Αριθμός 1734/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ'Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπούγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βέργου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 6-3-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στον: Χ. Π. του Α., κάτοικο ... που δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και του Χ. Π. του Α., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/ΕΜ/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-8-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 26-08-2021 (αριθμ. κατάθ. 24/31-08-2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 26/ΕΜ/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει κοινοποιηθεί στον προς ον η κοινοποίηση Α. Π., όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Λαμίας Ε. Κ., έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσείων και ο Χ. Π., μη διάδικος στο παρόν στάδιο της δίκης, με την από 11-07-2017 αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... ζήτησαν τη ρύθμιση κατά το Ν. 3869/2010 των χρεών τους. Επί της αίτησής τους εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 164/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως προς τον Χ. Π., έγινε δεκτή ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα και ρυθμίσθηκαν τα χρέη του τελευταίου. Κατόπιν άσκησης της από 13-05-2020 έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, πρώτου αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26/ΕΜ/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος, που ρύθμισε την οφειλή του αιτούντος προς το Ελληνικό Δημόσιο, διακρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η αίτηση ως μη νόμιμη κατά το σκέλος αυτό. Κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος: "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους". Η διάταξη αυτή έχει τριπλή σημασία: α) επιβάλλει την εν γένει φορολογική υποχρέωση των Ελλήνων ("συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη"), β) διακηρύσσει τη φορολογική ισότητα ("χωρίς διακρίσεις") και γ) κατοχυρώνει τη φορολογική δικαιοσύνη ("ανάλογα με τις δυνάμεις τους"). Η φορολογική ισότητα εξειδικεύεται με τον καθορισμό του φορολογικού βάρους, σε κάθε περίπτωση, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας εκάστου, κατά την εν λόγω, δηλαδή, συνταγματική αρχή, η επιβολή φόρου επιτρέπεται μόνον εάν και στο βαθμό, που υφίσταται φοροδοτική ικανότητα. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή της φορολογικής δικαιοσύνης επιβάλλεται η διαμόρφωση του φορολογικού συστήματος κατά τρόπο, που να λαμβάνει υπ' όψη τις οικονομικές δυνάμεις κάθε φορολογούμενου. Με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 περ. α' του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β' του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), ορίζεται: "1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής...2. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, β)...και γ)... Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α', β' και γ' πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές...3...4. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε β) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια, είτε γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτε δ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου. Ο περιορισμός του εδαφίου α' στοιχείο α' δεν ισχύει όσον αφορά τις οφειλές του εδαφίου β' της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου". Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3869/2010 "η δυνατότητα της ρύθμισης, για το φυσικό πρόσωπο, των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα". Με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. α' του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4336/2015, επιτράπηκε η υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και η ρύθμιση βεβαιωμένων οφειλών του φυσικού προσώπου προς το Δημόσιο, εφόσον αυτές συντρέχουν με χρέη του έναντι ιδιωτών πιστωτών. Η δυνατότητα υπαγωγής, μαζί με τα χρέη προς τους ιδιώτες πιστωτές, και των χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία αρχικά δεν υπάγονταν στο νόμο, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του Ν. 3869/2010, που έδωσε τη δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους. Η μέριμνα για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρέωσης, είτε αυτή αφορά σε οφειλές προς ιδιώτες, είτε αφορά σε οφειλές προς το Δημόσιο, επιτάσσεται τόσο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, όσο και από την υποχρέωση σεβασμού της αξίας του οφειλέτη ως ανθρώπου. Επομένως, η νέα διάταξη του νόμου, με την οποία υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου, πέραν των χρεών προς τους ιδιώτες, και τα χρέη προς το Δημόσιο, υπηρετεί την προστασία της προσωπικότητας των υπερχρεωμένων προσώπων και την οικονομική επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο. Ειδικότερα, η κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος προστασία της αξίας του ανθρώπου (προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας), από την οποία αντλεί τη θεμελιώδη σημασία της η αρχή της ισότητας, αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον "καθένα", ενεργοποιείται δε ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί το ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών. Από την επανένταξη δε των υπερχρεωμένων πολιτών στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία. Αντίθετα, η μη συμπερίληψη και των φορολογικών οφειλών στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 δεν ωφελεί ούτε τους ιδιώτες πιστωτές, ούτε το Δημόσιο, αφού είναι ορατός ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο υπερχρεωμένος οφειλέτης να εξοφλήσει, αφενός μεν τις με βάση τη δικαστική απόφαση ορισθείσες δόσεις προς τους ιδιώτες πιστωτές, αφετέρου δε τις μη ρυθμισθείσες οφειλές του προς το Δημόσιο. Περαιτέρω, η τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α του Ν. 3869/2010 προϋποθέτει, για τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη προς το Δημόσιο μαζί με τα χρέη του προς ιδιώτες, τη δικαστική διάγνωση για τη χωρίς δόλο μόνιμη αδυναμία πληρωμής των εν γένει ληξιπρόθεσμων οφειλών του, κατόπιν συνεκτίμησης της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης, ήτοι με κριτήρια, που συνάδουν με τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Στη δικαστική διαδικασία συμμετέχουν όλοι οι πιστωτές, προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους, τόσο ως προς την έκταση του περιορισμού, όσο και ως προς τον τρόπο ικανοποίησης των απαιτήσεών τους. Μόνο δε μετά τη συνεπή τήρηση της δικαστικής ρύθμισης των χρεών του επέρχεται απαλλαγή του οφειλέτη, μεταξύ άλλων, και από μέρος των φορολογικών οφειλών του. Άλλωστε, προβλέπονται περιορισμοί στα δυνάμενα να ρυθμιστούν χρέη προς το Δημόσιο, διότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 3869/2010 εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του, μεταξύ άλλων, τα χρέη από διοικητικά πρόστιμα (όπως της Εφορίας, της Τροχαίας, της αρμόδιας λιμενικής αρχής κ.ά.) ή από χρηματικές ποινές, οι οποίες επιβάλλονται συνήθως από τα ποινικά δικαστήρια. Επίσης, η νέα διάταξη δεν παραβιάζει την ισότητα των πολιτών στα φορολογικά βάρη, που κατανέμονται σ' αυτούς ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, διότι οι φορολογικές υποχρεώσεις των υπερχρεωμένων οφειλετών, δικαίως μεν υπολογίσθηκαν με βάση τη φοροδοτική τους ικανότητα κατά την αντίστοιχη φορολογική χρήση, εντούτοις, εφόσον σε μεταγενέστερο χρόνο διαγνωσθεί δικαστικά, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 και δη ότι έχουν ήδη περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τους ιδιώτες πιστωτές, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, ότι, παρά ταύτα, διατηρούν την προγενέστερη φοροδοτική ικανότητά τους και κατ' επέκταση ότι έχουν την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσουν στο ακέραιο τις οφειλές τους προς το Δημόσιο, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο όχι μόνο η αξιοπρεπής διαβίωσή τους, αλλά και η εξόφληση των δικαστικά ρυθμισμένων οφειλών τους προς τους ιδιώτες. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει ανόμοια μεταχείριση των υπερχρεωμένων οφειλετών με εκείνους τους φορολογούμενους πολίτες, με τους οποίους είχαν κάποτε την ίδια ή όμοια φοροδοτική ικανότητα, καθόσον αυτή δεν υφίσταται πλέον. Επίσης, το γεγονός ότι εξαιρούνται της ρυθμιστικής εμβέλειας του νόμου οι πολίτες, που έχουν αποκλειστικά χρέη προς το Δημόσιο και όχι και προς ιδιώτες πιστωτές, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί μη εφαρμογής του νόμου λόγω αντισυνταγματικότητας στους πολίτες, που πληρούν τις προϋποθέσεις του (ΟλΑΠ 2/2016, ΟλΑΠ 3/2013, ΟλΑΠ 46/2005, ΟλΑΠ 9/2004). Από την άλλη πλευρά, με τη ρύθμιση των οφειλών προς το Δημόσιο, δεν θίγεται η δυνατότητα εξυπηρέτησης δημοσίων σκοπών από την είσπραξη βεβαιωμένων φόρων, διότι οι σχετικές απαιτήσεις του Δημοσίου έναντι των υπερχρεωμένων οφειλετών είναι, σε κάθε περίπτωση, ιδιαιτέρως επισφαλείς, έτσι ώστε η εκ μέρους του Δημοσίου είσπραξη μέρους των απαιτήσεών του μέσω της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, συνιστά ένα βέβαιο τρόπο να εισπράξει έσοδα από τις οφειλές αυτές. Συνακολούθως, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α του Ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς το Ελληνικό Δημόσιο, με συνέπεια τον περιορισμό των σχετικών αξιώσεων του τελευταίου, είναι συμβατή με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, διότι θεσπίσθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ο δε τιθέμενος περιορισμός των αξιώσεων του Δημοσίου δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους όχι μόνο γενικότερου κοινωνικού, αλλά και δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ήτοι την επανένταξη των υπερχρεωμένων πολιτών στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, από την οποία ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία, πληροί το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος, καθώς και το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός (ΟλΑΠ 4/2023). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη ρύθμιση της οφειλής του προς το Ελληνικό Δημόσιο, επειδή κρίθηκε, ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το Ν. 4336/2015, είναι αντισυνταγματική, επειδή αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α του Ν 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, όπως βασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του ανωτέρω λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 26/ΕΜ/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ