Αριθμός 214/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Η., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιλτιάδη Καϊλα, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:62/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 366/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 14-4-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 14-12-2012 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά το πρώτο λόγο και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς λόγους αυτής, η αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθ. 366/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 361 ΑΚ, για σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, ενόσω ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση. Κατά δε τα άρθρα 320 παρ. 1 και 321 παρ. 1 του ΑΚ αν ο τόπος της παροχής δεν συνάγεται ούτε-από τη δικαιοπραξία ούτε από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσεως, τότε η παροχή καταβάλλεται στον τόπο όπου ο οφειλέτης είχε την κατοικία του κατά τη γένεση της ενοχής, αν δε η παροχή είναι χρηματική, εν αμφιβολία, ο οφειλέτης χρεωστεί να την καταβάλει στον τόπο, όπου ο δανειστής έχει την κατοικία του κατά το χρόνο της καταβολής. Εξάλλου κατά το άρθρο 349 ΑΚ, ο δανειστής καθίσταται υπερήμερος αν δεν αποδέχεται την προσφερόμενη παροχή, η δε προσφορά απαιτείται να είναι πραγματική και προσήκουσα. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 427 και 431 ΑΚ προκύπτει ότι ο με δικαιοπραξία προσδιορισμένος τόπος παροχής είναι ο πρωτίστως ληπτέος υπόψη ως τόπος εκπληρώσεως χρηματικής παροχής, ο οποίος τόπος παροχής αποτελεί ουσιώδη ιδιότητα αυτής. Επομένως ενόψει των ανωτέρω, μεταβολή του καθορισμένου με σύμβαση τόπου της παροχής δεν μπορεί να γίνει μονομερώς είτε από τον δανειστή είτε από τον οφειλέτη, αλλά απαιτείται προς τούτο σύμβαση (ΑΠ 836/1980, ΑΠ 589/1986). Περαιτέρω ως προσήκων θεωρείται ο τόπος εκείνος στον οποίο ο οφειλέτης πρέπει να ενεργήσει την εκπλήρωση της παροχής και ο δανειστής να την δεχθεί. Επομένως, προσφέροντας ο οφειλέτης την παροχή στον τόπο αυτό εκτελεί όσα του επιβάλλει ο νόμος και δεν περιάγεται σε υπερημερία. Αντιθέτως, ο δανειστής αν αποκρούει την προσήκουσα προσφορά της παροχής που γίνεται στον τόπο της παροχής, περιέρχεται σε υπερημερία, εφόσον η προσφορά αυτή είναι πραγματική. Τότε γεννάται υπέρ του οφειλέτη το προβλεπόμενο από τα άρθρα 427 και 431 ΑΚ δικαίωμα παρακαταθέσεως της οφειλής του προκειμένου να ελευθερωθεί από την ενοχή. Με την παρακατάθεση της παροχής υπό τους όρους του νόμου επέρχεται απόσβεση της ενοχής, ο δε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον δανειστή την παρακατάθεση. Όμως, η γνωστοποίηση αυτή δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αποσβεστική ενέργεια της παρακαταθέσεως (ΑΠ 523/2011). Ο από το αρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης ο από το αρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζον επί της έφεσης, της ασκηθείσας από τον ενάγοντα-νυν αναιρεσίβλητο-εκμισθωτή, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμη, η αγωγή του, με την οποία ζητούσε την απόδοση του μισθίου ακινήτου, το οποίο είχε εκμισθώσει στον εναγόμενο-νυν αναιρεσείοντα (και στον Γ. Σ., ο οποίος δεν είναι διάδικος), λόγω καταγγελίας της μίσθωσης, ένεκα καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων Σεπτεμβρίου Οκτωβρίου 2006, καθώς και την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει του από 5-12-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ο ενάγων εκμίσθωσε από κοινού στον αρχικό εναγόμενο Γ. Σ. και τον παρόντα εναγόμενο Β. Γ. ένα κτίριο που βρίσκεται στον ..., επί της ... αρ…, αποτελούμενο: α) από ένα χώρο 70 τμ, β) από την έμπροσθεν του ισογείου χώρου πρασιά , γ) από ενιαίο χώρο με δύο WC στον πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 510,30 τμ, και δ) ένα ενιαίο χώρο του δευτέρου ορόφου με δύο WC εμβαδού 510,30 τμ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πολυδύναμο κέντρο άσκησης και υγείας, όπου θα υπήρχαν χώροι γυμναστικής, αναψυκτηρίου, πώλησης αθλητικών και συναφών ειδών, αισθητικής προσώπου και σώματος, διατροφολογικό και διαιτολογικό κέντρο κ.ά. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε σε εννέα έτη, ήτοι από 1-1-2003 έως 31-12-2011, με δυνατότητα μονομερούς, παρατάσεως εκ μέρους των μισθωτών για έξι (6) ακόμη έτη. Το μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 600 ευρώ προκαταβλητέο την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, σε λογαριασμό που διατηρούσε ο εκμισθωτής στην Εμπορική Τράπεζα και επίσης συμφωνήθηκε να προσαυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό 5% επί του καταβαλλομένου μισθώματος για κάθε επόμενο έτος, πλέον τέλους χαρτοσήμου από 3,6%. Στη συνέχεια με το νεώτερο από 19-11-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ο ενάγων εκμίσθωσε στους εναγόμενους και άλλους χώρους του ιδίου ως άνω κτιρίου και συγκεκριμένα: α) ένα χώρο εμβαδού 30,10 τμ, που βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου, β) ένα χώρο στο υπόγειο του κτιρίου με στοιχεία Υ3, εμβαδού 13,35 τμ και γ) αύλειο χώρο εκτός του κτιρίου σε επαφή με τον Υ3 χώρο, εμβαδού 31,50 τμ. Για τη μίσθωση αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι θα ισχύσουν οι ίδιοι όροι με την προηγούμενη του από 15-12-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού. Το μηνιαίο μίσθωμα για τους ως άνω χώρους συμφωνήθηκε στο ποσό των 100 ευρώ, ενώ και με τα δύο μισθωτήρια, χορηγήθηκε στους μισθωτές το δικαίωμα υπεκμισθώσεως των μισθίων χώρων. Μεταγενέστερα, με το από 26-5-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: "Οι όροι της μισθώσεως και υπομισθώσεως αναφέρονται ρητά στα δύο ως άνω συμφωνητικά. Το πραγματικό χρηματικό ποσό το οποίο οφείλει έκαστος των ανωτέρω μισθωτών να καταβάλει προς τον εκμισθωτή Ι. Κ. συμφωνείται δια του παρόντος των χιλίων επτακοσίων εβδομήντα επτά (1.777) ευρώ και θα καταβάλλεται μέχρι την 5ην εκάστου μήνα στο λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας με αριθμό ... και η απόδειξη καταθέσεως θα αποτελεί το μοναδικό στοιχείο καταβολής του μηνιαίου μισθώματος. Το ποσό της ετήσιας αύξησης του μισθώματος θα είναι ανάλογο με αυτό που θα καταβάλει προς τους ανωτέρω μισθωτές, ο εκάστοτε υπομισθωτής..." η επίμαχη έννομη σχέση της κατάρτισης της νεώτερης συμφωνίας σχετικά με το ύψος του μισθώματος έχει κριθεί με τις προγενέστερες αποφάσεις και όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε το Δικαστήριο τούτο υποχρεούται να θεωρήσει ως δεδομένη την ύπαρξή της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, με την από 25-4-2006 εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκληση του, που επέδωσε στον εναγόμενο στις 3-5-2006 (βλ. υπ' αριθμ. .../3-5-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …) γνωστοποίησε στον εναγόμενο ότι λόγω της μεγάλης αναπηρίας του από εγκεφαλικό επεισόδιο, δεν δύναται να μεταβαίνει στην Εμπορική Τράπεζα για την είσπραξη των μισθωμάτων, όπου κατά την συμφωνία τους αρχικά καταθέτονταν αυτά στον τηρούμενο εκεί τραπεζικό λογαριασμό του, γι' αυτό τον καλούσε στο εξής να του καταβάλει τα μισθώματα στην κατοικία του επί της οδού ... αριθ. … στο .... Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος και ο συμμισθωτής του Γ. Σ., όπως είχαν δικαίωμα από την μισθωτική σύμβαση με τον ενάγοντα, υπεκμίσθωσαν με το από 18-12-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό ολόκληρο το μίσθιο ακίνητο στον Μ. Μ. για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2011 αντί μηνιαίου μισθώματος (υπομισθώματος) 10.270 ευρώ, προσαυξανόμενο για κάθε επόμενο χρόνο της μίσθωσης κατά ποσοστό 5% επί του κάθε φορά καταβαλλομένου μισθώματος. Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί προσήκουσας προσφοράς των μισθωμάτων και αρνήσεως του ενάγοντος να τα παραλάβει με συνέπεια να αναγκασθεί να τα καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν αποδείχθηκε βάσιμος, διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή η ημέρα προσέλευσης του εναγομένου στην κατοικία του ενάγοντος, η προσφορά των μισθωμάτων και άρνηση παραλαβής τους. Ο ίδιος εναγόμενος αντιφατικά στις μεν εξώδικες από 1-8-2006 και 4-9-2006 προσκλήσεις και προσφορές μισθωμάτων αναφέρει, ότι κάλεσε τηλεφωνικώς τον ενάγοντα να του καταβάλει τα μισθώματα στην οικία του και αυτός αρνήθηκε γι' αυτό τα παρακατάθεσε και του απέστειλε τα σχετικά γραμμάτια, τα οποία αρνήθηκε ο ενάγων να παραλάβει, στην δε χωρίς όρκο κατάθεση του στο ακροατήριο αναφέρει, ότι έπαιρνε τηλέφωνο στην κατοικία του ενάγοντος και του απαντούσαν ότι δεν είναι εκεί, σε άλλο δε σημείο ότι πήγαινε στην κατοικία του (ενάγοντος) και δεν του άνοιγαν την πόρτα, χωρίς αναφορές συγκεκριμένης ημέρας και ώρας. Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε προσήκουσα προσφορά των μισθωμάτων και άρνηση παραλαβής των από τον ενάγοντα, δεν κατέστη υπερήμερος ο τελευταίος, ούτε είναι νόμιμη η παρακατάθεση αυτών". Με τις παραδοχές αυτές έκρινε ως απορριπτέα την ένσταση εξοφλήσεως του εναγομένου-μισθωτή (ήδη αναιρεσείοντα) και ως βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή του ανάγοντα εκμισθωτή (ήδη αναιρεσιβλήτου) και αφού έκανε δεκτή την έφεσή του τελευταίου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δίκασε και πάλι την αγωγή και δέχθηκε αυτή. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις, διέλαβε δε στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασής του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο ζήτημα μεταβολής του τόπου καταβολής των επιδίκων μισθωμάτων, σε τρόπο ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου ως προς τα αναγκαία περιστατικά για την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου που εφάρμοσε. Διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο μισθωτής (αναιρεσείων) δέχτηκε την πρόταση του εκμισθωτή (αναιρεσιβλήτου) περί μεταβολής του αρχικά συμφωνηθέντος τόπου καταβολής των μισθωμάτων στην οικία του εκμισθωτή επί της οδού ... αριθ…στο ..., με το να ισχυριστεί ότι μετέβη στην οικία του αυτή για να του καταβάλει τα μισθώματα και αυτός αρνήθηκε, γιαυτό και κατέθεσε αυτά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Πλην το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι ο μισθωτής ουδέποτε μετέβη στην οικία του εκμισθωτή για την προσήκουσα υλική παράδοση των μισθωμάτων. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ και ο πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 2. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή εάν δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασής του. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, η γνωμοδότηση πραγματογνωμοσύνης που είχε διεξαχθεί σε άλλη δίκη, συναφή ή όχι, μεταξύ των διαδίκων σε μεταγενέστερη δίκη, μπορεί να προσκομισθεί στην τελευταία δίκη, εκτιμάται όμως, ως έγγραφο, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όχι ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης. Επίσης, ως τεκμήριο εκτιμάται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στην περίπτωση που ανακληθεί η απόφαση, η οποία διέταξε την πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 868/1986). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι α) έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο και συγκεκριμένα την από 16-1-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, παρότι ο διορισθείς από το δικαστήριο και συντάξας την έκθεση πραγματογνώμων, με μεταγενέστερη απόφαση εξαιρέθηκε, κατόπιν αποδοχής σχετικής αιτήσεως του εναγομένου-νυν αναιρεσείοντα και β) δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα και επικληθείσα από τον εναγόμενο-νυν αναιρεσείοντα αίτησή του, περί εξαιρέσεως του πραγματογνωμονα. Το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων (νυν αναιρεσίβλητος) προσκομίζει και επικαλείται την από 16-1-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ. Η., ο οποίος διορίσθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1522/2008 προδικαστική απόφαση του, επί της από 4-7-2007 (μεταγενέστερης από την υπό κρίση) αγωγής του ενάγοντος για οφειλόμενα μισθώματα μεταγενέστερου χρόνου, δηλ. Ιουνίου - Ιουλίου 2007 που συζητήθηκε στις 8-1-2008, επειδή και στη δίκη εκείνη ο εναγόμενος Β. Γ. πρότεινε την ίδια ένσταση πλαστότητας της υπογραφής του. Ο ως άνω πραγματογνώμονας μετά από αίτηση του εναγομένου, επειδή κατά τους ισχυρισμούς του δεν παρείχε εχέγγυα αμεροληψίας, εξαιρέθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ, 1328/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αντικαταστάθηκε από τον πραγματογνώμονα δικαστικό γραφολόγο Μ. Μ., ο οποίος δεν προκύπτει ότι συνέταξε πραγματογνωμοσύνη σχετικά με την πλαστότητα ή μη της υπογραφής του εναγομένου στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό (26-5-2005), Όμως, ο αρχικά διορισθείς πραγματογνώμονας Δ. Η. είχε ήδη καταθέσει την συνταχθείσα ανωτέρω από αυτόν πραγματογνωμοσύνη στη γραμματεία του ανωτέρω δικαστηρίου στις 16-1-2009" δηλαδή πριν από τη δημοσίευση της άνω αποφάσεως που τον εξαίρεσε η μετά δε την περάτωση της πραγματογνωμοσύνης αντικατάσταση του πραγματογνώμονας ταυτίζεται προς διάταξη επανάληψης της πραγματογνωμοσύνης που έχει διεξαχθεί. Η επανάληψη, όμως, μπορεί να διαταχθεί μόνον από το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή προϋποθέτει στάση δίκης κατά την οποία ερευνάται η υπόθεση και παρέχεται έτσι στο δικαστήριο η δυνατότητα να κρίνει αν συντρέχει λόγος επανάληψης αυτής. Επίσης, ως τεκμήριο εκτιμάται η έκθεση πραγματογνώμονα, στην περίπτωση που ανακληθεί η απόφαση που διέταξε την πραγματογνωμοσύνη. Υπό τις παραδοχές αυτές, σε συνάρτηση με τις λοιπές, σχετικές με το ίδιο ζήτημα παραδοχές (της γνησιότητας ή μη της υπογραφής του εναγομένου-μισθωτή στο μεταγενέστερο -από 26.5.2005- ιδιωτικό συμφωνητικό), προκύπτει σαφώς ότι η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμήθηκε ως δικαστικό τεκμήριο (ορθώς, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη), ενώ, επίσης, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη την ως άνω φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη αίτηση εξαιρέσεως του πραγματογνώμονα, την οποία, άλλωστε, ειδικώς μνημονεύει, στις προαναφερθείσες παραδοχές της απόφασής του. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε και προτάσεις ( άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-4-2011 αίτηση για αναίρεση της 366/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ