράξης εφαρμογής ο ανωτέρω αποκαταστάθηκε και για τις δύο ως άνω αρχικές του ιδιοκτησίες με αριθμό ... και ... Γ στα οικόπεδα του Ο.Τ. Γ 81 (εμβαδού 589,15 τ.μ.) και 04 του Ο.Τ. 82 (εμβαδού 994,24 τ.μ.). Η οφειλόμενη από αυτόν εισφορά σε γη, μειωμένη λόγω αγροτικής αποκατάστασης ... ανήρχετο συνλικά σε 451,59 τ.μ. Μέρος αυτής και συγκεκριμένα τα 220,52τ.μ. αποδόθηκαν με το με αριθμό 11Ν νέο οικόπεδο του Ο.Τ. Γ 78, εμβαδού 220,52τ.μ. Ειδικότερα, το με αριθμό 11Ν νέο οικόπεδο του Ο.Τ. Γ 78 δημιουργήθηκε μετά την ρυμοτόμηση κατά 12,20τ.μ. της αρχικής ιδιοκτησίας του Δ. Μ. με αριθμό κτηματογράφησης ... στο Ο.Τ. Γ 78, αρχικού εμβαδού 232,72τ.μ. και αποδόθηκε στο σύνολό του στον δήμο ως εισφορά σε γη. Η υπολειπόμενη εισφορά σε γη, ήτοι τα 201,07τ.μ. αφαιρέθηκαν από την με αριθμό ... αρχική ιδιοκτησία του στα Ο.Τ. Γ 81 και Γ 82, μειώνοντας κατά τα αναλογούντα μέτρα το συνολικό εμβαδόν των οικοπέδων 04 στο Ο.Τ. Γ 81 και )4 στο Ο.Τ. Γ 82. Συγκεκριμένα κατά την πράξη εφαρμογής το 11Ν οικόπεδο (επίδικο), που βρίσκεται στην οδό ..., συνορεύει γύρωθεν..., όπως εμφαίνονται τα όρια αυτά στο από Μάιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Τ.. Οι ενάγοντες δεν μετείχαν καθόλου στην ως άνω διαδικασία και δεν δήλωσαν το επίδικο ως ιδιοκτησία τους, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι είχαν λάβει γνώση αυτής. Το γεγονός ότι η ένταξη στο σχέδιο πόλεως της περιοχής είχε γίνει μετά από κινητοποιήσεις των κατοίκων της που είχαν διαρκέσει χρόνια, είχαν γίνει σχετικές ανακοινώσεις στο κοινοτικό κατάστημα που απείχε 200 περίπου μέτρα από το επίδικο,καθώς και σε εφημερίδες και η διαδικασία ένταξης ολοκληρώθηκε μετά περίπου 5 χρόνια από την έναρξή της, δεν αποτελεί απόδειξη ότι γνώριζαν για τη σύνταξη της πράξης εφαρμογής, όπως αντίθετα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, αφού τότε δεν υφίστατο η Κοινότητα αλλά υπαγόταν στο Δήμο .... Μετά την ως άνω περιέλευση του επιδίκου στο Δήμο ... [ μετέπειτα Κοινότητα και ακολούθως Δήμο ..., στη θέση του οποίου υπεισήλθε... ο Δήμος ...], με την κύρωση και μεταγραφή της υπ'αριθμ. ... πράξης εφαρμογής, ο τελευταίος δεν επεδίωξε να αποβάλει από αυτό τους ενάγοντες. Ο Δ. Μ. απεβίωσε το έτος 2003 και οι ενάγοντες, όταν πληροφορήθηκαν το πρώτον την σύνταξη της εν λόγω πράξης, μόλις το έτος 2005, απέστειλαν στην τότε Κοινότητα ... την από 11-1-2206 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία ισχυρίζονται ότι είχαν γίνει συγκύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διότι το νέμονταν από το έτος 1965 κατόπιν άτυπης αγοράς του από τον Δ. Μ. και ζήτησαν να προβεί στην έκδοση διορθωτικής πράξης τροποποίησης της με αριθμό 10 πράξης εφαρμογής με την οποία να διέγραφε από τον σχετικό πίνακα το επίδικο ως άνω ακίνητο, που ανήκε σε αυτή, λόγω δε της αρνήσεώς της να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες τον Ιούνιο του ιδίου έτους άσκησαν την ένδικη αγωγή. Από τα παραπάνω περιστατικά ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Δ. Μ. παραχώρησε το έτος 1965 λόγω χρησιδανείου στον Δ. Μ. [δικαιοπάροχος των εναγόντων ] το επίδικο ακίνητο, και ειδικότερα για αόριστο χρόνο και μέχρι να μπορέσει ο τελευταίος να αποκτήσει την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει κάποιο σπίτι, ή τον παραχωρηθέντα σε αυτόν αγρό, όπως ισχυρίζονται οι πρώτη και δεύτερη των εφεσιβλήτων - εναγομένων. Τούτο δε διότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αν ευσταθούσε ο περί χρησιδανείου ισχυρισμός των άνω εφεσίβλητων- εναγομένων θα είχε συνταχθεί περί αυτού κάποιο έγγραφο, ενόψει μάλιστα του ότι ο Δ. Μ., όντας εργολάβος αλλά και λόγω της ενασχόλησής του με τα κοινοτικά πράγματα και του ότι πρωτοστατούσε για την ένταξη της ευρύτερης περιοχής στο σχέδιο πόλης [ όπως οι ίδιες οι εφεσίβλητες θυγατέρες του στις προτάσεις τους αναφέρουν], γνώριζε τον κίνδυνο να απολέσει το ακίνητο λόγω χρησικτησίας. Αντίθετα αυτός, λόγω και της σχετικής περί τα πολεοδομικά εμπειρίας του, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι για την πώληση του επιδίκου το έτος 1965 δεν είχε συνταχθεί συμβόλαιο, ούτε και ιδιωτικό έγγραφο [γεγονός που δικαιολογείται από τις πολύ καλές σχέσεις του με τον Δ. Μ., όπως προεκτέθηκε], δήλωσε με βάση το προαναφερόμενο επ'ονόματί του συμβόλαιο αγοράς ότι είναι κύριος και του επιδίκου ακινήτου, ώστε με τον υπολογισμό και της έκτασής του και τη μεταβίβασή του στον Δήμο να μην αφαιρεθεί αντίστοιχο τμήμα από το έτερο ακίνητό του ως οφειλόμενη εισφορά σε γη. Βέβαια ο μάρτυρας ανταπόδειξης... σύζυγος της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης, συμπορευόμενος με τον περί χρησιδανείου ισχυρισμό των εναγομένων, κατέθεσε περί της εν λόγω συμφωνίας, όμως η κατάθεσή του δεν κρίνεται πειστική, καθόσον αντικρούεται τόσο από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ... ο οποίος, έχοντας μόνο επαγγελματική σχέση με τον δεύτερο ενάγοντα, ρητά καταθέτει ότι όλοι γνώριζαν ότι το επίδικο ανήκει στον Δ. Μ. και τόσο ο τελευταίος, όσο και οι ενάγοντες το θεωρούσαν δικό τους, αποκλείοντας κατηγορηματικά τα περί χρησιδανείου, όσο και από το γεγονός ότι όλες οι υλικές πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου διενεργήθηκαν μόνο από τον Δ. Μ. και ακολούθως από τους ενάγοντες - εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τον αρχικό κύριο- πωλητή Δ. Μ., μέχρι τη σύνταξη και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής κατά το έτος 1993 κατά τα προεκτεθέντα. Αντίθετη από τα παραπάνω κρίση ως προς το ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και οι ίδιοι νέμονταν το επίδικο από το έτος 1965 με διάνοια κυρίου δεν μπορεί να στηριχθεί στο ότι ο πωλητής Δ. Μ.ς, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, πώλησε το επίδικο στο δικαιοπάροχό τους το έτος 1965 αντί τιμήματος 5.000 δραχμών, δηλαδή σε τιμή μικρότερη από την τιμή κτήσεώς του κατά το ίδιο έτος (25.000 Χ 1/2 = 12.500 δραχμών),καθόσον τούτο δικαιολογείται από τις καλές οικογενειακές και επαγγελματικές σχέσεις των παραπάνω, αφού ο Δ. Μ.ς ήταν επί πολλά έτη αρχιεργάτης στην επιχείρηση του Δ. Μ. και κουμπάροι κατά τα προαναφερθέντα, ενόψει μάλιστα του ότι επί συμβάσεως πωλήσεως το τίμημα δεν είναι καθοριστικό στοιχείο, αφού αυτό μπορεί να αφεθεί,δωρηθεί κλπ., ούτε και στο γεγονός ότι στο υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο πώλησης του υπολοίπου τιμήματος του αγρού προς τον Ι. Μ. κατά την περιγραφή του πωλουμένου ακινήτου αναφέρεται ότι αυτό συνόρευε με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του πωλητή και όχι ιδιοκτησίας του Δ. Μ., καθόσον είναι γνωστό ότι η περιγραφή των ορίων των ακινήτων γίνεται συνήθως με βάση τον τίτλο κτήσεως του πωλητή, εν προκειμένω δε δεν είχε συνταχθεί συμβόλαιο πώλησης του επιδίκου προς τον Δ. Μ. κατά τα προαναφερθέντα. Ούτε δε από το γεγονός ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να δηλώσουν ως ιδιοκτησία τους το επίδικο κατά την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως μπορεί να συναχθεί κρίση ότι δεν είχαν την πεποίθηση ότι αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητά τους, όπως αντίθετα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, αφού αποδείχθηκε ότι μέχρι το έτος 2005 δεν είχαν λάβει γνώση της σύνταξης της πράξης εφαρμογής. Δηλαδή από τα προεκτεθέντα πλήρως αποδείχθηκε ότι στο επίδικο ακίνητο ασκούσαν με διάνοια κυρίου τις πιο πάνω υλικές πράξεις νομής και κατοχής από το έτος 1965 αρχικά ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και μετά το θάνατό του οι κληρονόμοι του[ενάγοντες] συνεχώς [τις οποίες συνεχίζουν να ασκούν και μέχρι σήμερα], ήταν δε αυτές (πράξεις) γνωστές στον δικαιοπάροχο των εναγομένων Δ. Μ., χωρίς ποτέ αυτός μέχρι το έτος 1993, που συντάχθηκε και κυρώθηκε η πράξη εφαρμογής, να διαμαρτυρηθεί ή να αμφισβητήσει τα δικαιώματα νομής και κατοχής τους επί του επιδίκου, αλλά το πρώτον, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν είχε συνταχθεί μεταβιβαστικό συμβόλαιο επεδίωξε και πέτυχε, εμφανιζόμενος ως κύριος αυτού, να μεταβιβαστεί αυτό ως εισφορά σε γη στον Δήμο ... [ήδη Δήμο Νεάπολης-...] με την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι μεταξύ αυτού και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων καταρτίσθηκε σύμβαση χρησιδανείου και η σχετική ένσταση των εναγομένων αποδεικνύεται ως αβάσιμη κατ'ουσία. Συνεπώς, πλήρως αποδείχθηκε ότι αρχικά ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Δ. Μ. από το έτος 1965 κατείχε το επίδικο με διάνοια κυρίου και ακολούθως, μετά τον επισυμβάντα το έτος 1986 θάνατό του, οι ενάγοντες, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, συνέχισαν να κατέχουν αυτό με διάνοια συγκυρίων,έκαστος κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών πριν το έτος 1993 και έτσι κατέστησαν (οι ενάγοντες ) συγκύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη εξ αυτών και κατά ποσοστό 3/8 καθένας των λοιπών εξ αδιαιρέτου, με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους, καθόσον ... η νομή του κληρονομουμένου Δ. Μ. επί του επιδίκου ακινήτου, την οποία είχε αυτός κατά το χρόνο του θανάτου του, μεταβιβάσθηκε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του [ενάγοντες], κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου και δεν απαιτείται αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκαν οι ως άνω εφεσίβλητες. Περαιτέρω και ενόψει του ότι οι πρώτη και δεύτερη των εφεσιβλήτων έχουν την ιδιότητα των κληρονόμων του Δ. Μ. ευθύνονται και για τα χρέη της κληρονομιάς του, καθόσον λόγω της ψευδούς δήλωσής του ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά την σύνταξη της πράξης εφαρμογής, αυτοί απώλεσαν το δικαίωμα συγκυριότητάς τους στο επίδικο, που μεταβιβάσθηκε στην άλλοτε Κοινότητα ... (ήδη Δήμο) ως εισφορά σε γη και συνεπώς είναι προφανές το έννομο συμφέρον των εκκαλούντων - εναγόντων για την αναγνώριση της συγκυριότητας τους στο επίδικο κατά το χρόνο της κύρωσης και μεταγραφής της παραπάνω πράξης εφαρμογής, προκειμένου ακολούθως να αξιώσουν αποζημίωση. Ενόψει όσων προαναφέρονται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την σωρευόμενη αγωγή περί αναγνώρισης της συγκυριότητας των εναγόντων στα επίδικα ακίνητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι το έτος 1993, που συντάχθηκε η υπ'αριθμ. ... πράξη εφαρμογής, η οποία ολοκληρώθηκε με την κύρωσή της δυνάμει της ΔΠ/ΤΤΑ/45990/1993 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τ. 1733, α.α.3) στις 9-11-1993, δεχόμενο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της εκκαλούμενης απόφασής του, ως βάσιμη την ένσταση των πρώτης και δεύτερης των εφεσίβλητων-εναγομένων ότι το εν λόγω ακίνητο είχε παραχωρηθεί άνευ ανταλλάγματος από τον δικαιοπάροχό τους στον δικαιοπάροχο των εναγόντων το έτος 1965 και ότι οι ενάγοντες κατείχαν το επίδικο δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους συναφείς χωρίς αρίθμηση λόγους της έφεσής τους... και πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή των λόγων αυτών να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ'ουσίαν. Στη συνέχεια να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της που αφορά την πρώτη και δεύτερη των εφεσίβλητων και κατά το σχετικό κεφάλαιό της που αφορά τη σωρευόμενη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή και αφού κρατηθεί και δικασθεί η εν λόγω αγωγή κατά το αντίστοιχο μέρος της να γίνει δεκτή αυτή [αγωγή] ως νόμιμη και βάσιμη κατ'ουσίαν... και να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες κατά το έτος 1993, που συντάχθηκε η υπ'αριθμ. ... πράξη εφαρμογής, η οποία ολοκληρώθηκε με την κύρωσή της δυνάμει της ΔΠ/ΤΤΑ/45990/1993 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε νόμιμα... στις 9-11-1993, είχαν καταστεί συγκύριοι, κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη εξ αυτών και κατά ποσοστό 3/8 καθένας των λοιπών εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας...". Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις παραδοχές: 1) ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 232,72 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του χωριού ... του Δήμου ... Θεσσαλονίκης, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, Δ. Μ., αληθής κύριος αυτού, το οποίο είχε περιέλθει στον ίδιο ως τμήμα μείζονος ακινήτου εμβαδού 450 τ.μ., δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Τ., πώλησε άτυπα στον Δ. Μ., δικαιοπάροχο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ο οποίος άμεσα κατά τα έτη 1966-1967 ανήγειρε σε αυτό οικία, όπου διέμενε έκτοτε με την οικογένειά του. 2) ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων νεμόταν ως κύριος το επίδικο ακίνητο, περιφράσσοντας αυτό με σταθερή περίφραξη από τσιμεντόλιθους και σιδερένια κάγκελα και συνδέοντας την επί αυτού οικία με δίκτυα υδρεύσεως και ηλεκτροδότησης στο όνομά του, καταβάλλοντας τα πρόστιμα διατήρησής της, τη νομή δε αυτή συνέχισαν μετά τον επισυμβάντα το έτος 1986 θάνατο του δικαιοπαρόχου τους οι κληρονόμοι του, ήτοι η ήδη αποβιώσασα σύζυγός του Ε. Μ. και ο υιός του Ε. Μ. και η ήδη αποβιώσασα θυγατέρα του Χ. Μ., 3) ότι το έτος 1988 η ευρύτερη περιοχή του επίδικου ακινήτου εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και άρχισε η διαδικασία σύνταξης της πράξης εφαρμογής που αφορούσε το επίδικο ακίνητο, το οποίο έλαβε τον αριθμό 10, η διαδικασία δε αυτή ολοκληρώθηκε το έτος 1993 με την κύρωσή της δυνάμει της ΔΠ/ΤΤΑ/45990/1993 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα. 4) ότι κατά τη διάρκεια σύνταξης και κύρωσης της ως άνω πράξης εφαρμογής ο ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών, Δ. Μ. δήλωσε, μεταξύ άλλων ότι ήταν ιδιοκτήτης του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει του ως άνω αγοραπωλητηρίου ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Τ. και υπέβαλε συμβολαιογραφική δήλωση παραίτησης από το κτίσμα που βρισκόταν στην εν λόγω ιδιοκτησία, ήτοι την προαναφερόμενη οικία . 5 ) ότι οι αρχικοί ενάγοντες δεν μετείχαν καθόλου στην ως άνω διαδικασία, η οποία ολοκληρώθηκε μετά περίπου πέντε (5) έτη από την έναρξή της και δεν δήλωσαν την ιδιοκτησία τους (επίδικο), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν γνώση αυτής, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η ένταξη στο σχέδιο πόλεως της περιοχής είχε γίνει μετά από κινητοποιήσεις των κατοίκων της και σχετικές ανακοινώσεις στο κοινοτικό κατάστημα καθώς και σε εφημερίδες, εφόσον τότε δεν υφίστατο η Κοινότητα,αλλά η περιοχή υπαγόταν στο Δήμο ..., ενώ μετά την κύρωση και μεταγραφή της προαναφερόμενης ... πράξης εφαρμογής ο Δήμος ... (μετέπειτα Κοινότητα και ακολούθως Δήμος ..., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο Δήμος ...) δεν επεδίωξε να αποβάλλει τους ενάγοντες από αυτό. 6) ότι ο ως άνω Δ. Μ.ς αποβίωσε το έτος 2003 και οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων πληροφορηθέντες το πρώτον τη σύνταξη της εν λόγω πράξης το έτος 2005 απέστειλαν στην τότε Κοινότητα ... την από 11.1.2006 εξώδικη δήλωσή τους, ισχυριζόμενοι ότι είχαν αποκτήσει το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενοι αυτό από το έτος 1965 με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε την εικοσαετία ήδη το έτος 1993, όταν κυρώθηκε και μεταγράφηκε η ως άνω πράξη εφαρμογής, με τη προσμέτρηση στο χρόνο της νομής τους και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους Δ. Μ. 6) ότι ουδόλως αποδείχθηκε ο καταλυτικός της αγωγής ισχυρισμός των εναγομένων - αναιρεσειόντων περί παραχώρησης του επιδίκου ακινήτου από τον δικαιοπάροχό τους στον δικαιοπάροχο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, χωρίς αντάλλαγμα, με βάση σύμβαση χρησιδανείου, καθόσον αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα είχε συνταχθεί κάποιο έγγραφο περί αυτού, εφόσον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι εύλογο ο ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρειουσών, ως εργολάβος με εμπειρία περί τα πολεοδομικά πράγματα, ασχολούμενος εναργώς με τα κοινοτικά ζητήματος και ιδιαιτέρως με την ένταξη της ευρύτερης περιοχής του επιδίκου ακινήτου στο σχέδιο πόλης, να είχε προβεί στη σύνταξή του και να αποφύγει τον γνωστό σε αυτόν κίνδυνο απώλειας του επιδίκου ακινήτου λόγω χρησικτησίας. 7) ότι, αντιθέτως, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι για την πώληση από αυτόν του επιδίκου ακινήτου στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων δεν είχε συνταχθεί συμβόλαιο, δήλωσε ότι είναι κύριος και του επιδίκου ακινήτου, ώστε με τον υπολογισμό και της έκτασης αυτού και τη μεταβίβασή του στο Δήμο να μην αφαιρεθεί αντίστοιχο τμήμα από το έτερο ακίνητο κυριότητάς του ως οφειλόμενη εισφορά σε γη. 8) ότι με τον τρόπο αυτό το επίδικο ακίνητο, μετά την σύνταξη και κύρωση ως άνω νόμιμα μεταγραμμένης ... πράξη εφαρμογής του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη πριν την 1.1.2004, το έτος 1993 μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στην Κοινότητα ... (ήδη Δήμο ...) ως εισφορά σε γη και έτσι αποσβέστηκε κάθε εμπράγματο δικαίωμα τρίτων σε αυτό, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι να μην μπορούν να ζητήσουν πλέον την απόδοσή του, παρά μόνο αποζημίωση κατά του δικαιοπαρόχου των εναγομένων που το εισέφερε ως εισφορά γης στην ως άνω Κοινότητα. 9) ότι οι εναγόμενες αναιρεσείουσες, οι οποίες έχουν την ιδιότητα των κληρονόμων του Δ. Μ. ευθύνονται και για τα χρέη της κληρονομιάς του, καθόσον λόγω της ψευδούς δήλωσής του ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά την σύνταξη της πράξης εφαρμογής, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι απώλεσαν το δικαίωμα συγκυριότητάς τους στο επίδικο, που μεταβιβάσθηκε στην άλλοτε Κοινότητα ... (ήδη Δήμο) ως εισφορά σε γη και συνεπώς είναι προφανές το έννομο συμφέρον αυτών για την αναγνώριση της συγκυριότητας τους στο επίδικο κατά το χρόνο της κύρωσης και μεταγραφής της παραπάνω πράξης εφαρμογής, προκειμένου ακολούθως να αξιώσουν αποζημίωση. Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες κατά το έτος 1993, που συντάχθηκε η υπ'αριθμ. ... πράξη εφαρμογής, η οποία ολοκληρώθηκε με την κύρωσή της δυνάμει της ΔΠ/ΤΤΑ/45990/1993 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε νόμιμα, στις 9-11-1993, είχαν καταστεί συγκύριοι, κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη εξ αυτών και κατά ποσοστό 3/8 καθένας των λοιπών εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Δ. Μ., με την προσμέτρηση στη νομή τους επί του επιδίκου ακινήτου και του χρόνου νομής του ως άνω δικαιοπαρόχου τους. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων, 974 επ., 1045,1046, 1051 ΑΚ περί έκτακτης χρησικτησίας, καθώς και εκείνες των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 6-9 και 12 του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (άρθρα 37, 38, 43, 44, 45, 46 και 48 του Π.Δ. της 14 / 27.7.1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας"), για την επέκταση σχεδίων πόλεων και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενεστέρων του έτους 1923, και του άρθρου 49 παρ. 3 του Ν. 947/1979, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, εφόσον, όπως προεκτέθηκε,κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο κρίνονται οι αναιρετικοί λόγοι, οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων κατά το έτος 1993, που συντάχθηκε η υπ'αριθμ. ... πράξη εφαρμογής, η οποία ολοκληρώθηκε με την κύρωσή της δυνάμει της ΔΠ/ΤΤΑ/45990/1993 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και μεταγράφηκε νόμιμα ,είχαν καταστεί (συγ)κύριοι, ο καθένας κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά του επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Δ. Μ., με την προσμέτρηση στη νομή τους επί του επιδίκου ακινήτου και του χρόνου νομής του ως άνω δικαιοπαρόχου τους, ο οποίος το νεμόταν αδιαλείπτως και χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, με διάνοια κυρίου από την άτυπη αγορά του το έτος 1965, μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1986 θάνατό του, ασκώντας τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, τη νομή δε αυτή συνέχισαν οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, καθένας κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά του επί του επιδίκου ακινήτου. Επίσης το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις περί συμβάσεως χρησιδανείου διατάξεις των άρθρων 810-824 ΑΚ, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των αρχικών δικαιοπαρόχων των διαδίκων είχε συναφθεί σύμβαση χρησιδανείου, με βάση την οποία ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών είχε παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα το επίδικο ακίνητο στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, αλλά, αντιθέτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι αυτό μεταβιβάστηκε στον τελευταίο με άτυπη πώληση από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών, κατά τα προαναφερόμενα. Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων , τόσο εκείνων τις οποίες εφάρμοσε, όσο και εκείνων τις οποίες δεν εφάρμοσε ,δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο μέχρι το έτος 1993 είχε περιέλθει στην κυριότητα (συγκυριότητα) των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία και ουδέποτε καταρτίσθηκε μεταξύ των αρχικών δικαιοπαρόχων των διαδίκων σύμβαση χρησιδανείου για την χωρίς αντάλλαγμα παραχώρηση του επιδίκου ακινήτου στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων. Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως (κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αριθμούνται οι λόγοι αναιρέσεως, αλλά αναφέρονται συλλήβδην) με τους οποίους, κατά την εκτίμησή τους, οι αναιρεσείουσες υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559, αιτιώνται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, στερώντας την από νόμιμη βάση. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επί πλέον, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως (κατά την αρίθμηση του δικαστηρίου) , ο οποίος αφορά στην παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος : α) όσον αφορά μεν στον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί κατάρτισης σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ των αρχικών δικαιοπαρόχων των διαδίκων, εφόσον αυτός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, β) όσον αφορά δε τους φερόμενους με αυτόν ως μη ληφθέντες υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμούς σχετικά με τη κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων και τους ίδιους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ,οι οποίοι σχετίζονται με αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφερόμενες στις εκτιμήσεις, συμπεράσματα και επιχειρήματα του ίδιου, καθόσον αυτοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση των Ε. Μ. και Ε. Μ. για αναίρεση της 174/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες ως ηττηθείσες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20.1.2017 αίτηση των Ε. Μ. και Ε. Μ. για αναίρεση της 174/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ