ΑΡΙΘΜΟΣ 604/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο,- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Ν. του Κ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Παγώνα, περί αναιρέσεως της 6404/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1295/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Δεν υπάρχει όμως έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν σε αυτό περιέχονται και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Tέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 6404/2012 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι : "Στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητό του και βαίνοντας μ' αυτό στην οδό ... με κατεύθυνση προς τη ... προκειμένου να εισέλθει σε διασταύρωση προ της οποίας υπήρχε τοποθετημένη πινακίδα διακοπής της πορείας (STOP), από έλλειψη της προσοχής του που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, προχώρησε απερίσκεπτα και παραβίασε αυτή, με συνέπεια να συγκρουσθεί με το αναφερόμενο αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι παθόντες οι οποίοι τραυματίσθηκαν κατά τον τρόπο που προσδιορίζονται στην κατηγορία. Ο κατηγορούμενος, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της σωματικής βλάβης κατά συρροή, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή με το ακόλουθο διατακτικό ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ κατά συρροή του ότι: Στην …στις 11-1-2005, όντας υπόχρεος από το επάγγελμα του, ως οδηγού αυτοκινήτου, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την πορεία του αυτοκινήτου του, από αμέλεια του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με τ' όχημα του και κατά την οδήγηση του σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σ' άλλους, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του, και συγκεκριμένα, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του και βαίνοντας μ' αυτό στην οδό ... με κατεύθυνση προς ... προκειμένου να εισέλθει στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό ... δε διέκοψε την πορεία του οχήματος του, ούτε παραχώρησε την προτεραιότητα στο με αριθμό ... ΙΧΕ που κινούνταν στην οδό ... παρότι στην πορεία του και πριν από τη διασταύρωση ήταν τοποθετημένη πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του (STOP), αλλά παραβίασε τη πινακίδα αυτή και προχώρησε απερίσκεπτα, με συνέπεια να συγκρουσθεί με το παραπάνω όχημα και να τραυματισθεί από τη σύγκρουση αυτή ο συνοδηγός αυτού Π. Α. που έπαθε σπειροειδές κάταγμα ΔΕ βραχιονίου, υπερκονδύλιο κάταγμα και κάταγμα διαφύσεως ΔΕ βραχίονα και συντριπτικό κάταγμα κάτω πέρατος ΑΡ βραχιονίου, και η επιβαίνουσα Κ. Φ., που υπέστη κάκωση (ΑΡ) ημιθωρακίου, κάκωση (ΔΕ) ώμου, κάκωση ηβικής σύμφυσης, κάκωση κεφαλής, κάκωση στροφικού πέπλου (ΔΕ) ώμου, ρήξη του υπερκαθεν (Δ) ώμου. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άνω άρθρων 14, 28, 314 παρ.1α, 315 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος οδηγώντας το αναφερόμενο αυτοκίνητο, προκειμένου να εισέλθει στη διασταύρωση της οδού επί της οποίας εκινείτο (...) με την οδό Ε. στην οποία εκινείτο το αυτοκίνητο των παθόντων, δεν ανέκοψε την πορεία του οχήματος του παρότι στην πορεία του πριν από τη διασταύρωση υπήρχε υποχρεωτική της διακοπής της πορείας του πινακίδα STOP, αλλά παραβιάζοντας την πινακίδα αυτή προχώρησε απερίσκεπτα με συνέπεια να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι παθόντες και το οποίο είχε προτεραιότητα στη διασταύρωση αυτή. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος των δύο τραυματισθέντων. Η αναγνωσθείσα από 11-1-2005 έκθεση αυτοψίας, ορθώς συνεκτιμήθηκε, ως απλό έγγραφο, και όχι ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού δε συντάχθηκε κατά τις διατάξεις των άρθρων 180-182 ΠΚ. Περαιτέρω, δεν ήταν ανάγκη ειδικότερης αναφοράς και μνείας του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, αλλά προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Διαλαμβάνεται επίσης, το είδος της αμελείας, η οποία χαρακτηρίζεται, ως άνευ συνειδήσεως αμέλεια, αφού δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει. Περαιτέρω, δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται το ύψος της ταχύτητας των αυτοκινήτων αφού η σύγκρουση τους με τους εντεύθεν τραυματισμούς δεν αμφισβητείται, αυτή δε (σύγκρουση) οφείλεται στο ότι ο κατηγορούμενος παρεβίασε την επί της πορείας του απαγορευτική πινακίδα STOP, την ύπαρξη της οποίας έπρεπε και όφειλε να αντιληφθεί. Η αναφορά ότι ο αναιρεσείων ήταν υπόχρεος από το επάγγελμα του, ως οδηγού αυτοκινήτου, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή πλεοναστικώς αναφέρεται στην περιγραφή της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού αυτός κηρύχτηκε ένοχος, χωρίς της συνδρομή της ιδιότητας αυτής και επιπλέον η αναφορά αυτή δεν είχε επιπτώσεις στην ποινικής μεταχείριση του. Όθεν, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίασης του νόμου είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο περιλαμβάνεται....2) έκθεση αυτοψίας με ημερομηνία 11-1-2005, 3) σχεδιάγραμμα, 4) η με αριθ. πρωτοκ. 333 γνωμάτευση του ΚΑΤ, 8) η υπ' αριθ. 1983/ 2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 9) η υπ' αριθ. 1366 απόφαση του Εφετείου Αθηνών...Υπό τα άνω στοιχεία τα παραπάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν και της αριθμήσεως τους, προσδιορίζονται επαρκώς, κατά την ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενο του στο συνήγορο του αναιρεσειοντος δια του οποίου αυτός παρέστη, οπότε ο συνήγορος του είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμούς τους στα πρακτικά ενόψει και του ότι δεν υπήρχαν άλλα έγγραφα με τα στοιχεία αυτά. Εξάλλου, από τα πρακτικά του δικαστηρίου προκύπτει ότι ο παραστάς συνήγορος του κατηγορουμένου δεν προέβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων τούτων και συνεπώς το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω έγγραφα. Όθεν και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ τελευταίος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις που αφορούν τις σωματικές κακώσεις της Φ. Κ. πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-11-2012 αίτηση του Β. Ν. του Κ., κατοίκου ... για αναίρεση της 6404/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ