Αριθμός 2012/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποιν.Τμήμα - σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με τη παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καρασταμάτη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 98/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 524/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό πρωτ. 212/4-6-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 16 Μαρτίου 2007 αίτησιν αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ΄αριθμ. 98/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη η από 17 Οκτωβρίου 2006 αίτησις του ανωτέρω αναιρεσείοντος, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, δια της υπ΄αριθμ. 3719/1987 αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δια της οποίας κατεδικάσθη δια α) εξύβρισιν και β) απειλήν. Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων και συγκεκριμένως δια α) εσφαλμένην ερμηνείαν και εφαρμογήν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και β) έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας. ΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις την έκθεσιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνωνται σαφώς και ωρισμένως οι λόγοι αναιρέσεως, αφού οι αόριστοι λόγοι καθιστούν την αίτησιν αναιρέσεως απαράδεκτον (Α.Π. 1386/2006 Ελλ Δνη 47 σελ. 1532 κ.ά.). Ειδικώτερον ως προς τον λόγον της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να προσδιορίζεται η διάταξις που φέρεται ότι παρεβιάσθη και εις τί ακριβώς συνίσταται το σφάλμα εις την ερμηνείαν ή την εφαρμογήν αυτής, εν σχέσει με τας ουσιαστικάς παραδοχάς του δικαστηρίου (Α.Π. 1215/2005 Ποιν Δικ 2005 σελ. 1490 κ.ά.). Περαιτέρω όσον αφορά τον λόγον αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται δια της αναιρέσεως εις τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψις αυτή, αναφορικώς με το συγκεκριμένον ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως εν σχέσει με τας ουσιαστικάς παραδοχάς αυτής (Α.Π. 1386/2006 ενθ΄ ανωτ. κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν εις την σχετικήν έκθεσιν αναιρέσεως ουδόλως προσδιορίζεται η ουσιαστική ποινική διάταξις που φέρεται ότι παρεβιάσθη και εις τί ακριβώς συνίσταται το σφάλμα εις την ερμηνείαν ή την εφαρμογήν αυτής. Απλώς υπό την επίκλησιν του λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως το βούλευμα πλήττεται απαραδέκτως δι΄εσφαλμένην εκτίμησιν των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1685/2006 με σύμφωνον πρότασίν μας κ.ά.). Εξ άλλου σχετικώς με τον λόγον αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, εις την έκθεσιν αναιρέσεως δεν προσδιορίζεται καθόλου εις τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψις αυτή. Συνεπώς η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος. Εν όψει τούτου παρέλκει η έρευνα του υπό την αυτήν ημερομηνίαν αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου υμών, αφού η έρευνα τοιούτου αιτήματος προϋποθέτει, παραδεκτώς ασκηθείσαν αναίρεσιν (Α.Π. 292/2005, 1751/2001, Π Λογ 2005 σελ. 303, Ποιν Δικ 2002 σελ. 330 αντιστ. κ.ά.). ΄Αλλωστε ο αναιρεσείων θα ειδοποιηθή υποχρεωτικώς, συμφώνως προς το άρθρον 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως εμφανισθή ενώπιον του υμετέρου Συμβουλίου (Α.Π. 1751/2001 ενθ. ανωτ. κ.ά.). Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 16 Μαρτίου 2007 αίτησις αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ΄αριθμ. 98/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 15 Απριλίου 2007 Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στα άρθρα 510 και 484 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρα 476 και 513 Κ.Π.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Π.Δ. την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολομ. Α.Π. 2/2002). Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παραβιάστηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, άν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το συμβούλιο ότι απεδείχθησαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτά. Περαιτέρω για το ορισμένο του από το αυτό άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139, πρέπει αν μεν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να διαλαμβάνεται η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του βουλεύματος, εάν δε υπάρχει αιτιολογία αλλ' αυτή δεν είναι ειδική, να προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται η τοιαύτη έλλειψη αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα κεφάλαια και εν σχέσει με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος (ολ. Α.Π. 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 98/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίον απέρριψεν αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, αυτός (αναιρεσείων) ουδόλως προσδιορίζει την ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παραβιάστηκε ως και εις τί ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διατάξεως που εφαρμόστηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα αντιθέτως ομιλεί περί κακής εφαρμογής της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 2 Κ.Π.Δ., προς δε υπό την επίκληση του λόγου της κακής εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης βάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Επίσης ουδόλως προσδιορίζει εις τί συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας εις το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ούτως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι. Μετά ταύτα και παρελκούσης της ερεύνης του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, αφού η έρευνα τοιούτου αιτήματος προϋποθέτει παραδεκτώς ασκηθείσαν αναίρεση λαμβανομένου υπ' όψη δε ότι έχει ειδοποιηθεί ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος για να προσέλθει να εκθέσει τις απόψεις του περί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την επί του φακέλου της δικογραφίας σχετική επισημείωση της αρμοδίας γραμματέως, ο οποίος (αντίκλητος) και προσήλθε και εξέθεσε τις απόψεις του. Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα έξοδα εις τον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 98/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του αναιρεσείοντος. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ