Αριθμός 1542/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Π. του Π., κατοίκου ... και 2. Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που αμφότεροι παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Παναγόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1619/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2012 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1338/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο νόμος 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Εξάλλου, στο άρθρο 18 παρ.1α του ίδιου ως άνω νόμου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, όπως αυτό ίσχυε στην αρχική του έκδοση, πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 3888/2010 και στη συνέχεια με την παρ.2δ' και ε' του άρθρου 2 ν. 3943/2011, ορίζεται ότι: 1. Αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου - εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών ήδη 3.000 Ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές ήδη ... Ευρώ". Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3190/1955 όπως ισχύει "1. Αντίγραφο της εταιρικής σύμβασης της ΕΠΕ κατατίθεται με επιμέλεια κάθε εταίρου ή διαχειριστή και υποχρεωτικά από το Συμβολαιογράφο, μέσα σε ένα μήνα από την κατάρτισή της, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου της Εταιρείας. Ο Γραμματέας καταχωρίζει την εταιρική σύμβαση στο Μητρώο Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης". "2. Με επιμέλεια κάθε εταίρου ή διαχειριστή και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης Εταιρείας, δημοσιεύεται, στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης ανακοίνωση για την καταχώρηση στο οικείο Μητρώο Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης των πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Κατά δε το άρθρο 16 του ίδιου νόμου Η διαχείρισις των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπησις της εταιρείας ανήκει, εάν δεν συνεφωνήθη άλλως, εις όλους τους εταίρους δρώντας συλλογικώς και τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του αυτού ως άνω νόμο 1. Διά του καταστατικού ή δι' αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων, η διαχείρησις των εταιρικών υποθέσεων και η εκροσώπησις της εταιρείας δύναται να ανατεθεί εις ένα η πλείονας εταίρους ή μη εταίρους επί ωρισμένον χρόνον ή μη. 2. Εάν η κατά την προηγουμένην παράγραφον διαχείρισις ανετέθη εις πλείονας και δεν ωρίσθη άλλως οι διαχειρισταί δρώσι συλλογικώς. 3. Η απόφαση της Συνέλευσης για το διορισμό των διαχειριστών, στην οποία απαραίτητα πρέπει να αναφέρεται αν οι διαχειριστές αυτοί δεσμεύουν την εταιρεία όταν ενεργούν μεμονωμένα ή από κοινού, υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 8. Στη δημοσιότητα αυτή υποβάλλεται επίσης η με οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαχείρισης ως προς ένα ή περισσότερους διαχειριστές. Ελάττωμα ως προς το διορισμού των διαχειριστών δεν αντιτάσσεται στους καλόπιστους τρίτους, εφόσον τηρήθηκαν οι σχετικές με το διορισμό τους διατυπώσεις δημοσιότητας". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως Ειδικώς, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμό 1619/2011 απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, για φοροδιαφυγή και ειδικότερα, για παράβαση του άρθρου 18 παρ. Ια του Ν. 2523/1997 (μη υποβολή δήλωσης για την απόδοση στο Δημόσιο του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό πλημμελήματος) και τους επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών στον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων που αναγνώστη καν στο ακροατήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι ήταν διαχειριστές της εταιρίας με την επωνυμία "SOUTHESTERN EUROPEAN ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΕΤΚΟΜ ΕΠΕ", με έδρα την ..., οδός ..., η οποία συστάθηκε με το υπ' αριθμ. .../10-4-1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Χατζή, που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Η διαχειριστική ιδιότητα τους ανατέθηκε με την άνω συμ/κή πράξη. Στα πλαίσια της διαχειριστικής τους αυτής ιδιότητας υπέβαλαν ενεργώντας από κοινού στην Α' ΔΟΥ Αθηνών, ανακριβείς δηλώσεις ΦΠΑ για τις διαχειριστικές περιόδους από 1-1-1998 μέχρι 31-12-1998, 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 και 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001. Ειδικότερα κατά τον τακτικό έλεγχο που διενεργήθηκε από αρμόδιους υπαλλήλους της άνω ΔΟΥ, διαπιστώθηκε ότι η εταιρία είχε υποβάλλει για τις προαναφερόμενες περιόδους πλαστά και εικονικά τιμολόγια. Οι κατηγορούμενοι αν και κλήθηκαν δεν προσκόμισαν τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία, καθιστώντας αδύνατη την διενέργεια ελέγχου. Κατόπιν τούτου προσδιορίστηκαν εξωλογιστικά τα εισοδήματα της εταιρίας και προέκυψε διαφορά μεταξύ του δηλωθέντος ως αποδοτέου και του πράγματι οφειλομένου ΦΠΑ. Έτσι για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1998 μέχρι 31-12-1998, ο πράγματι αποδοτέος ΦΠΑ ανήλθε στο συνολικό ποσό των 15.995,66 Ευρώ, για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 σε 8.925,25 Ευρώ και για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2001 σε 5.920,58 Ευρώ. Τα ως άνω ποσά τα οποία οριστικοποιήθηκαν στις 1-3-2006, δεν αποδόθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα το τελευταίο να υποστεί ισόποση ζημία. Τα ως άνω αποδεικνύονται από την αναγνωσθείσα από 10-4-2006 έκθεση ελέγχου της Α' ΔΟΥ Αθηνών καθώς και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Ε. Ζ., Εφοριακού και δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Οι κατ/νοι ισχυρίζονται ότι κατά το ως άνω ένδικο διάστημα δεν είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή καθόσον με το υπ' αριθμ. .../12-10-1998 συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Καλλιόπης Παπαϊωάννου, τροποποιήθηκε το καταστατικό της εταιρίας και ορίστηκε ως διαχειριστής αυτής τρίτος, ο Α. Ν.. Το ως άνω τροποποιητικό συμβόλαιο κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, με αύξοντα αριθμό 781/1999 και δημοσιεύτηκε στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης στις 22-12-2005 ... 13062/22-12-2005 ΦΕΚ). Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 8, 16, 17 και 30 Ν. 3190/1955, όπως ισχύουν για τη νόμιμη αλλαγή του διαχειριστή είναι απαραίτητη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητος που απαιτεί το άρθρο 8 του ως άνω νόμου, μεταξύ των οποίων και η δημοσίευση στο τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης. Εφόσον όμως κατά το ένδικο διάστημα δεν είχαν συντελεστεί οι ως άνω διατυπώσεις δημοσιότητας, οι κατ/νοι εξακολουθούσαν να έχουν την ιδιότητα του διαχειριστή κατά νόμο ούτε εξάλλου αποδείχθηκε από τα ως άνω στοιχεία της δικογραφίας, ότι εκ μόνον του λόγου ότι με το άνω συμβόλαιο είχε ανατεθεί η διαχείριση σε τρίτο, ο τελευταίος ασκούσε πράγματι πράξεις διαχειρίσεως της εταιρίας, πριν από τη συντέλεση των διατυπώσεων δημοσιότητας και μάλιστα στη δημοσίευση στο ως άνω τεύχος. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των άνω πράξεων". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 2,45, 98 ΠΚ 18 παρ.1α Ν. 2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο αιτιολογημένα απέρριψε τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό ότι είχαν αποχωρήσει από τη διοίκηση και διαχείρηση της εταιρείας με την επωνυμία SOUTHEΑSTERN EUROPEAN ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΕ από 18-12-1998 δηλαδή πριν από τον χρόνο κατά τον οποίο φέρονταν ότι τελέσθηκαν τα εγκλήματα της μη απόδοσης ΦΠΑ που αποδίδονταν στην εταιρεία αυτή, δεχόμενο ότι κατά την επίδικη περίοδο εξακολουθούσαν να έχουν την ιδιότητα του διαχειριστή, αφού το επικαλούμενο .../12-10-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Παπαϊωάννου με το οποίο ισχυρίζονται ότι τροποποιήθηκε το καταστατικό της εταιρείας και ορίσθηκε διαχειριστής ο Α. Ν., κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο με αριθμό 781 το έτος 1999, αλλά δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και ΕΠΕ με αριθμό 13062 στις 22-12-2005 και ως εκ τούτου εφόσον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχαν συντελεσθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητος του άρθρου 8 του ν. 3190/1955, όπως ισχύει, εξακολουθούσαν να έχουν την ιδιότητα του διαχειριστή ... Περαιτέρω όσον αφορά την αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε 1) την με αριθμό .../12-10-1998 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Παπαϊωάννου 2) την με αριθμό 1040200/1204/ΔΕ-Γ απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και οικονομικών με την οποία αποφασίσθηκε η άρση όλων των περιοριστικών μέτρων που λήφθηκαν σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος 3) την από 26-10-006 και με αριθμ. Πρωτ.1094641/14620/ΔΕ-Γ γνωστοποίηση ολικής άρσης των μέτρων εις βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος και 4) τις με αριθμούς 67400/2008, 109322/2008, 121434/2008 και 552/2009 αθωωτικές αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα. Εκ των προαναφερομένων εγγράφων το υπ' αριθμ. .../12-10-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Παπαϊωάννου λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλομένη αφού ρητώς αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής, η δε μη δημοσίευση αυτού κατά τα άνω, από 12-12-1998 που φέρεται ότι συνετάγη, μέχρι 22-12-2005 που δημοσιεύθηκε, εξακολουθούσε κατά το μεσολαβούν αυτό χρονικό διάστημα να προσδίδει στους αναιρεσείοντες, σύμφωνα και με τις παραδοχές της προσβαλλομένης την ιδιότητα του διαχειριστή. Ενώ η μη έξαρση των λοιπών εγγράφων δεν σημαίνει ότι δεν λήφθησαν υπόψη, αλλά, ύστερα από την παραδοχή της μη έγκαιρης δημοσίευσης της .../1998 συμβολαιογραφικής πράξεως, δεν μπορούσαν τα εν λόγω έγγραφα να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην κρίση που οι αναιρεσείοντες επιθυμούσαν, ότι δηλαδή δεν είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή. Ως εκ τούτου η άνω αιτίαση είναι αβάσιμη. Όσο δε αφορά τις λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αναφέρονται σε εσφαλμένη, κατά την κρίση τους, εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, γιατί υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ 1Δ' μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-2-2012 υπ' αριθμ. Πρωτ. 414/2012 αίτηση των Γ. Π. του Π., κατοίκου ... και Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1619/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ