Αριθμός 500/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Χ. του Μ. και 2) Ι. Χ. του Μ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Δημητρακόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: D. W. R. G., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 14056/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1345/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2019 αίτησή τους και τους από 15-7-2020 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004). Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 22-7-2019 αίτησης για αναίρεση της 1345/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ορίστηκε αρχικώς η δικάσιμος της 12-10-2020 και κατόπιν αναβολής εκ του πινακίου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (21-3-2022), οι δε αναιρεσείοντες άσκησαν προσθέτους λόγους με το από 15-7-2020 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 28-7-2020 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την ίδια ημερομηνία δηλαδή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ. Μ., στον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου Γεώργιο Δημαρά την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες). Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με το από 22-7-2019 κυρίως δικόγραφο, να ερευνηθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά, που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου, κατά το χρονικό σημείο της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών. (ΑΠ474/2020). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Συνεπώς, σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ1347/2022, ΑΠ 532/2011). Στο πλαίσιο αυτό ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 ΑΚ, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 473/2016). Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 914/2021, ΑΠ 604/2015). Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016). Αδικοπραξία, υπό την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστά και η προσβολή της προσωπικότητας (άρθρα 57, 59 ΑΚ), που μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, χωρίς να είναι, κατ' ανάγκη, απαραίτητο, για την κατάφαση της αδικοπραξίας αυτής και η από ποινικής πλευράς πλήρης στοιχειοθέτηση και της νομοτυπικής μορφής του ποινικού εγκλήματος, αφού παράνομη, κατά το αστικό δίκαιο, είναι και η συμπεριφορά που αντίκειται όχι μόνο σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 1432/2019). Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 του παλαιού ΠΚ, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την ερευνώμενη υπόθεση χρόνο), "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ.1, στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα από άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη, ως προς την πλαστότητα του εγγράφου (ΑΠ 767/1999, ΑΠ 1239/1998, ΑΠ 327/1995). Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Συνακόλουθα από την εν λόγω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η δι' αυτής προβλεπόμενη και τιμωρούμενη πράξη της πλαστογραφίας συντελείται είτε με την εξ αρχής σύνθεση εγγράφου επ' ονόματι άλλου σαν να ήταν απ' αυτόν τούτον εκδιδόμενο είτε με την αλλοίωση της έννοιας αυτού. Ειδικότερα στην εμφάνιση του εγγράφου ως προερχομένου εκ μέρους άλλου προσώπου δύναται να θεωρηθεί υπαγόμενη και η περίπτωση κατά την οποίαν το συνταχθέν έγγραφο υπογράφεται από κάποιον με το αληθές όνομα του, αλλά κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται ότι άλλο είναι το πρόσωπο το οποίο εξέδωσε το έγγραφο ή ότι έχει ιδιότητα, η οποία δεν αρμόζει σ' αυτόν στην πραγματικότητα ( ΑΠ 366/1969 ποιν). Έτσι πλαστό έγγραφο υπάρχει και όταν ο δράστης επικαλούμενος ψευδώς ανύπαρκτο δικαίωμα αντιπροσωπεύσεως υπογράφει επ' ονόματί του π.χ μια δήλωση ή ένα συμφωνητικό για λογαριασμό εταιρείας στην οποίαν συμμετέχει ή ενός φυσικού προσώπου (συνεταίρου του, πρβλ. ΑΠ 111/2008, ΑΠ 981/2002). Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωση του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε, (ΑΠ 70/1998, ΑΠ 1389/1997, ΑΠ 242/1997, ΑΠ 712/1995, ΑΠ 1126/1994), Άμεσα ζημιούμενος ή υφιστάμενος ηθική βλάβη από το αδίκημα της πλαστογραφίας και εντεύθεν δικαιούμενος να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για το λόγο αυτό, είναι εκείνος που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο έννομες συνέπειες (ΑΠ 1175/1978). Τέτοιος είναι πρωτίστως αυτός του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο, αλλά και οιοσδήποτε άλλος ζημιώνεται από τη χρήση τούτου (ΑΠ 1744/2014, ΑΠ 534/2013, ΑΠ 1537/2008 ποιν, ΑΠ195/2007). Περαιτέρω, με το άρθρο 926 ΑΚ, καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από τον νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσοτέρων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά, αν αυτοί συμμετείχαν είτε ως συναυτουργοί, είτε ως άμεσοι ή απλοί συνεργοί και, επίσης, αν αν ορισμένοι από αυτούς ενήργησαν με δόλο και άλλοι από αμέλεια (ΑΠ 1188/2007). Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ831/2022, ΑΠ1383/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020). Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η από 7-10-2015 αγωγή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω αδικοπραξίας (απάτης, υπεξαίρεσης, πλαστογραφίας), που άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά των αναιρεσειόντων, απορρίφθηκε με την 14056/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά μεν την απάτη και την υπεξαίρεση ως νομικά αβάσιμη, κατά δε την πλαστογραφία ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως το Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, με την προσβαλλόμενη 1345/2019 απόφασή του εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν , αναγνωρίζοντας ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο για την ως άνω αιτία το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοσή της. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε , κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Παναγακοπούλου Μουρτζούκου συστήθηκε η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ...", με αρχικούς εταίρους τον ενάγοντα, τον πρώτο εναγόμενο και τον μη διάδικο Π. Τ. Γ.. Το ως άνω συμβόλαιο νόμιμα δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με Α.Μ. ... και αύξοντα αριθμό ..., περίληψη δε αυτού καταχωρήθηκε στο με αριθμό ... Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΕ και Ε.Π.Ε.). Στη συνέχεια, το καταστατικό της ως άνω εταιρίας τροποποιήθηκε α) με την υπ' αριθμ. ... πράξη αύξησης κεφαλαίου εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, εισδοχή νέου εταίρου και τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό μητρώου ... και αύξοντα αριθμό ... και περίληψη αυτού δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ ... Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, β) με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο εκχώρησης λόγω πωλήσεως εταιρικών μεριδίων και τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία με Α.Μ. ... και αύξοντα αριθμό ... (ΦΕΚ ...). Μετά τις παραπάνω τροποποιήσεις, στην ανωτέρω εταιρία συμμετέχουν έκτοτε ο ενάγων και αμφότεροι οι εναγόμενοι. Σκοπός της ως άνω εταιρίας είναι η εισαγωγή από το εξωτερικό και εμπορία καινούργιων και μεταχειρισμένων μηχανημάτων κάθε είδους (δομικών, σκαπτικών, οδοποίίάς κλπ.), καθώς και η εισαγωγή από το εξωτερικό και εμπορία καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων κάθε είδους μηχανημάτων και αυτοκινήτων. Η διαχείριση γενικά των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρίας σε οικονομικές και δημόσιες σχέσεις ανατέθηκε στον πρώτο εναγόμενο, Ν. Χ.. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του καταστατικού, "ο διαχειριστής υπογράφει κάτω από κάθε σχετικό έγγραφο με το οποίο η εταιρία αποκτά δικαιώματα ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων ιδιωτικών και ακόμη συμβολαιογραφικών πράξεων κάθε μορφής, υπογράφει κάθε σύμβαση και τροποποίηση αυτών, κάθε αίτηση, δήλωση και γενικά έγγραφο που αφορά την εταιρία... Ο διαχειριστής δικαιούται να μεταβιβάζει μία ή περισσότερες από τις εξουσίες του προς τον άλλο εταίρο της παρούσης εταιρίας ή σε τρίτα πρόσωπα. Η παραπάνω μεταβίβαση των εξουσιών του διαχειριστή θα γίνεται πάντα με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, αποκλειομένης ρητά κάθε προφορικής ή και με απλό ιδιωτικό έγγραφο εξουσιοδότησης και πληρεξουσιότητας...". Περαιτέρω, με το άρθρο 18 του καταστατικού ορίσθηκε ότι "Κάθε εταίρος που κωλύεται να μετάσχει στη συνέλευση των εταίρων, δικαιούται να ορίσει σαν αντιπρόσωπό του άλλο φυσικό πρόσωπο από τους ανιόντες ή κατιόντες αυτού, ή τον σύζυγο, ή αδελφό του ή άλλο συνεταίρο από την παρούσα εταιρία, ο οποίος θα τον εκπροσωπεί στη συνέλευση και θα ασκεί επ' ονόματί του όλες τις εξουσίες που αρμόζουν στην ιδιότητα του συνεταίρου. Η παραπάνω εξουσιοδότηση μπορεί να παρέχεται μόνο γραπτά και ουδέποτε προφορικά και πάντοτε πρέπει να είναι ειδική για κάθε συνέλευση". Επειδή ο ενάγων και ο αρχικός εταίρος Π. Τ. Γ. ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, προς διευκόλυνση της λειτουργίας της εταιρίας, υπέγραψαν το υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Παναγακοπούλου-Μουρτζούκου, με το οποίο διόρισαν ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό τους τον πρώτο εναγόμενο, διαχειριστή της εταιρίας, παρέχοντάς του, μεταξύ άλλων, την εντολή και πληρεξουσιότητα να υπογράφει αντ' αυτών τροποποιητικές πράξεις του ιδρυτικού καταστατικού της εταιρίας, να προβαίνει σε δανειοδοτήσεις από κάθε πιστωτικό οργανισμό, να ανοίγει λογαριασμούς καταθέσεων καθώς και να συμμετέχει στη γενική συνέλευση της εταιρίας ασκώντας όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών σύμφωνα με το καταστατικό και το νόμο. Την 14-12-2007 οι εναγόμενοι, χωρίς να καλέσουν τον ενάγοντα και εν αγνοία αυτού, συνήλθαν σε έκτακτη γενική συνέλευση και αποφάσισαν την πώληση του υπ' αριθμ. ... αγροτεμαχίου της εταιρίας συνολικής έκτασης 2.805 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ... Νομού … αντί τιμήματος 140.000 ευρώ και την παροχή εξουσιοδότησης προς τον δεύτερο εναγόμενο, Ι. Χ., προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες διαδικασίες για την ως άνω πώληση. Στο σχετικό πρακτικό της παραπάνω έκτακτης γενικής συνέλευσης αναφέρεται ότι ο ενάγων εκπροσωπείται από τον εταίρο της εταιρίας Ι. Χ. (δεύτερο εναγόμενο), χωρίς όμως να αναφέρεται κάποιο έγγραφο βάσει του οποίου αυτός εξουσιοδοτήθηκε από τον ενάγοντα να τον εκπροσωπήσει. Μάλιστα, το ως άνω πρακτικό φέρει τρεις διαφορετικές υπογραφές, αφού δίπλα στο ονοματεπώνυμο του ενάγοντος δεν τέθηκε η υπογραφή του δήθεν πληρεξουσίου του, δευτέρου εναγομένου, αλλά τέθηκε κατ' απομίμηση η υπογραφή του ενάγοντος. Στην πραγματικότητα, το ως άνω πρακτικό γενικής συνέλευσης εταίρων ήταν πλαστό, καθόσον ο ενάγων ουδέποτε ενημερώθηκε για τη σύγκληση της ως άνω γενικής συνέλευσης και ουδέποτε χορήγησε πληρεξουσιότητα στον δεύτερο εναγόμενο να τον εκπροσωπήσει σ' αυτή. Το πλαστό αυτό έγγραφο καταρτίσθηκε από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ως διαχειριστής της εταιρείας είχε στην κατοχή του και τηρούσε το βιβλίο πρακτικών συνελεύσεων, με τη συνδρομή και του αδελφού του, δευτέρου εναγομένου, ο οποίος ήταν παρών κατά την κατάρτισή του, με σκοπό να προσκομίσει αυτό o τελευταίος ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Νταή που θα συνέτασσε το πωλητήριο συμβόλαιο και να εξαπατήσει αυτήν, πείθοντάς την ότι o ίδιος είχε την εξουσία να συμβληθεί για λογαριασμό της εταιρίας ως εκπρόσωπός της, υπογράφοντας το συμβολαιογραφικό έγγραφο της πώλησης του ακινήτου, όπως και έγινε. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί πλαστότητας του ως άνω πρακτικού ενισχύεται αφενός, από το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων 18 και 26 του καταστατικού της εταιρίας, αφού δεν χορηγήθηκε έγγραφη εξουσιοδότηση από τον ενάγοντα προς τον δεύτερο εναγόμενο, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει, αλλά ούτε και ειδική για τη συνέλευση της 14-12-2007, ούτε όμως και έγινε μεταβίβαση εξουσιών του διαχειριστή πρώτου εναγομένου προς τον δεύτερο εναγόμενο με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, προκειμένου ο τελευταίος να παραστεί και να υπογράψει το πωλητήριο συμβόλαιο ως εκπρόσωπος της εταιρίας και αφετέρου, από το γεγονός ότι στο πρακτικό Γ -Σ. τέθηκε κατ' απομίμηση η υπογραφή του απόντος ενάγοντος και όχι η υπογραφή του δήθεν πληρεξουσίου του. Ακολούθως, ο δεύτερος εναγόμενος κάνοντας χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου, παραστάθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Νταή και ενεργώντας αφενός ως εκπρόσωπος και ειδικά εξουσιοδοτημένος της εταιρίας με την επωνυμία " ..." και αφετέρου, ως διαχειριστής, εκπρόσωπος και ειδικά εξουσιοδοτημένος της εταιρίας με την επωνυμία "...", υπέγραψε το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε το εν λόγω ακίνητο της εταιρίας ... στην εταιρία ..., στην οποία συμμετέχουν η σύζυγος του πρώτου εναγομένου, Ν. Λ. Ν.-Χ., κατέχοντας το 87,71% των εταιρικών μεριδίων και ο δεύτερος εναγόμενος, κατέχοντας το υπόλοιπο 14,29% των εταιρικών μεριδίων. Έτσι, ο δεύτερος εναγόμενος με βάση το ως άνω από 14-12-2007 πρακτικό γενικής συνέλευσης εταίρων της εταιρίας ..., αλλά και με βάση το με ίδια ημερομηνία πρακτικό γενικής συνέλευσης εταίρων της εταιρίας ..., υπέγραψε το πωλητήριο συμβόλαιο τόσο για λογαριασμό της πωλήτριας εταιρίας όσο και για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρίας συμφερόντων του. Την πώληση του ακινήτου της εταιρίας ... o ενάγων πληροφορήθηκε το φθινόπωρο του έτους 2014, μετά από έρευνα που πραγματοποίησε με τη βοήθεια του δικηγόρου του, καθώς υποψιαζόταν ότι οι εναγόμενοι συνεταίροι του εκμεταλλευόμενοι την απουσία του στο εξωτερικό, του απέκρυπταν στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της εταιρίας. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι στο από 14-12-2007 πρακτικό γενικής συνέλευσης αναγράφηκε εκ παραδρομής ότι o απολιπόμενος εταίρος (ενάγων) εκπροσωπήθηκε από τον δεύτερο εξ αυτών, ενώ στην πραγματικότητα τον ενάγοντα εκπροσώπησε ο πρώτος εξ αυτών δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πληρεξουσίου που του είχε χορηγήσει και το οποίο δεν είχε ανακληθεί δεν δύναται να ευσταθήσει και είναι απορριπτέος, αφού οι εναγόμενοι ήταν έμπειροι έχοντας συντάξει και υπογράψει κατά καιρούς πολλά πρακτικά γενικών συνελεύσεων εταίρων, ακόμη και με τυπικό περιεχόμενο, χωρίς ποτέ να αναγράψουν εσφαλμένα το όνομα του δευτέρου εναγομένου αντί του πρώτου εναγομένου και αντιστρατεύεται σε κάθε λογική το να μην έχουν αντιληφθεί το λάθος τους ακόμη και όταν προσκόμισαν αντίγραφο του πρακτικού στη συμβολαιογράφο που συνέταξε το πωλητήριο συμβόλαιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων νόμιμη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία συνιστά παράλληλα προσβολή της προσωπικότητάς του. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, την ψυχική ταλαιπωρία, στενοχώρια, ταραχή και την εν γένει δυσμενή ψυχολογική κατάσταση που δοκίμασε εξαιτίας της κατάρτισης και χρήσης του ως άνω πλαστού εγγράφου που τον εμφανίζει να συναινεί στην πώληση του μοναδικού ακινήτου της εταιρείας στην οποία συμμετείχε σε ανταγωνιστική εταιρία συμφερόντων των εναγομένων και να παρέχει πληρεξουσιότητα στον δεύτερο εναγόμενο να εκπροσωπήσει την εταιρεία του κατά την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας, την προσβολή της οικογενειακής και επαγγελματικής του ηρεμίας, το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων, τη μετέπειτα εν γένει συμπεριφορά αυτών, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η αδικοπραξία, καθώς και την κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από την προμνησθείσα παράνομη και υπαίτια, κατευθυνόμενη στο σκοπό της προσβολής της προσωπικότητάς του, συμπεριφορά των εναγομένων, είναι αυτό των 10.000 ευρώ. Το ποσό αυτό είναι σε θέση να αμβλύνει ως ένα βαθμό τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκάλεσε στον ενάγοντα η προαναφερόμενη προσβολή. Ενόψει όλων των προαναφερομένων δεκτών γενομένων, η αγωγή, κατά το μέρος η υπόθεση μεταβιβάζεται στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 299 ΑΚ και 216 ΠΚ, έπρεπε δε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή κατά το παραπάνω μέρος της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κρίνοντας ότι ο πρώτος εναγόμενος νομίμως εκπροσώπησε τον ενάγοντα στην από 14-12-2007 συνέλευση των εταίρων και έθεσε την υπογραφή του στο συνταχθέν πρακτικό κατόπιν ειδικής προς τούτο εντολής αντιπροσώπευσης που του είχε χορηγήσει ο ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση πλαστογραφίας του πρακτικού, ούτε χρήσης πλαστού εγγράφου, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και μετά την εκ νέου έρευνα της αγωγής δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν καθένας εις ολόκληρον στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοσή της. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 216 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στον αναιρεσίβλητο μη περιουσιακή ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία και επέφερε κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, συνισταμένη στην εκ μέρους αυτών από κοινού διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας (πρβλ. ΑΠ 679/2019 ποιν), και παράλληλα να πληρούται με την τέλεση του εν λόγω αδικήματος το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής του αυτού προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στοιχειοθετείται, τόσο η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της πλαστογραφίας ως γενεσιουργού λόγου της σε βάρος του αναιρεσίβλητου αδικοπραξίας, καθόσον ο πρώτος αναιρεσείων, με τη συνδρομή του δεύτερου ως απλού συνεργού, έθεσε στο επίμαχο πρακτικό, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του αναιρεσίβλητου, εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του, με σκοπό την παραπλάνηση ως προς την ταυτότητα του εκδότη, ήτοι με τη διάσταση μεταξύ του αληθούς εκδόσαντος το πρακτικό (των δύο αναιρεσειόντων από κοινού) και του φερόμενου ως (συν)εκδότη (αναιρεσίβλητου) ως εταίρου, που φέρεται να συνέπραξε στη σύγκληση της έκτακτης Γ.Σ. και την κατάρτιση του επίμαχου εγγράφου, συναινώντας στην πώληση του ένδικου ακινήτου και στην παροχή εξουσιοδότησης προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες διαδικασίες για την ως άνω πώληση, όσο και η υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω αδικήματος, δηλαδή η κατάρτιση με κοινό δόλο των αναιρεσειόντων του πλαστού εγγράφου, προκειμένου να παραπλανήσουν με τη χρήση του τη συμβολαιογράφο για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ήτοι περί της δήθεν ύπαρξης κοινής βούλησης όλων των συνεταίρων για την απαλλοτρίωση του μοναδικού ακινήτου της εταιρείας και περί παροχής σχετικής εξουσιοδότησης προς τούτο στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, ώστε να καταρτίσει έτσι το συμβόλαιο μεταβίβασης του επίμαχου ακινήτου, σκοπός που επετεύχθη και ο οποίος άλλως (χωρίς το εν λόγω έγγραφο) δεν θα επερχόταν, με συνέπεια να προσβληθεί παράνομα στην προσωπικότητά του ο αναιρεσίβλητος ως παθών από την πλαστογράφηση της υπογραφής του. Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίως δικογράφου, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 1 πλημμέλεια, με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 216 ΠΚ ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις της αντικειμενικής και υποκειμενικής θεμελίωσής του, με την εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών που το Εφετείο δέχθηκε στο πραγματικό του εν λόγω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και εντεύθεν στο πραγματικό των κανόνων περί αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων εκ του εγκλήματος της πλαστογραφίας και θεμελίωσης της αγωγικής αξιώσεως προς αποκατάσταση της προκληθείσας εξ αυτής ηθικής βλάβης, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σε αυτήν και άλλες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, και δικαιολογούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές ότι: α) στις 14-12-2007 οι αναιρεσείοντες συνεταίροι του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να τον καλέσουν και εν αγνοία του, συνήλθαν σε έκτακτη Γενική Συνέλευση και αποφάσισαν την πώληση του ακινήτου της εταιρείας τους και την παροχή εξουσιοδότησης στον δεύτερο αναιρεσείοντα για το σκοπό αυτό, β) στο με ίδια ημερομηνία πρακτικό σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης, με περιεχόμενο τη συναπόφαση της πώλησης του μοναδικού ακινήτου της εταιρείας και την προς τούτο χορήγηση ειδικής εξουσιοδότησης στον δεύτερο αναιρεσείοντα, φέρεται ο αναιρεσίβλητος να εκπροσωπείται από τον ανωτέρω εταίρο, χωρίς να αναφέρεται το έγγραφο βάσει του οποίου αυτός εξουσιοδοτήθηκε από τον αναιρεσίβλητο να τον εκπροσωπήσει, μολονότι στο άρθρο 18 του καταστατικού ορίζεται ότι η σχετική εξουσιοδότηση παρέχεται "μόνο γραπτά και ουδέποτε προφορικά και πάντοτε πρέπει να είναι ειδική για κάθε συνέλευση", γ) το πρακτικό αυτό, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ήταν πλαστό και καταρτίστηκε, κατόπιν συναπόφασης των αναιρεσειόντων, από τον πρώτο εξ αυτών, ο οποίος ως διαχειριστής της εταιρείας έχοντας στην κατοχή του και τηρώντας το οικείο βιβλίο πρακτικών γενικών συνελεύσεων, έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή του αναιρεσίβλητου στο ως άνω έγγραφο, χωρίς τη συναίνεσή του και εν αγνοία του, με τη συνδρομή και του δευτέρου αναιρεσείοντος, ο οποίος ήταν παρών κατά την κατάρτισή του, φερόμενος ως εκπρόσωπος και του αναιρεσίβλητου, ώστε να προκύπτει από αυτό η δήθεν ομόφωνη απόφαση όλων των συνεταίρων για την πώληση του ακινήτου της εταιρείας και της παροχής αντίστοιχης εξουσιοδότησης στον δεύτερο αναιρεσείοντα, δ) δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι στο από 14-12-2007 πρακτικό γενικής συνέλευσης αναγράφηκε εκ παραδρομής, ότι o απολιπόμενος εταίρος (αναιρεσίβλητος) εκπροσωπήθηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ενώ στην πραγματικότητα αυτός εκπροσωπήθηκε από τον πρώτο αναιρεσείοντα δυνάμει του χορηγηθέντος σ' αυτόν υπ' αριθμ. ... πληρεξουσίου, ε) η κατάρτιση του εν λόγω πλαστού εγγράφου έγινε με σκοπό να παραπλανήσουν τη συμβολαιογράφο που θα συνέτασσε το πωλητήριο συμβόλαιο, με την προσκόμιση αυτού από το δεύτερο αναιρεσείοντα, ότι ο τελευταίος είχε την εξουσία, ανατεθείσα από τη Γενική Συνέλευση της εταιρείας τους (συμπεριλαμβανομένου δήθεν και του αναιρεσιβλήτου), να συμβληθεί εκπροσωπώντας την και να υπογράψει το αντίστοιχο συμβόλαιο, στ) ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κάνοντας χρήση του άνω πλαστού πρακτικού της έκτακτης Γ.Σ της εταιρείας "..." παρέστη ενώπιον της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Γ.Νταή, ενεργώντας δυνάμει του εν λόγω εγγράφου ως εκπρόσωπος και ειδικά εξουσιοδοτημένος της εν λόγω εταιρείας (από την ολότητα των εταίρων της) και υπέγραψε το ... συμβόλαιο, με το οποίο το ακίνητο της εταιρείας "..." μεταβιβάστηκε στην εταιρεία "...", συμφερόντων της συζύγου του πρώτου αναιρεσείοντος και του ιδίου (δεύτερου αναιρεσείοντος) για λογαριασμό της οποίας ως διαχειριστής εκπρόσωπος και ειδικά εξουσιοδοτημένος ομοίως συνεβλήθη, ζ) από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειόντων προσβλήθηκε η προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη. Η παραδοχή ότι "στο επίμαχο έγγραφο αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπείται από τον δεύτερο αναιρεσείοντα χωρίς να αναφέρεται κάποιο έγγραφο βάσει του οποίου αυτός εξουσιοδοτήθηκε από τον αναιρεσίβλητο να τον εκπροσωπήσει" ουδόλως αντιφάσκει προς την έτερη παραδοχή ότι "το πρακτικό φέρει τρείς διαφορετικές υπογραφές αφού δίπλα στο ονοματεπώνυμο του αναιρεσίβλητου δεν τέθηκε η υπογραφή του δήθεν πληρεξουσίου του δεύτερου αναιρεσείοντος, αλλά τέθηκε κατ' απομίμηση η υπογραφή του αναιρεσίβλητου από τον πρώτο αναιρεσείοντα με τη συνδρομή του δεύτερου αναιρεσείοντος αδελφού του, παρόντος κατά την τέλεσή της", αφού η πρώτη παραδοχή αναφέρεται στην έλλειψη της απαιτούμενης, κατά τα άρθρα 18 και 26 του καταστατικού, εξουσιοδότησης του δεύτερου αναιρεσείοντος προς εκπροσώπηση του αναιρεσιβλήτου, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στον τρόπο κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, ώστε να φέρεται ο αναιρεσίβλητος, μολονότι δεν είχε παράσχει σχετική εξουσιοδότηση, να συμμετέχει, ως συνεκδότης του συγκεκριμένου πρακτικού λόγω της ιδιότητάς του ως συνεταίρου, στη συναπόφαση για πώληση του ακινήτου και χορήγηση της προς τούτο εξουσίας, χωρίς στην πραγματικότητα να συμπράξει για την κατάρτισή του. Επίσης, η παραδοχή περί χορηγήσεως από τον αναιρεσίβλητο, μόνιμο κάτοικο εξωτερικού, προς διευκόλυνση της λειτουργίας της εταιρείας, "του ... ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου προς τον πρώτο αναιρεσείοντα για να υπογράφει αντ' αυτού τροποποιητικές πράξεις του ιδρυτικού καταστατικού της εταιρείας, να προβαίνει σε δανειοδοτήσεις, να ανοίγει λογαριασμούς καταθέσεων να συμμετέχει στη Γ.Σ της εταιρείας ασκώντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του από το καταστατικό και το νόμο", δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την παραδοχή περί κατάρτισης από τον πρώτο αναιρεσείοντα, με τη συμμετοχή του δεύτερου, του πλαστού πρακτικού της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνεται ότι στο πρακτικό έγινε σχετική μνεία περί εκπροσώπησης του αναιρεσιβλήτου από τον πρώτο αναιρεσείοντα δυνάμει του προαναφερόμενου πληρεξουσίου. Η επίκληση τέλος ότι λόγω της πλειοψηφίας που διέθεταν ως εκ του μεγέθους των μερίδων τους οι αναιρεσείοντες μπορούσαν να προβούν στην πώληση χωρίς τη σύμπραξη του αναιρεσίβλητου, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού ούτε τούτο διαλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης, από το περιεχόμενο των οποίων κρίνεται η συνδρομή των προϋποθέσεων θεμελίωσης του αναιρετικού λόγου περί έλλειψης νόμιμης βάσης, πέραν του ότι η επικαλούμενη ως άνω δυνατότητα των αναιρεσειόντων ουδόλως αναιρεί την τελεσθείσα πράξη της πλαστογραφίας και τη συνακόλουθη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Συνεπώς, υπό τις ως άνω παραδοχές καλύπτεται πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου τόσο κατά την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων όσο και κατά τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης πράξης αυτών και της επελθούσας στον αναιρεσίβλητο μη περιουσιακής βλάβης. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος λόγοι του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 19 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο: α) διέλαβε ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της πλαστογραφίας και του σκοπού παραπλάνησης, β) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, αφενός με την παραδοχή ότι στο επίμαχο έγγραφο ο αναιρεσίβλητος "εκπροσωπείται" από τον δεύτερο αναιρεσείοντα και αφετέρου ότι ο πρώτος αναιρεσείων έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του, γ) υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον τρόπο και το είδος συμμετοχής του δεύτερου αναιρεσείοντος στην πλαστογραφία, δ) υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω των ασαφειών, αντιφάσεων και ελλείψεων που διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της πλαστότητας του επίμαχου πρακτικού, της συνάφειας μεταξύ της αδικοπρακτικής ως άνω συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και του είδους της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στον αναιρεσίβλητο υπό την έννοια της προσβολής της προσωπικότητάς του, και του βαθμού αυτής ώστε να είναι εφικτός ο καθορισμός της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτοι, αφού ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και στην ανάλυση, τη στάθμιση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του σαφούς ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, επιχειρώντας απαραδέκτως υπό την επίφαση της εν λόγω πλημμέλειας να πλήξουν την επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι λόγω της πλειοψηφίας που διέθεταν ως εκ του μεγέθους των μερίδων τους μπορούσαν να προβούν στην πώληση του ακινήτου της εταιρείας χωρίς τη σύμπραξη του αναιρεσίβλητου, δεν μπορεί (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) να θεμελιώσει ούτε πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν συνιστά "πράγμα" αλλά επιχείρημα και αρνητικό της αδικοπρακτικής ευθύνης τους ισχυρισμό, πέραν του ότι δεν προκύπτει παραδεκτή προβολή του στο δικαστήριο της ουσίας , καθόσον δεν περιλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, αλλά το πρώτον προβάλλεται απαραδέκτως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης. Να σημειωθεί τέλος ότι και ο ισχυρισμός τους περί του ότι η ιδιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος ως διαχειριστή του παρείχε τη δυνατότητα να προβαίνει από μόνος του σε διάθεση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας συνιστά ωσαύτως αρνητικό της αδικοπρακτικής τους ευθύνης ισχυρισμό και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, πρόσφορο για την ίδρυση της εκ του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, πέραν του ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το άρθρο 26 του καταστατικού της εταιρείας των διαδίκων δεν παρέχει στον διαχειριστή από μόνο του την εξουσία απαλλοτρίωσης των περιουσιακών της στοιχείων. Ως εκ των ανωτέρω τυγχάνει προεχόντως απαράδεκτος αλλά και αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. α του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη κάθε μεταβολή της (ιστορικής) βάσης της αγωγής, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 526 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ` έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής, είτε γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ακόμη και αν ο αντίδικος του ενάγοντος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 1704/2007). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ. α του ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 1525/2013, ΑΠ 43/2011). Ισχυρισμός που στηρίζει την βάση της αγωγής απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, που μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (Ολ.ΑΠ 2/1994, ΑΠ 2070/2007). Επομένως, επέρχεται η μεταβολή αυτή, όταν με τις προτάσεις εκτίθενται για πρώτη φορά τα περιστατικά που απαιτούνται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 368/2020, ΑΠ 389/2010). Δεν συνιστά όμως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, εκτός των άλλων, η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 651/2021, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1152/2017). Έτσι στην περίπτωση επίκλησης με την αγωγή αδικοπρακτικής ευθύνης που ανάγεται στην επέλευση βλάβης από κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, όπως εκτέθηκε, δεν ενδιαφέρει αν οι ενέργειες έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά ούτε ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής του πταίσματος εκάστου δράστη, αλλά αρκεί κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα. Συνεπώς, αν με το δικόγραφο της αγωγής αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποιήσεως από αδικοπραξία γίνεται επίκληση ότι τελέστηκε από τους εναγομένους η πράξη της πλαστογραφίας, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση της συμμετοχής αυτής εκάστου εναγομένου με βάση το ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την υπαιτιότητα τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα ειδικότερα αυτά περιστατικά έγιναν αντικείμενο επίκλησης από κάποιο διάδικο σε μεταγενέστερο διαδικαστικό στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής ή να δημιουργείται ο προβλεπόμενος από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ή 10 περ. β' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1616/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' αρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο (της δια πλαστογραφίας τελεσθείσας αδικοπραξίας), προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε ότι οι δύο αναιρεσείοντες, ενεργώντας από κοινού, κατήρτισαν το επίμαχο πρακτικό της Γ.Σ. και συγκεκριμένα ότι ο πρώτος εξ αυτών έθεσε σ' αυτό υπογραφή, κατ' απομίμηση της υπογραφής του αναιρεσιβλήτου, με τη συνδρομή του δεύτερου, ο οποίος ήταν εν πλήρει γνώσει της πλαστογραφίας. Ακολούθως με τις πρωτόδικες προτάσεις αλλά και με αντίστοιχο λόγο εφέσεως ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι την υπογραφή του έθεσε κατ' απομίμηση ο δεύτερος αναιρεσείων, το Εφετείο όμως, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές, δέχθηκε ότι την υπογραφή του αναιρεσίβλητου πλαστογράφησε ο πρώτος αναιρεσείων. Επομένως, ενόψει της παραδοχής από το δικαστήριο ως ουσιαστικά βάσιμου του αρχικώς προβληθέντος αγωγικού ισχυρισμού και όχι του προβληθέντος με τις προτάσεις νεότερου ισχυρισμού, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής, όσον αφορά την όψιμη επίκληση από τον αναιρεσίβλητο της πλαστογράφησης της υπογραφής αυτού από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος. Ανεξαρτήτως αυτού, με την προσθήκη του προαναφερόμενου ισχυρισμού δεν τροποποιείται η ιστορική βάση της αγωγής ούτε και προστίθεται άλλη βάση σ' αυτή, αλλά αποτελεί αυτός παραδεκτή διευκρίνιση της αγωγής με τη συγκεκριμενοποίηση του τρόπου συμμετοχής των αναιρεσειόντων στην πιο πάνω αδικοπραξία, χωρίς δηλαδή ο προσδιορισμός από ποιόν εξ αυτών τελέστηκε ιδιοχείρως το έγκλημα να μεταβάλει την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος που στηρίζει το αίτημα της αγωγής. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, μη κηρύσσοντας απαράδεκτο της ανωτέρω μεταβολής, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. εξ άλλου, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π1078/2022, ΑΠ559/2020, ΑΠ282/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραίτητα σε επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (ΑΠ216/2019, ΑΠ1346/2012). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί, άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 ΚΠολΔ προβολή (ΑΠ1431/2022, 1933/2006). Συνεπώς δεν ιδρύουν τον, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1193/2018, ΑΠ 1275/2009). Αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό (ΟλΑΠ14/2004) με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, ΑΠ 1446/2003) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 1614/2017, ΑΠ 792/2015, ΑΠ 354/2011). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το εφετείο, όταν εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και κρατεί την υπόθεση, δικάζει κατ` ουσίαν τη διαφορά, στα πλαίσια όμως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, δηλαδή μόνο ως προς τα θιγέντα με την έφεση κεφάλαια. Έτσι, αν το εφετείο κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή του κατ' ουσίαν, ερευνά μεν περαιτέρω κατ' ουσίαν την αγωγή, όχι όμως και τυχόν ενστάσεις του εναγομένου, που είχαν μεν υποβληθεί πρωτοδίκως αλλά είχαν απορριφθεί ως νομικά αβάσιμες, εφόσον δεν επαναφέρονται ενώπιόν του κατά τον οριζόμενο ως άνω τρόπο, διότι διαφορετικά, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού η αυτεπάγγελτη έρευνα και των ενστάσεων αυτών, εκφεύγει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (Α.Π.2042/2013, ΑΠ 2312/209). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση με τον έκτο αναιρετικό λόγο και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο για πλημμέλεια εκ του αρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, αφενός ότι το Εφετείο απέρριψε "σιγή", αφετέρου ότι δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επιδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυρισμό που προέβαλαν με τις προτάσεις τους στο πρωτόδικο δικαστήριο και επανέφεραν παραδεκτά με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, περί παραγραφής λόγω παρέλευσης πενταετίας από τη γνώση το αργότερο την 31-12-2007 εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της αποδιδόμενης σ' αυτούς αδικοπραξίας μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 28-10-2015. Πέραν της αντιφατικότητας των ως άνω λόγων, αφού δεν νοείται ο ισχυρισμός να μην έχει ληφθεί υπόψη και ταυτόχρονα να έχει απορριφθεί, και του απαραδέκτου της επικαλούμενης προβολής του ως άνω ισχυρισμού εκ της μη τήρησης των προϋποθέσεων του άρθρου 240 ΚΠολΔ (παράλειψη σύντομης περίληψης των περιστατικών του ισχυρισμού, πλην της αναφοράς των σελίδων των πρωτόδικων προτάσεων), όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο Εφετείο, αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι είναι επίσης απαράδεκτοι και γιατί η σχετική περί παραγραφής ένσταση απορρίφθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως νομικά αβάσιμη και συνεπώς για να μπορεί, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος κατ'άρθρο 522 ΚΠολΔ, να ληφθεί υπόψιν στο Εφετείο και να ερευνηθεί, οι αναιρεσείοντες ώφειλαν να επαναφέρουν την εν λόγω ένστασή τους με έφεση (επικουρική), ενόψει του ότι πρωτοβαθμίως νίκησαν με την απόρριψη της αγωγής κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-7-2019 αίτηση αναιρέσεως των: Ν. Χ. και Ι. Χ. και τους από 15-7-2020 πρόσθετους αυτής λόγους κατά της με αριθμό 1345/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ