Αριθμός 2327/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, με πολιτικώς ενάγοντα τον ψ1, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 45355/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 420/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 193/14-5-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με ημερομηνία αριθμ. 19-6-2006 αίτηση-δήλωση αναίρεσης της χ1 κατά της με αριθμ. 45355/1-4-2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία για εξύβριση και απειλή και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 § 1 και 476 § 1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ''&1. 'Οπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. 'Αν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. ..... & 2. Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνο που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 ........... και & 3. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου......'' κατά δε την δεύτερη ''. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα , η.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι δέκα μέρες από την εκδίκαση της υπόθεσης αν ο δικαιούχος του ενδίκου μέσου ήταν παρών ή από την επίδοση της απόφασης είναι γνωστής διαμονής ή τριάντα ημερών, αν η διαμονή του είναι άγνωστη ή διαμένει στην αλλοδαπή ή 20 ημέρες αν η άσκηση γίνεται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαιολογητικό λόγο και ότι η προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου η προθεσμία δε αυτή δεν παρεκτείνεται, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση, οι οποίοι πρέπει να εκτίθενται στην δήλωση ή στην αίτηση άσκησης αναίρεσης και να συνοδεύονται από τα υποστηρίζοντα την ύπαρξη της ανωτέρας βίας αποδεικτικά μέσα προκειμένου εξ αυτών να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει η όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανωτέρας βίας, άλλως η ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη σαν εκπρόθεσμη , και το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο απορρίπτει την αναίρεση σαν τέτοια ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τούς διαδίκους που θα εμφανιστούν και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος και επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σ' αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1026/2004 Π.Χ. ΝΕ 2005 -436, ΑΠ 1876 Π.Χ. ΝΕ 2005-716, ΑΠ 1976/2004 Π.Χ. ΝΕ 2005-726, ΑΠ 310/2005 Π.Χ. ΝΕ 2005 2005-930 ΑΠ 477/2005 Π.Χ. ΝΕ 2005 -988). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα δια του παραστάντος στην συζήτηση δικηγόρου κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου πάγου την με ημερομηνία 19-6-2006 Αίτηση - δήλωση αναίρεσης η οποία επιδόθηκε την ........ στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όπως προκύπτει από την επισημείωση του Δικαστικού επιμελητή .......... πάνω στο σώμα της δήλωσης αναίρεσης. Από δε την με αριθμ. 45355/1-4-2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω ποινή η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι καταθέσασα την αίτηση ήταν παρούσα όταν δημοσιεύτηκε η παραπάνω απόφαση τις 1-4-2003 και από την βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα του ποινικού τμήματος του Πλημ/κείου Αθηνών πού αναγράφεται επί της απόφασης προκύπτει ότι αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο τις 14-5-2003 έχει παρέλθει προθεσμία πλέον των τριών και ημίσεων ετών χωρίς να αναφέρεται κανένας λόγος για την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η αίτηση-δήλωση αναίρεσης της χ1 πρέπει ν' απορριφθεί σαν απαράδεκτη και να της επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Δια ταύτα Προτείνω όπως: Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη ή ημερομηνία αριθμ. 19-6-2006 αίτηση-δήλωση αναίρεσης της χ1 κατά της με αριθμ. 45355/1-4-2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω. Αθήνα την 25-4-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε , και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του άρθρου 474 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει, στην έκθεση ασκήσεώς του, τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του. Δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους. Διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, ως απαράδεκτο. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με παρούσα την κατηγορουμένη, την 1η Απριλίου 2003, καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 14 Μαΐου 2003, η δε έκθεση αναιρέσεως κατατέθηκε από τον παραστάντα κατά τη συζήτηση πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας στις 19 Ιουνίου 2006 και επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20 Ιουνίου 2006 (βλ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ............. στο σώμα της αιτήσεως αναιρέσεως), δηλαδή μετά την πάροδο της παραπάνω εικοσαήμερης στην προκείμενη περίπτωση προθεσμίας για την άσκησή της, στη σχετική δε έκθεση, δεν αναφέρει η αναιρεσείουσα κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως. Επομένως, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προαναφερθείσα αίτηση αναιρέσεως. Ως απαράδεκτη, εξάλλου, είναι απορριπτέα η αναίρεση καθό μέρος στρέφεται κατά της μη υποκείμενης σε αναίρεση, στο διατακτικό αναφερόμενης πράξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Ιουνίου 2006 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης χ1 (..........) κατά της 45355/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της με αριθ. 100/6276/2005 πράξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ