Αριθμός 150/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Γ., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Λιάσκο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο Βέλγιο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Αλλοδαπής Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο Βέλγιο και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κρικέτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τος από 16/4/2018 (2) ανταγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5012/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5196/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 10-5-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 5196/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, που καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, αποτελεί ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με βάση την οποία ο συμβαλλόμενος -παραγωγός ή χονδρέμπορος προμηθευτής υποχρεώνεται να πωλεί αποκλειστικά όσον αφορά ορισμένη γεωγραφική περιοχή στον άλλο συμβαλλόμενο- διανομέα τα εμπορεύματα, που έχουν συμφωνηθεί και τα οποία στη συνέχεια ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο. Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει συνήθως την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του προμηθευτή ως προς την παρουσίαση των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ, ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών. Ειδικότερα η έννοια της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο προμηθευτής δεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής, ενώ και αντιστρόφως κατά κανόνα περιλαμβάνεται στην ως άνω σύμβαση και ρήτρα μη ανταγωνισμού έναντι του προμηθευτή εκ μέρους του αποκλειστικού διανομέα, συνιστάμενη στον αποκλεισμό της διανομής εκ μέρους του τελευταίου προϊόντων ανταγωνιστικών αυτών του προμηθευτή στην ίδια περιοχή. Στη σύμβαση αυτή, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ για τους εμπορικούς αντιπροσώπους π.δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητώς πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή (ΑΠ 1154/2021). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί αντιπροσωπείας επί συμβάσεων διανομής τίθενται δύο προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η βασική προϋπόθεση να πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ζήτημα που εξαρτάται από την απόδειξη των σχετικών συμφωνιών μεταξύ των συμβληθέντων, οι οποίες προσδίδουν στη σύμβαση τον χαρακτήρα της αποκλειστικής διανομής κατά την προαναφερόμενη έννοια και β) η πρόσθετη προϋπόθεση ότι στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης αποκλειστικής διανομής ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, ζήτημα που εξαρτάται από την απόδειξη επί μέρους περαιτέρω επιπλέον συμφωνιών αλλά και περιστατικών, που αφορούν στη λειτουργία της σύμβασης στην πράξη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, που καλείται σε ανάλογη εφαρμογή επί συμβάσεων διανομής εάν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών, τις οποίες χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1154/2021, 28/2020, 1135/2019, 101/2018, 823/2015). Επίσης, με το άρθρο 8 αυτού του π.δ/τος ορίζεται η προθεσμία για την καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, ενώ με την παράγραφο 8 της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του ίδιου π.δ. "Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος, δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, β) όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγείλει τη σύμβαση, εκτός εάν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου ή δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου εξ αιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί εύλογα απ` αυτόν η εξακολούθηση της δραστηριότητάς του". Έτσι, παρόλη τη διαφοροποίηση της συμβατικής μορφής της εμπορικής αντιπροσωπείας, στο πλαίσιο της οποίας ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, από τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του προμνημονευθέντος π.δ., όταν εναρμονίζονται προς τη φύση και το περιεχόμενο της τελευταίας και υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. ΟλΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, όταν με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4 παρ. 1 του π.δ. 219/1991 και ειδικότερα όταν αναλαμβάνει: α) να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα του πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα του στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχο του προμηθευτή ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ)να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να ακολουθεί τις οδηγίες του προμηθευτή ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την παρουσίαση των προϊόντων και στ) να γνωστοποιεί στον εντολέα του- προμηθευτή το πελατολόγιό του. Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τον παραπάνω επαγγελματία αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα του, αφού η εμπορική του δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα του, που δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής υποχρέωσης του διανομέα, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις του (βλ. και ΑΠ 1457/ 2021, 674/2021, 814/2019). Και αντιστρόφως όμως η συνδρομή ενός ή ορισμένων των παραπάνω στοιχείων, χωρίς να συντρέχει η κύρια και βασική προϋπόθεση της αποκλειστικότητας στη σύμβαση διανομής, δεν καθιστά αναλογικώς εφαρμοστέες τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του νόμου 3557/2007, καθόσον τα αμέσως προαναφερόμενα κριτήρια αποτελούν στοιχεία πρόσφορα για την ερμηνεία και εξειδίκευση της τιθέμενης από τον άρθρο 14 παρ. 4 του νόμου 3557/2007 προπαρατιθέμενης δεύτερης (πρόσθετης) προϋπόθεσης για την ανάλογη εφαρμογή των περί εμπορικού αντιπροσώπου διατάξεων επί συμβάσεων αποκλειστικής διανομής. Γι' αυτό η αναλογική εφαρμογή του ως άνω π.δ. "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο προμηθευτής δεν αυτοδεσμεύτηκε να διαθέτει προϊόντα του αποκλειστικώς στον διανομέα για ορισμένη περιοχή ή και ο τελευταίος να μη διαθέτει άλλα εμπορεύματα ανταγωνιστικά προς αυτά του προμηθευτή. Στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει η προέχουσα βασική προϋπόθεση που τίθεται στο άρθρο 14 παρ. 4 του νόμου 3557/2007 για την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για την εμπορική αντιπροσωπεία, δηλαδή η συμφωνία αποκλειστικότητας στη σύμβαση διανομής και το ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας μεταξύ των δύο μορφών συμβάσεων, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1457/2021, 814/2019, 804/2015, 1909/2013). Επί συμβάσεως απλής διανομής, εφαρμόζονται, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, αναλογικά μόνον οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 ΑΚ, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συναλλασσόμενους σ` αυτήν. Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, ο εντολέας έχει κατ'αρχήν το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελεύθερα και απεριόριστα, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, καθώς επίσης και να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς επίκληση λόγου ή προθεσμίας. Δεν αποκλείεται πάντως, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, να συμφωνήσουν οι συμβληθέντες (άρθρο 361 ΑΚ), ότι η καταγγελία της σύμβασης θα γίνεται με χρονική προθεσμία (ΑΠ 1457/2021), ενώ δεν αποκλείεται επί λύσεως συμβάσεως απλής διανομής και η γένεση αξίωσης αποζημίωσης του διανομέα κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18α του ν. 146/1914, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ.1 του νόμου 3784/2009 (σε συνδυασμό και με τα άρθρα 281, 914 επ. ΑΚ), σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μια επιχείρηση, που κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, αυτή δε η καταχρηστική εκμετάλλευση είναι δυνατό να συνίσταται ιδίως, μεταξύ άλλων, και στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, 713/2016). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 78/2020, 24/2015). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, οπότε υπάρχει "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999, ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008, 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, στην αιτιολογία παραδοχής ή απόρριψης του οποίου αποδίδεται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, καθώς και η νόμιμη βάση, ήτοι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου δια ελλειπουσών, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών επί της ουσίας της διαφοράς. Συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 16/2013, 20/2005, 32/1996, ΑΠ 238/2020, 587/2020, 1401/2010, 1198/2009, 216/2009). Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 238/2020, 78/2020, 573/2018). Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, 78/2020, 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων- εκκαλών [ήδη αναιρεσείων] διατηρεί από το έτος 1985 ατομική επιχείρηση με την επωνυμία ... με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία υποδημάτων ξένων οίκων προς πώληση σε καταστήματα λιανικής. Οι εναγόμενες- αντενάγουσες - εφεσίβλητες αλλοδαπές εταιρείες με την επωνυμία ... και ... [ήδη αναιρεσίβλητες], αντίστοιχα, με έδρα το Βέλγιο, οι οποίες ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών ... κατασκευάζουν και πωλούν παπούτσια με το σήμα ... η πρώτη και με τρία διαφορετικά σήματα η δεύτερη, ήτοι .... Από το έτος 1999 ο ενάγων άρχισε την εμπορική συνεργασία με την πρώτη εξ αυτών, αρχικά με αθλητικά υποδήματα και στην συνέχεια το έτος 2006 με τα λοιπά υποδήματα κατασκευής της και το έτος 2008 με την δεύτερη εξ αυτών. Συγκεκριμένα ο ενάγων αγόραζε τα υποδήματα κατασκευής των εναγομένων εταιρειών και τα μεταπωλούσε σε πελάτες του, ήτοι καταστήματα λιανικής πώλησης στην Ελλάδα. Για τις πωλήσεις αυτές οι εναγόμενες εξέδιδαν τιμολόγια με λήπτη αυτών τον ενάγοντα και παρέδιδαν τα παραγγελθέντα από τον ενάγοντα εμπορεύματα στα καταστήματα των πελατών του που αφορούσαν την εκάστοτε παραγγελία. Η εξόφληση των τιμολογίων είχε συμφωνηθεί να γίνεται εντός 120 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου. Η συμβατική σχέση που συνέδεε τους διαδίκους δεν ήταν αυτή της εμπορικής αντιπροσωπείας, διότι ο ενάγων δεν μεταπωλούσε τα εμπορεύματα των εναγομένων επ' ονόματι και για λογαριασμό των τελευταίων, αλλά μεταπωλούσε τα συγκεκριμένα είδη σε τιμές που ο ίδιος επέλεγε ελεύθερα, χωρίς να καθορίζονται ή να υποδεικνύονται από τις εναγόμενες. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι, μεταξύ του ίδιου και των εναγομένων εταιρειών καταρτίστηκε προφορικά τον Ιανουάριο του 2006 με την πρώτη εναγομένη και το έτος 2008 με τη δεύτερη εναγομένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δυνάμει των οποίων (συμβάσεων) οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλούν στην Ελλάδα τα προϊόντα τους αποκλειστικώς προς τον ενάγοντα, τα οποία στη συνέχεια αυτός μεταπωλούσε σε τρίτους (καταστήματα λιανικής πώλησης) στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο και ότι αυτός διέθετε αποκλειστικά μόνο τα προϊόντα των εναγομένων και όχι άλλα ανταγωνιστικά προϊόντα. Πλην όμως ελέγχεται ως αβάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι αυτός ήταν ο μόνος που διέθετε τα προϊόντα των εναγομένων στην Ελλάδα, καθώς αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενες πωλούσαν σε πολλές άλλες εταιρείες τα υποδήματά τους τόσο πριν την έναρξη της εμπορικής τους συνεργασίας με τον ενάγοντα όσο και κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με αυτόν. Συγκεκριμένα οι εναγόμενες και μετά την έναρξη της συνεργασίας τους με τον ενάγοντα συνέχιζαν να πωλούν τα προϊόντα τους και σε άλλες εταιρείες στην Ελλάδα ... όπως προκύπτει ιδίως από τις συγκεντρωτικές καρτέλες πελατών 2003-2016, όπου σε αυτές μάλιστα φαίνεται ότι οι πωλήσεις προς τον ενάγοντα δεν ήταν περισσότερες απ' ότι σε άλλες εταιρείες. Ενώ ο ισχυρισμός του ενάγοντoς- εκκαλούντος ότι οι παραπάνω εταιρίες πωλούσαν υποδήματα που δεν ήταν ανταγωνιστικά προς τα δικά του διότι έφεραν άλλον λογότυπο προβάλλεται οψίμως προς απόκρουση των ανωτέρω, δοθέντος ότι ουδεμία τέτοια διάκριση ποιείται στο αγωγικό δικόγραφο, ότι δηλαδή η σύμβαση που είχε συνάψει με τις εναγόμενες αφορούσε μόνον σε ορισμένες από τις μάρκες που αυτές κατασκεύαζαν. Ενώ η κατάθεση του μάρτυρα Χ. που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντας (βλ. με αριθμό 555/2018 ένορκη βεβαίωση) ότι αυτός άρχισε και την προώθηση της μάρκας ... από τα τέλη του 2015 επιβεβαιώνει και δεν αντικρούει ότι οι εναγόμενες πωλούσαν τα προϊόντα τους και σε άλλες εταιρίες, καθώς καταδεικνύει ότι ο ενάγων επέλεγε ελεύθερα ποια από τα προϊόντα των εναγομένων επιθυμούσε να εμπορευθεί χωρίς να υπάρχουν συμβατικοί περιορισμοί ως προς το αντικείμενο της εμπορίας του, και δεν προέκυψε (ούτε ο ενάγων έστω και μεταγενέστερα επικαλέστηκε) συγκεκριμένος λόγος που να δικαιολογεί την αποκλειστική διάθεση εκ μέρους των εναγομένων κάποιων από τα προϊόντα τους στον ενάγοντα και τη διάθεση άλλων προϊόντων τους και στον ενάγοντα και σε λοιπούς εμπόρους (χονδρέμπορους και λιανέμπορους). Προσέτι στα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα από 2.3.2006, 13.11.2009 και 17.11.2009 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των εναγομένων (στο περιεχόμενο των οποίων θα γίνει κατωτέρω εκτενής αναφορά) ουδεμία αναφορά γίνεται ότι ο ενάγων εμπορεύεται ορισμένες από τις μάρκες υποδημάτων κατασκευής των εναγομένων. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε αναλάβει τη συμβατική υποχρέωση να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις αλλά να διαθέτει στους πελάτες του αποκλειστικά και μόνο προϊόντα των εναγόμενων, ούτε ότι οι τελευταίες είχαν το δικαίωμα, κατά τους όρους της σύμβασης, να ασκούν έλεγχο και εποπτεία των εργασιών του ενάγοντος και να δίδουν οδηγίες, ως προς τον τρόπο ανάπτυξης της εμπορικής του δραστηριότητας στην Ελλάδα, όπου ο τελευταίος είχε αναπτύξει το δίκτυο διανομής και μεταπώλησης των προϊόντων, ούτε ότι αυτός υποχρεούταν, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, να πραγματοποιεί τζίρο, συγκεκριμένου ύψους, κάθε έτος. Ειδικότερα, ναι μεν ο μάρτυρας Γ. Χ., υπάλληλος του ενάγοντος κατά τον επίδικο χρόνο, καταθέτει ότι ο ενάγων "ασχολούνταν" μόνο με τις εναγόμενες εταιρίες και με καμία άλλη εταιρία, υπό την έννοια ότι δεν εμπορευόταν προϊόντα άλλων εταιριών, το γεγονός όμως αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει άνευ άλλου τινός ότι ο ενάγων είχε αναλάβει συμβατικώς την υποχρέωση να μην εμπορεύεται και ανταγωνιστικά προϊόντα άλλων εταιριών. Ενώ ο μάρτυρας αυτός, που βεβαίως εκ της ιδιότητάς του ως υπάλληλος του ενάγοντος έχει ιδία αντίληψη για τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης αυτού, δεν καταθέτει ποιοι ήταν οι ειδικότεροι όροι που διήπαν τη συμφωνία των διαδίκων ή ότι οι εναγόμενες εταιρίες ασκούσαν έλεγχο και εποπτεία στις εργασίες του ενάγοντα, αλλά αντιθέτως από την κατάθεσή του προκύπτει ότι ο ενάγων λάμβανε ο ίδιος πρωτοβουλίες για την προώθηση των προϊόντων των εναγομένων στην ελληνική αγορά. Περαιτέρω, ο ενάγων προσκομίζει το από 2.3.2006 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της πρώτης εναγομένης προς αυτόν, ισχυριζόμενος ότι από το μήνυμα αυτό προκύπτει ότι η εναγομένη θεωρούσε ότι θα είναι "ο αντιπρόσωπός της για μια ζωή" άρα τον θεωρούσε αποκλειστικό διανομέα της. Πλην όμως το εν λόγω μήνυμα αποτελεί απάντηση σε προηγούμενη πρόταση του ενάγοντος για απευθείας τιμολόγηση των λιανοπωλητών στην Ελλάδα (το οποίο σημειωτέον δεν προσκομίζεται ώστε να εξακριβωθεί το ακριβές περιεχόμενό του) και ουδόλως έχει την παραπάνω έννοια που του προσδίδει ο ενάγων, αλλά αφορά σε μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για τον τρόπο τιμολόγησης των λιανοπωλητών - πελατών του ενάγοντα και για την προμήθεια που θα δικαιούνταν ο τελευταίος επί των πωληθέντων προϊόντων (σημειωτέον ότι τον αναφέρει ως "agent", ήτοι αντιπρόσωπο), σχετικά μάλιστα επισημαίνεται ότι το κέρδος του ενάγοντος εν τέλει δεν συνίσταται σε προμήθειες αλλά στη διαφορά μεταξύ της αγοράς και της μεταπώλησης των προϊόντων των εναγομένων. Ακόμη στα προσκομιζόμενα από 13.11.2009 και από 17.11.2009 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails) με τα οποία η δεύτερη εναγομένη προωθεί στον ενάγοντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχει αποστείλει σε τρεις λιανοπωλητές ότι εφεξής η εταιρία θα συνεργάζεται με τον ενάγοντα όσον αφορά την ελληνική αγορά δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, και ιδίως ότι έχει καταρτιστεί σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αλλά ο ενάγων, όπως έπραττε μέχρι τότε και με την πρώτη εναγομένη, αγόραζε τα προϊόντα της δεύτερης εναγομένης και τα μεταπωλούσε στη συνέχεια σε τρίτους (καταστήματα λιανικής πώλησης), είναι δε αυτονόητο ότι ο ενάγων θα μεταπωλούσε τα προϊόντα της δεύτερης εναγομένης στα καταστήματα αυτά που μεταπωλούσε και τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης (εφόσον βεβαίως οι πελάτες του το επιθυμούσαν), ότι δηλαδή τα καταστήματα της λιανικής πώλησης θα αγόραζαν από την ίδια επιχείρηση χονδρικής και όχι από διαφορετικές επιχειρήσεις. Άλλωστε, ο ίδιος ο ενάγων προσκομίζει το από 26.3.2007 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της δεύτερης εναγομένης (για το οποίο ο ίδιος αναφέρει ότι είχε αποσταλεί πριν να καταστεί, κατά τους ισχυρισμούς του, αποκλειστικός διανομέας τους), σε τρίτο πρόσωπο (λιανοπωλητή ονόματι Ε. Χ.), στο οποίο αναφέρεται ότι ο ενάγων είναι ο επικεφαλής πωλήσεων για την Ελλάδα και έχει αναλάβει να συγκεντρώνει τις παραγγελίες από τους Έλληνες πελάτες, που αγοράζουν απευθείας από την ... και ότι οι παραγγελίες θα αποστέλλονται σε αυτόν προκειμένου να τις προωθήσει. Τέλος, από το από 14.12.2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της συζύγου του ενάγοντoς- υπαλλήλου στην επιχείρησή του σε στέλεχος της εναγομένης, στο οποίο επίσης θα γίνει εκτενής αναφορά κατωτέρω, αναφέρεται ότι πλέον η επιχείρηση του ενάγοντoς δεν έχει άλλους προμηθευτές, όπως είχε στο παρελθόν, τούτο όμως αναφέρεται ως πραγματικό γεγονός που αφορά στην επιχειρηματική/ οικονομική κατάσταση του ενάγοντα και δεν αναφέρεται ως δέσμευση που τού επιβλήθηκε από τις εναγόμενες. Επομένως, την μεταξύ των διαδίκων εμπορική σχέση, ουδεμία αποκλειστικότητα διήπε, αφού, αφενός μεν οι εναγόμενες κατασκευάστριες εταιρείες είχαν τη δυνατότητα να προμηθεύσουν τα προϊόντα τους είτε απευθείας σε καταστήματα λιανικής, είτε σε άλλους χονδρέμπορους στην Ελλάδα, αφετέρου δεν είχε απαγορευτεί συμβατικά στον ενάγοντα να διαθέτει και προϊόντα άλλων εταιριών, είτε παρόμοια και ανταγωνιστικά με τα προϊόντα των εναγόμενων, είτε όχι, καθώς το κρίσιμο είναι εάν ο ενάγων είχε τη δυνατότητα ή όχι να διαθέτει και άλλα ανταγωνιστικά προϊόντα και όχι εάν προέβη ή μη σε χρήση της δυνατότητας αυτής. Ούτε και αποδεικνύεται ότι στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης ο ενάγων ανέλαβε συμβατικές υποχρεώσεις που τον καθιστούσαν αποκλειστικό διανομέα, αποτελούντα αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εναγομένων κατασκευαστριών-προμηθευτριών. Ενόψει των ανωτέρω, η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων δεν αποτελεί, όπως αβάσιμα χαρακτηρίζεται από τον ενάγοντα, σύμβαση αποκλειστικής διανομής αλλά σύμβαση απλής διανομής, που δεν υπόκειται στη ρύθμιση των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "Περί εμπορικών αντιπροσώπων", κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο I. νομική σκέψη, μη αρκούντος από μόνου του του γεγονότος ότι οι εναγόμενες ήταν ενήμερες του πελατολογίου του ενάγοντος να προσδώσει στη μεταξύ τους σύμβαση τον χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Εν τέλει οι εναγόμενες απέστειλαν το από 5-1-2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) προς τον ενάγοντα αναφέροντάς ότι λόγω της αδυναμίας του να πληρώσει ληξιπρόθεσμες οφειλές του θα προβούν στη λήψη νομικών μέτρων σε βάρος του και δεν θα συνεχίσουν πλέον τη συνεργασία τους μαζί του, ζήτημα για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω αναλυτικότερα, με άλλα λόγια δηλαδή κατήγγειλαν τη μεταξύ τους σύμβαση. Ενόψει όμως του ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων δεν έχει το χαρακτήρα σύμβασης αποκλειστικής διανομής, ο ενάγων δεν δικαιούται να αξιώσει ούτε την επιδίκαση σε αυτόν αποζημίωσης πελατείας ούτε την επιδίκαση περαιτέρω αποζημίωσης (διαφυγόντα κέρδη) κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991, που αποτελεί το νομικό θεμέλιο της κρινόμενης αγωγής. Και συνεπώς είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη η αγωγή καθ' ο μέρος ο ενάγων ζητά να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν η πρώτη από αυτές το ποσό των 371.142,87 € και η δεύτερη από αυτές το ποσό των 184.574,59 € ως αποζημίωση πελατείας και ακόμη η πρώτη από αυτές το ποσό των 120.477,64 € και η δεύτερη από αυτές το ποσό των 29.259,89 € ως περαιτέρω αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη. Ορθώς επομένως εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, που έκρινε ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων δεν είχε το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και για το λόγο αυτό απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα παραπάνω αγωγικά αιτήματα και, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία του με αυτήν της παρούσας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η μεταξύ αυτού και των αντιδίκων σύμβαση είχε το χαρακτήρα της σύμβασης απλής και όχι αποκλειστικής διανομής καθώς και ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα δεν έκανε δεκτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι απαιτούνταν η τήρηση προθεσμίας ή η επίκληση λόγου καταγγελίας για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, προϋποθέσεις που όμως δεν τηρήθηκαν από τις εναγόμενες.". Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος, που αναφέρονταν στην κύρια βάση της αγωγής του τη στηριζόμενη στις ανωτέρω αξιώσεις του από σύμβαση αποκλειστικής διανομής, μεταξύ των οποίων και η αξίωσή του για αποζημίωση πελατείας (μόνη κρίση στην οποία αναφέρονται οι αναιρετικοί λόγοι), επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τα σχετικά της κεφάλαια και συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες της, δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς τα διατυπούμενα με αυτήν παράπονα για την απόρριψη από το Πρωτοδικείο της επικουρικής βάσης της αγωγής του, που στηριζόταν στο άρθρο 18α ν. 146/19 σε συνδυασμό και με τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ. Για το ενιαίο δε της εκτελέσεως εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση στο σύνολό της και α) αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα 145.447,64 και 41.259,89 ευρώ αντιστοίχως ως αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματά του κατά το προσδιοριζόμενο χρονικό διάστημα και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης (κρίνοντας ότι υπό τις συνθήκες, που διαμορφώθηκαν κατά τη λειτουργία των συμβάσεων διανομής και έγινε η καταγγελία τους, και ενόψει των συνεπειών, που είχε η τελευταία για τον αναιρεσείοντα σε συνδυασμό με τις συνέπειές της για τις αντιδίκους του, η αιφνίδια η διακοπή των μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων πλευρών συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρέθηκε η επιχείρηση του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν διέθετε ισοδύναμη εναλλακτική λύση και περιήλθε εξαιτίας της σε δυσμενέστερη θέση έναντι των ανταγωνιστών του με αποτέλεσμα τη μείωση της δυνατότητάς του να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό) και β) δεχόμενο εν μέρει τις ανταγωγές των αναιρεσιβλήτων για οφειλόμενο τίμημα εμπορευμάτων (που είχαν γίνει δεκτές και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), επιδίκασε σε αυτές 316.572,34 και 161.585,44 ευρώ αντιστοίχως. Με πληττομένες παραδοχές του ως προς το αβάσιμο της αξίωσης του αναιρεσείοντος για αποζημίωση πελατείας, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 και συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 4 του νόμου 3557/2007 δια της μη εφαρμογής τους, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αλλά με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη φύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ως σύμβασης απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, η οποία απέκλειε την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και την αναγνώριση αξίωσης του για αποζημίωση πελατείας. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, ότι: α) δεν αποδείχθηκε πως οι αναιρεσίβλητες κατά την κατάρτιση των συμβάσεων διανομής με τον αναιρεσείοντα αυτοδεσμεύτηκαν να μην πωλούν τα προϊόντα στους σε άλλους εμπόρους στην Ελλάδα και πως εκείνος ήταν ο μόνος που τα διέθετε στη χώρα, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε πως αυτές τα πωλούσαν και κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους και σε πολλές άλλες επιχειρήσεις στην ελληνική επικράτεια (ορισμένες από τις οποίες ενδεικτικώς κατονομάζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση) είτε απευθείας σε καταστήματα λιανικής, είτε σε άλλους χονδρέμπορους, οι πωλήσεις τους δε προς τον αναιρεσείοντα δεν ήταν περισσότερες απ' ότι σε άλλες εταιρείες β) δεν αποδείχθηκε πως με τις μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις είχε απαγορευτεί στον αναιρεσείοντα να διαθέτει και προϊόντα άλλων εταιριών παρόμοια και ανταγωνιστικά με τα προϊόντα των αναιρεσιβλήτων (ανεξαρτήτως αν αυτός αυτοβούλως επέλεξε να μη προβεί στη χρήση αυτής της δυνατότητας που είχε), πραγματικά περιστατικά στα οποία ο αναιρεσείων θεμελίωνε την αγωγή του κατά την κύρια βάση της και ειδικότερα την αξίωσή του για επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, στην απόρριψη της οποίας αναφέρονται οι αναιρετικοί λόγοι της αιτήσεώς του (όπως ρητώς επισημαίνει στο δικόγραφό της), με συνέπεια να μη αποτελούν οι συμβάσεις αυτές συμβάσεις αποκλειστικής αλλά απλής διανομής και να μη είναι εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση οι ως άνω επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 4 του νόμου 3557/2007 κατά τα προεκτιθέμενα, για την εφαρμογή των οποίων δεν αρκεί το αποδειχθέν γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητες ήταν ενήμερες του πελατολογίου του αναιρεσείοντος, το οποίο δεν προσδίδει από μόνο του στις συμβάσεις αυτές τον χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Επιπροσθέτως δε το Εφετείο δέχθηκε και ότι ο αναιρεσείων: γ) δεν υποχρεούτο, βάσει των συμφωνιών με τις αναιρεσίβλητες, να πραγματοποιεί τζίρο, συγκεκριμένου ύψους, κάθε έτος, δ) επέλεγε ελεύθερα ποια από τα προϊόντα των αναιρεσιβλήτων επιθυμούσε να εμπορευθεί, χωρίς να υπάρχουν συμβατικοί περιορισμοί ως προς το αντικείμενο της εμπορίας του και ε) μεταπωλούσε τα προϊόντα τους σε τιμές, που ο ίδιος επέλεγε ελεύθερα, χωρίς αυτές έστω και να υποδεικνύονται από εκείνες (στοιχεία που θα προσομοίαζαν σε αυτά συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας), ενόψει δε όλων των παραπάνω δεν αποδείχθηκε και πως στο πλαίσιο της σύμβασης διανομής ο αναιρεσείων ανέλαβε συμβατικές υποχρεώσεις που τον καθιστούσαν αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας των αναιρεσιβλήτων. Επομένως είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Απαράδεκτος δε ως παντελώς αόριστος είναι ο επιμέρους λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ως λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων φέρεται να πλήττει "το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης", χωρίς να προσδιορίζει σε ποια διάταξη της αναιρεσιβαλλόμενης περί δικαστικής δαπάνης αναφέρεται, δεδομένου ότι σε αυτή την απόφαση περιλαμβάνονται τρεις διαφορετικές διατάξεις για δικαστική δαπάνη (μία για τη δική του αγωγή, ως προς την οποία τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται ενόψει του άρθρου 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ μάλιστα η αγωγή του κατά το μεγαλύτερο μέρος της απορρίπτεται, και δύο επιπλέον διατάξεις, μία για κάθε ανταγωγή, βάσει των οποίων καταδικάζεται να καταβάλει μέρος των δικαστικών εξόδων των αντεναγουσών- εφεσιβλήτων ανάλογο με την έκταση της νίκης της κάθε μίας τους κατ' εφαρμογή της ίδιας διατάξεως), ο δε αναιρεσείων ουδόλως προσδιορίζει και ποιες διατάξεις περί δικαστικών εξόδων υπολαμβάνει ότι παραβίασε το Εφετείο, υποπίπτοντας σε συγκεκριμένο σφάλμα. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, 11/1996, 71/2019, 2221/2014, 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 194/2021, 1108/2021). Δεν αποτελούν δε πράγματα κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματά τους από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 569/2018). Ο άνω δε αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 856/2018), γεγονός, που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1374/2019, 403/2017). Ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησής του προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς του, που κατέτειναν στην παραδοχή του αιτήματός του για αναγνώριση της αξιώσεώς του προς αποζημίωση πελατείας, και δη τους ισχυρισμούς του ότι οι αναιρεσίβλητες γνώριζαν το πελατολόγιό του, ότι προώθησε τα εμπορεύματά τους στην ελληνική αγορά, ότι ο ίδιος έκανε στις διεθνείς εκθέσεις τις παρουσιάσεις και διαπραγματεύσεις με τους έλληνες πελάτες, ότι επένδυσε σημαντικό χρηματικό ποσό για τη μετατροπή κτιρίου του σε εκθεσιακό χώρο, όπου παρουσίαζε τα εμπορεύματα των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν απλώς επιμέρους επιχειρήματα προς επιστήριξη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι μεταξύ του ιδίου και των αναιρεσιβλήτων είχαν καταρτισθεί συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και ότι ο ίδιος ως αποκλειστικός τους διανομέας στην Ελλάδα κατέστη αναπόσπαστο μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, οι οποίοι σε συνδυασμό μεταξύ τους αποτελούσαν αυτοτελή ισχυρισμό και "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που εξετάσθηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε, ενώ, σε κάθε περίπτωση, και όλα τα ως άνω επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τον σχηματισμό της κρίσης του επί του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του, όπως προκύπτει από την ανωτέρω παρατιθέμενη ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της πρέπει να απορριφθεί η από 10-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 5196/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησής του. Ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-5-2021 αίτηση για αναίρεση της 5196/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ