Αριθμός 1909/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου(Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Φαρσάλων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Φάρσαλα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευριπίδη Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Β. Σ. του Κ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Ανδρεόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 82/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 440/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 14-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπόκειται προς κρίση η από 14-5-2021 (αριθ. εκθ. Καταθέσεως…/17-5-2021) αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Φαρσάλων" και ήδη αναιρεσείοντος κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Β.. Σ., με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 440/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 26-3-2021, εντός της από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπομένης προθεσμίας, συνυπολογιζομένου του από τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν. 4790/2021 χρονικού διαστήματος προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της λήψεως εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναιρέσεως (άρθ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ήσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 28-6-2017 (αρ. εκθ. κατ. …/29-6-2017) αγωγή του, με την οποία είχε εκθέσει ότι δυνάμει της από 28-9-2004 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ αυτού και του εναγομένου, προσελήφθη προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Φαρσάλων, και συγκεκριμένα, ως ταμίας στο Κεντρικό Κατάστημα που διατηρεί αυτή στα Φάρσαλα και επί της οδού Αχιλλέως αρ. 8. Ότι με την υπ' αριθμ…./2017 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου επιβλήθηκε σε αυτόν η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, για το λόγο ότι αυτός (ενάγων), κατά το χρονικό διάστημα από 15-12-2015 έως 17-02-2016, υπεξαίρεσε από το ταμείο της επιχείρησης το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.978,01 ευρώ. Ότι το εναγόμενο μη αποδεχόμενο τις υπηρεσίες του, τις οποίες εξακολουθούσε να του προσφέρει και μετά την άκυρη απόλυσή του κατέστη υπερήμερο και του οφείλει ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2016 έως Οκτώβριο 2017 το ποσό των 932,79 ευρώ μηνιαίως, που αντιστοιχεί στο μηνιαίο μισθό του και συνολικά 11.193,48 ευρώ. Ότι η ανωτέρω απόφαση τυγχάνει άκυρη για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στο δικόγραφο της αγωγής λόγους και ως άκυρη δεν επιφέρει τα αποτελέσματα της λύσης της εργασιακής του σύμβασης, στα οποία το εναγόμενο αποσκοπούσε. Ότι η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης, ήτανε ιδιαίτερα επαχθής και είχε σαν αποτέλεσμα να τρωθεί η τιμή και η υπόληψή του. Για τους λόγους αυτούς και με βάση τα μνημονευόμενα πραγματικά περιστατικά, ζητεί, κατόπιν παραδεκτής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της υπ' αριθμ. …/2017 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου, το οποίο αρνείται να αποδεχτεί τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, να του καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 2016 έως Οκτώβριο του 2017, το συνολικό χρηματικό ποσό των 11.193,48 ευρώ, καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου καταχωρισθείσα στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο ενάγων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι είναι άκυρη η απόλυσή του διότι δεν έγινε εγγράφως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ 82/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή απερρίφθη ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος, ενόψει ότι η αγωγή του ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, από την ημέρα που του γνωστοποιήθηκε η ως άνω απόφαση του ΔΣ του εναγομένου με την οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου της εφέσεως, ως βάσιμου κατ' ουσία, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι παραδεκτή και νόμιμη και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη-εκκαλουμένη απόφαση, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, αναγνώρισε την ακυρότητα της ως άνω αποφάσεως του ΔΣ του εναγομένου και αναγνώρισε επίσης την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 11.193,48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Την απόφαση αυτή του Εφετείου προσβάλλει το εναγόμενο με την προαναφερόμενη αίτηση αναιρέσεως, η έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της οποίας, έχει ως ακολούθως: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020, 2/2019, 28/1998). Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955 κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει ν` ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρο 279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 2234/2013, 705/2013). Η μη κοινοποίηση δηλ. της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 2234/2013, 705/2013, 1619/2006). Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, εφαρμόζεται δηλ. όχι μόνο στους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παράβασης άλλων διατάξεων (ΑΠ 2234/2013, 404/2008). Η καθιερουμένη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 240, 241, 242 και 243 ΑΚ (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθρων 144 § 1 και 145 § 2 ΚΠολΔ) αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης, που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτής, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμον εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 2234/2013, 404/2008, 1938/2007). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 § 1 ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 2234/2013, 705/2013, 65/2012). Κατά τα προαναφερθέντα, αφετηρία της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος της λύσης της σύμβασης με την καταγγελία της από τον εργοδότη, την ανακοίνωση δηλ. εκ μέρους αυτού της βούλησής του για την λύση της, και όπως η βούληση αυτή εκφράζεται και εξειδικεύεται με την (έγγραφη) καταγγελία, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία θεωρούμενη έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη γι` αυτήν νόμιμη αποζημίωση και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης εργαζόμενος λαμβάνει γνώση αυτής (ΑΠ 2234/2013,1619/2006), γνώση δηλ. της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, η βούληση αυτή εκφράζεται και συγκεκριμενοποιείται στην (περιέχουσα αυτήν) καταγγελία (ΑΠ 28/2023, 48/2023, 416/2021, 377/2022, 839/2019, 172/2018, 2234/2013, 1387/2015). Περαιτέρω, στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου ΝΠΙΔ, ο οποίος είχε εγκριθεί με την 6755/79763 από 23-5- 2016 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας (ΦΕΚ Β 1581/3-6-2016), οπότε απέκτησε ισχύ νόμου, ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 51. Διακρίσεις προσωπικού. 1. Το προσωπικό της Επιχείρησης διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο....2. Η εργασιακή σχέση που συνδέει το προσωπικό με την ΔΕΥΑΦ, είναι σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου για το τακτικό προσωπικό και ορισμένου χρόνου για το έκτακτο. Άρθρο 70. Πειθαρχικά παραπτώματα....Η υπεξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΥΑΦ......Άρθρο 71. Πειθαρχικές ποινές είναι ... 5.5. Η οριστική απόλυση.. Άρθρο 72. Πειθαρχικές διαδικασίες. Τα πειθαρχικά όργανα διακρίνονται σε μονομελή και πολυμελή. 2. Το Πενταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της Δ.Ε.Υ.Α.Φ. , δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που ορίζονται από αυτό, τον Γενικό Διευθυντή της Υπηρεσίας στην οποία ανήκει ο εργαζόμενος που παραπέμπεται. 3. Πολυμελές πειθαρχικό όργανο είναι το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιχείρησης το οποίο μπορεί να επιβάλλει όλες τις ποινές που προβλέπονται από το άρθρο 71. Δηλαδή από την προφορική παρατήρηση μέχρι και την οριστική απόλυση...5. Οι τιμωρούμενοι με προσωρινή ή οριστική απόλυση τίθενται εκτός υπηρεσίας αμέσως μόλις τους κοινοποιηθεί η τελεσίδικη απόφαση...8. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να εξετάζει πειθαρχικά παραπτώματα σε πρώτο βαθμό και σε δεύτερο βαθμό κατόπιν εφέσεως του τιμωρηθέντος ...Άρθρο 76 Αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σύμβασης 1. Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια και χωρίς προειδοποίηση ή καταγγελία την ημέρα που ο εργαζόμενος θα συμπληρώσει όλες τις προυποθέσες για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, όπως αυτές καθορίζονται και απαιτούνται από τους ισχύοντες κάθε φορά Νόμους.... Άρθρο 77. Απόλυση Τακτικού Προσωπικού. Το τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Υ.Α.Φ. απολύεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και ύστερα από γραπτή καταγγελία της εργασιακής σύμβασης στις ακόλουθες περιπτώσεις: Αν του επιβληθεί η πειθαρχική ποινή τη οριστικής απόλυσης...". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του Οργανισμού του εναγομένου ΝΠΙΔ, συνάγονται τα ακόλουθα: Η σύμβαση εργασίας, η οποία συνδέει το τακτικό προσωπικό με το εναγόμενο, είναι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με τη συμπλήρωση των προυποθέσεων συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδικαίως και ο υπάλληλος αποχωρεί από την υπηρεσία, χωρίς να προσαπαιτείται η δήλωση βουλήσεως του οργάνου που διοικεί το εναγόμενο, με την προειδοποίηση του υπαλλήλου ή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Κατά τα λοιπά, όμως, η σύμβαση εργασίας είναι δυνατό να καταγγελθεί, εκτάκτως, μόνο με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου (ΑΚ 672, ΟλΑΠ 43/2002). Στον Οργανισμό προσδιορίζονται, ενδεικτικά, ορισμένες περιστάσεις, οι οποίες, αν και δεν χαρακτηρίζονται ρητώς ως σπουδαίες, υπονοούνται τέτοιες και προβλέπονται ως λόγοι λύσεως της συμβάσεως εργασίας του τακτικού προσωπικού. Ως τέτοιες περιστάσεις αναφέρονται η σωματική ή πνευματική ασθένεια που τον καθιστά ανίκανο για εργασία, πρέπει δε να πιστοποιείται από γνωμάτευση αρμόδιας επιτροπής του ΙΚΑ ή Κρατικού Νοσοκομείου, η αδικαιολόγητη απουσία αυτού από την εργασία του και, τέλος, η εκ μέρους των αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων του εναγομένου επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η λύση της συμβάσεως εργασίας δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά πρέπει να αποφασισθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, στο πλαίσιο της εκ μέρους αυτού εφαρμογής των διατάξεων του Οργανισμού. Οπότε, υπό τη συνδρομή κάποιας από τις ως άνω περιστάσεις, είτε αυτή αναφέρεται ρητώς είτε υπονοείται στη σχετική απόφαση, το όργανο που διοικεί το εναγόμενο εκφράζει τη βούλησή του να λυθεί ο ενοχικός δεσμός που συνδέει το συγκεκριμένο υπάλληλο με το εναγόμενο και, με τον τρόπο αυτό, καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας κατ` άρθρο 672 ΑΚ. Από καμιά διάταξη, βέβαια, δεν εμποδίζεται το εναγόμενο, ως εργοδότης, να καταγγείλει τη σύμβαση με την επίκληση κάποιου άλλου λόγου, πέραν των ως άνω αναφερομένων περιστάσεων, τον οποίο το ίδιο θεωρεί σπουδαίο. Οπότε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, η σπουδαιότητα του λόγου θα κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο. Από τα παραπάνω και, ειδικώς, για τα ζητήματα που τίθενται στην ένδικη περίπτωση, συνάγεται ότι η εκ μέρους των πειθαρχικών συμβουλίων του εναγομένου επιβολή της οριστικής απολύσεως, ως πειθαρχικής ποινής, έχει μεν ως συνέπεια τη λύση της συμβάσεως εργασίας από την τελεσιδικία της πειθαρχικής αποφάσεως, η συνέπεια αυτή, όμως, δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά με την έκφραση και περιέλευση της περί αυτής βουλήσεως του οργάνου διοίκησης του εναγομένου προς τον υπάλληλο, η οποία συνιστά καταγγελία.(ΑΠ 184/2015). Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, που όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 669παρ.2 και 167 ΑΚ, μονομερή δικαιοπραξία, έχει νομική ενέργεια μόνον αφ` ης περιέλθει στο πρόσωπο, προς το οποίο απαιτείται να απευθυνθεί, δύναται δε να γίνει και σιωπηρώς, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς η βούληση λύσεως της συμβάσεως. Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δύναται να συνιστά και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, εάν συντρέχουν και περιστάσεις καταδεικνύουσες την βούληση αυτού να λυθεί η σύμβαση (ΑΠ 853/2020, 246/2013). Τέτοια δε συναγωγή σιωπηρής δηλώσεως βουλήσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δεν εμποδίζεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού της εναγομένης. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε αξίωση του υπαλλήλου σχετικά με το κύρος της καταγγελίας ή τις εκ της τυχόν ακυρότητος συνέπειες πρέπει να ασκηθεί μέσα στην αποκλειστική και αποσβεστική προθεσμία των τριών μηνών από τη λύση της σχέσεως εργασίας (άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3198/1955), ήτοι την περιέλευση της σχετικής βουλήσεως του εργοδότη στον εργαζόμενο (πρβλ. ΑΠ 184/2015 για την Αγροτική Τράπεζα και 1091/1993, για την Τράπεζα της Ελλάδος). Και περαιτέρω, συνάγεται ότι ναι μεν η άσκηση του δικαιώματος αναγνώρισης της τυχόν ακυρότητας της αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου (ΑΠ 784/1999), με την οποία επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απολύσεως, δεν εμπίπτει στον ως άνω χρονικό περιορισμό (διότι, κατά το γράμμα της σχετικής διάταξης, δεν συνιστά "αξίωση μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας", αφού η πειθαρχική απόφαση δεν αποτελεί καταγγελία, αλλά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της συμβάσεως), πλην, όμως, μετά την απώλεια της προθεσμίας για την παραδεκτή αμφισβήτηση του κύρους της καταγγελίας, απόλλυται και το άμεσο έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ 68, πρβλ. ΑΠ 80/2009) για την αναγνώριση της τυχόν ακυρότητας της πειθαρχικής αποφάσεως. Οπότε, για την έλλειψη αυτή, η αγωγή, ακόμη και αν έχει ως μοναδικό αντικείμενο την αναγνώριση της εν λόγω ακυρότητας, καθίσταται απαράδεκτη.(ΑΠ 184/2015). Εν προκειμένω, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο Λάρισας δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Στην προκειμένη περίπτωση με τη ένδική αγωγή ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερθείσας με αριθμ. …/2017 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου λειτουργούντος ως δευτεροβάθμιου πειθαρχικού, με βάση την οποία επιβλήθηκε στον ενάγοντα η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης για τούς λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή και η επιδίκαση στον ενάγοντα αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης χωρίς περαιτέρω να επικαλείται ακυρότητα καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως μετά του εναγομένου για σπουδαίο λόγο, ήτοι της επιβολής της ως άνω πειθαρχικής ποινής, και χωρίς περαιτέρω να υποβάλει αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας τέτοιας καταγγελίας, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση του αρμοδίου (δευτεροβάθμιου) διοικητικού οργάνου του εναγομένου, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα την 5-4-2017, αποτελεί απλή γνωστοποίηση της επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως και δεν συνιστά μονομερή δήλωση βουλήσεως του εναγόμενου εργοδότη προς τον ενάγοντα εργαζόμενο, η οποία να αποτελεί ρητή, έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που ίσχυε μεταξύ τους, για σπουδαίο λόγο, ήτοι την επιβολή της ως άνω πειθαρχικής ποινής για τα πειθαρχικά παραπτώματα που είχαν διαπιστωθεί κατά την πειθαρχική διαδικασία. Επομένως δεν τυγχάνει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν 3198/1955, το οποίο καθιερώνει τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της σχετικής αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης.". Ύστερα από τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του πρώτου λόγου της εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, και δικάζοντας επί της αγωγής έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και αναγνώρισε την ακυρότητα της ανωτέρω αποφάσεως του εναγομένου, αναγνωρίζοντας επίσης την υποχρέωση αυτού να καταβάλλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο τταρεβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 και 167 ΑΚ και 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, αφού τα γενόμενα δεκτά επί μέρους περιστατικά α) ότι ο ενάγων με το από 17-2- 2016 έγγραφο του Προέδρου του ΔΣ ετέθη σε διαθεσιμότητα λόγω της κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως χρηματικών ποσών από το ταμείο της εναγομένης, β) ότι με την υπ' αρ. …/2016 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου επιβλήθηκε στον ενάγοντα η πειθαρχική ποινή της οριστικής απολύσεως, γ) ότι με την υπ' αρ. 215/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης αναγνωρίσθηκε η ακυρότης της προαναφερομένης πειθαρχικής αποφάσεως, με την αιτιολογία ότι ο Κανονισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης, βάσει του οποίου έγινε η συγκρότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, δεν είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μετά την έγκριση και την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του εν λόγω Κανονισμού ασκήθηκε κατά του ενάγοντος νέα πειθαρχική δίωξη, δ) ότι με την υπ' αρ. …/2017 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου επιβλήθηκε στον ενάγοντα και πάλιν η ποινή της οριστικής απολύσεως και ε) ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε την 5-4-2017 στον ενάγοντα, ο οποίος μέχρι τότε τελούσε σε καθεστώς διαρκούς διαθεσιμότητος, σε συνδυασμό και ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή η εναγομένη έκτοτε δεν απεδέχετο τις υπηρεσίες του, ο ίδιος δε προέβαλε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό ότι η απόλυσή του ήταν άκυρη, διότι δεν έγινε εγγράφως, ακολούθως δε με την υπ' αρ. 873/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης καταδικάσθηκε κατ' έφεση σε φυλάκιση 15 μηνών για την πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, συνεκτιμώμενα σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, συγκροτούν κατ' αντικειμενική κρίση την έννοια της σιωπηρής δηλώσεως της εναγομένης περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Ακολούθως, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η έρευνα του δευτέρου λόγου αυτής, με τον οποίο το εναγόμενο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και αφορά την κατ' ουσία έρευνα της ένδικης αγωγής από το Εφετείο, είναι αλυσιτελής. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 42/2005, 41/2002, 25/2001, ΑΠ 836/2019). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 28-6-2017 αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι απαράδεκτη, όπως απεφάνθη σε πρώτο βαθμό και το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, μετά την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεσμευόμενο ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι η κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης. Επομένως, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Τμήμα η υπόθεση, να απορριφθεί η έφεση κατ' ουσίαν και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμ. 440/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση Απορρίπτει την έφεση. Καταδικάζει τον εκκαλούντα να πληρώσει στο εφεσίβλητο για τη δικαστική του δαπάνη το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στο αναιρεσείον, για τη δικαστική του δαπάνη της αναιρετικής δίκης, το ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ