Αριθμός 1715/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Θ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φαρμακίδη-Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-3-2003, 12-10-2003 και 10-2-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 10-5-2004, 21-3-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4261/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 264/2010 μη οριστική και 3823/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-10-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 10-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 3823/2011 τελεσίδικη απόφαση του Eφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η από 24-11-2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η 4261/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι από 18-3-2003, 12-10-2003 και 10-2-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου με τις οποίες ζητούσε τα αναφερόμενα σ'αυτές ποσά για εργολαβική αμοιβή και απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 21-3-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος, που είχε βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στη συνέχεια με την εφετειακή απόφαση οι ένδικες αγωγές του αναιρεσιβλήτου έγιναν δεκτές εν μέρει για μικρότερα ποσά, ενώ η αγωγή του αναιρεσείοντος απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Επειδή με το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν τον προβληθέντα ουσιώδη, ως καταλυτικό των αγωγών του αντιδίκου του, ισχυρισμό του, περί ακυρότητας της μεταξύ τους σύμβασης, ως αντικείμενης στις διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1 και 2, 40 παρ. 1 και 2, 41, 42 παρ. 2, 92, 93, 124, 150, 155 και 181 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ΝΔ 3026/54). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι οι αγωγές του αναιρεσιβλήτου είναι νόμιμες (και κατ'ουσίαν βάσιμες) απέρριψε εκ του πράγματος τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. 3.- Επειδή, με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τις ανωτέρω τρεις αγωγές του αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος ήταν αξιωματικός εν αποστρατεία της Ελληνικής Αστυνομίας, στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου 1990 κατάρτισε με τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος είχε την ιδιότητα του δικηγόρου, άτυπη σύμβαση έργου, με την οποία ο πρώτος ανέλαβε την υποχρέωση παροχής συνδρομής στον τελευταίο ως προς τη δικαστική διεκδίκηση με την έγερση σχετικών αγωγών του στεγαστικού επιδόματος των εν ενεργεία αστυνομικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων του Πυροσβεστικού Σώματος αναδρομικά για την τελευταία πενταετία ή για όσο χρονικό διάστημα τα διοικητικά δικαστήρια θα έκριναν ότι το σχετικό δικαίωμα των δικαιούχων δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή. Το έργο που ανέλαβε ο ενάγων συνίστατο στη διενέργεια γραμματειακής υποστήριξης, οργάνωσης και παρακολούθησης των ανοιγεισών υποθέσεων. Ειδικότερα, η σύμβαση των διαδίκων μερών, μεταξύ άλλων, προέβλεπε: α) Ο εναγόμενος ως δικηγόρος θα προέβαινε στη δικαστική διεκδίκηση του στεγαστικού επιδόματος, καταθέτοντας σχετικές αγωγές ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και υποστηρίζοντας αυτές ως δικαστικός πληρεξούσιος κατά την εκδίκασή τους για εκείνους τους αστυνομικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους του Πυροσβεστικού Σώματος, οι οποίοι θα του έδιναν τη σχετική εντολή. β) Ο ενάγων ανέλαβε να διεκπεραιώσει το ακόλουθο έργο: α.α) Την ενημέρωση-μέσω επιστολών ή με τη διαμεσολάβηση άλλων γνωστών του συναδέλφων των εν ενεργεία αστυνομικών υπαλλήλων και υπαλλήλων του Πυροσβεστικού Σώματος για την πρόθεση του εναγομένου να αναλάβει τη δικαστική διεκδίκηση του στεγαστικού επιδόματός τους καθώς και τους όρους ανάληψης των σχετικών υποθέσεων. ββ) Τη σύνταξη και την αποστολή σε όλες τις αστυνομικές υπηρεσίες της χώρας των εντύπων (εξουσιοδότηση, ιδιωτικό συμφωνητικό, ατομικά στοιχεία), που έπρεπε να συμπληρωθούν από τους ενδιαφερόμενους, προκειμένου να δυνηθεί ο εναγόμενος να εγείρει για λογαριασμό τους τις σχετικές αγωγές. γγ) Τη συγκέντρωση και την ταξινόμηση κατά κατηγορίες οικογενειακής κατάστασης των δικαιολογητικών των ενδιαφερομένων που θα έδιναν τη σχετική εντολή στον εναγόμενο, μετά από προηγούμενο έλεγχο της πληρότητας και ακρίβειας των σχετικών ατομικών και υπηρεσιακών στοιχείων. δδ) Την κατάθεση των σχετικών αγωγών, που είχε συντάξει ο εναγόμενος, στα αρμόδια τακτικά διοικητικά δικαστήρια και τη μέριμνα για την επίδοση αντιγράφου τους στους αντιδίκους. εε) Την παρακολούθηση της πορείας και της εξέλιξης των αγωγών που κατέθετε ο εναγόμενος σε όλες τις βαθμίδες των δικαστηρίων (ημερομηνία δικασίμου, κατάθεση υπομνημάτων και λοιπών δικαιολογητικών, λήψη αντιγράφων δικαστικών αποφάσεων, κατάθεση εφέσεων, αιτήσεων αναιρέσεων κλπ) καθώς και την επιμέλεια της αλληλογραφίας για κάθε αγωγή ως προς τα ζητήματα που θα ανέκυπταν μεταξύ του εναγομένου και των δικαστηρίων ή των άλλων εμπλεκομένων δημόσιων υπηρεσιών (Υπουργείο Δημοσίας Τάξης κλπ). Βάσει σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του εναγομένου και των εντολέων του αστυνομικών υπαλλήλων και υπαλλήλων του Πυροσβεστικού Σώματος η αμοιβή του πρώτου συμφωνήθηκε σε ποσοστό 10% επί του χρηματικού ποσού που θα επιδικαζόταν αναδρομικά ως στεγαστικό επίδομα στον κάθε εντολέα του εναγομένου. Σε περίπτωση απόρριψης της σχετικής αγωγής, ο εναγόμενος δεν θα αμειβόταν. Ακόμη, ο εναγόμενος ανέλαβε την καταβολή των απαιτουμένων δικαστικών εξόδων (τελών, χαρτοσήμων, παραβόλων, γραμματίων προείσπραξης) μέχρι την έκδοση αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων. Επιπρόσθετα, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι για το έργο που θα του προσέφερε ο ενάγων και η εν γένει συνδρομή του μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ή νομοθετικής ρύθμισης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ικανοποίησης των αιτημάτων εντολέων του εναγομένου για καταβολή σ' αυτούς αναδρομικά του στεγαστικού επιδόματος, σε περίπτωση που τα αιτήματά τους γίνονταν δεκτά με δικαστικές αποφάσεις ή με άλλο τρόπο και καταβάλλονταν τα επίμαχα επιδόματα, αυτός θα λάμβανε ως αμοιβή από τον εναγόμενο το 50% ποσού που θα υπολογιζόταν επί των καθαρών εσόδων του, ήτοι επί του ποσού που θα προέκυπτε μετά την παρακράτηση του αναλογούντος φόρου, μετά την αφαίρεση των αναγκαίων δαπανών για τη διεξαγωγή των δικών σχετικά με το επίδικο στεγαστικό επίδομα και του συμπληρωματικού φόρου εισοδήματος για τα έτη από 1997 μέχρι 2005, απορριπτόμενου του κονδυλίου για τα έξοδα διατήρησης του δικηγορικού γραφείου του εναγομένου κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.1990 μέχρι την 31.12.2002, καθόσον το εν λόγω γραφείο χειριζόταν και άλλες υποθέσεις με ευρύ κύκλο εργασιών, χωρίς να περιορίζεται στις ένδικες υποθέσεις που έχει αναλάβει ο ίδιος ο εναγόμενος, ενώ για τις λοιπές υποθέσεις απασχολούσε τουλάχιστον άλλους δύο επιπλέον δικηγόρους συνεργάτες του. Τέλος, αν οι σχετικές αγωγές απορρίπτονταν από τα διοικητικά δικαστήρια ο ενάγων δεν θα λάμβανε οποιαδήποτε αμοιβή για το προσφερόμενο εκ μέρους του έργο". Στη συνέχεια το Εφετείο με εκτενείς σκέψεις, η παράθεση των οποίων δεν απαιτείται, δέχεται ότι ο εναγόμενος εισέπραξε ως δικηγορική αμοιβή για την επιτυχή έκβαση της δίκης αναφορικά με τη διεκδίκηση του πιο πάνω στεγαστικού επιδόματος το συνολικό ποσό των 207.352,40 ευρώ και ότι ο ενάγων δικαιούται ως συνολική αμοιβή του το ποσό των 77.257,20 ευρώ, έναντι της οποίου εισέπραξε εκείνο των 16.874, 86 ευρώ και, επομένως, του οφείλεται το ποσό των 60.382,54 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις ως άνω τρεις αγωγές του αναιρεσιβλήτου ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμες. Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με την πιο πάνω από 21-3-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην από 21-3-2006 αγωγή ο ενάγων ισχυριζόταν ότι η επίδικη σύμβαση έργου, που κατάρτισε με τον αντίδικό του ήταν άκυρη ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1 και 3, 40 παρ. 1, 91, 92 και 166 του Κώδικα περί Δικηγόρων, με συνέπεια να καθίσταται αδικαιολόγητη η εκ μέρους του εναγομένου είσπραξη του συνολικού ποσού των 17.076 ευρώ, το οποίο οφείλει να του επιστρέψει.. Από το αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι η ως άνω σύμβαση αφορούσε στη διεκπεραίωση από τον εναγόμενο της αναληφθείσας από τον ενάγοντα υπόθεσης δικαστικής διεκδίκησης του στεγαστικού επιδόματος των αστυνομικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων του Πυροσβεστικού Σώματος και συνακόλουθα ήταν έγκυρη, δοθέντος ότι είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: Τη διενέργεια εκ μέρους του εναγομένου όλων των εξωδικαστικών ενεργειών (ενημέρωση των ενδιαφερομένων υπαλλήλων προφορικώς ή με αποστολή εγγράφων, ταξινόμηση των δικαιολογητικών, παρακολούθηση της πορείας των σχετικών αγωγών κλπ, που ήταν αναγκαίες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, με την εξαίρεση των δικαστικών ενεργειών, όπως τη σύνταξη των δικογράφων και την παράσταση ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, τις οποίες ενεργούσε ο ενάγων. Συνεπώς, η μετακίνηση του ποσού των 17.076 ευρώ από την περιουσία του αναιρεσείοντος δικηγόρου στην περιουσία του αναιρεσιβλήτου δεν έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, αλλά σε εκτέλεση της καθ' όλα έγκυρης μεταξύ τους σύμβασης έργου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος. Κρίνοντας το Εφετείο ότι η πιο πάνω καταρτισθείσα στις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου 1990 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης έργου και είναι έγκυρη δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1 και 3, 40 παρ. 1, 41 παρ.1, 91, 92 και 166 του Κώδικα Δικηγόρων (ΝΔ 3026/54), οι οποίες και δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω. Τούτο γιατί το έργο που ανέλαβε ο αναιρεσίβλητος και συνίστατο στη διενέργεια γραμματειακής υποστήριξης, οργάνωσης και παρακολούθησης των σχετικών υποθέσεων και ειδικότερα στη διενέργεια των προεκτεθεισών εξωδικαστικών ενεργειών (ενημέρωση των ενδιαφερομένων υπαλλήλων προφορικώς ή με αποστολή εγγράφων, ταξινόμηση των δικαιολογητικών, παρακολούθηση της πορείας των σχετικών αγωγών κλπ, που ήταν αναγκαίες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων) δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα προσώπου έχοντος την ιδιότητα του δικηγόρου, αλλά μπορεί να ανατεθεί και σε τρίτον που στερείται της ιδιότητας αυτής. Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα. Περαιτέρω, το Εφετείο, που έκρινε, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν πρέπει, (προκειμένου να υπολογιστεί η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου),να αφαιρεθεί από τη δικηγορική αμοιβή που εισέπραξε ο αναιρεσείων και το επικαλούμενο από αυτόν "κονδύλιο για τα έξοδα διατήρησης του δικηγορικού γραφείου του εναγομένου κατά τη χρονική περίοδο από 1.1.1990 μέχρι την 31.12.2002, καθόσον το εν λόγω γραφείο χειριζόταν και άλλες υποθέσεις με ευρύ κύκλο εργασιών, χωρίς να περιορίζεται στις ένδικες υποθέσεις που έχει αναλάβει ο ίδιος ο εναγόμενος, ενώ για τις λοιπές υποθέσεις απασχολούσε τουλάχιστον άλλους δύο επιπλέον δικηγόρους συνεργάτες του", δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Τούτο γιατί η ως άνω αιτιολογία είναι σαφής και επαρκής και δικαιολογεί την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού και δεν απαιτείτο η παράθεση και άλλων, εκτός των ανωτέρω, αιτιολογιών. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση, η οποία δεν περιέχει άλλο λόγο, να απορριφθεί, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-10-2011 αίτηση του Κ. Α. για αναίρεση της 3823/2011 απόφασης του Eφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ