Αριθμός 1573/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", μετά τη διάσπαση της τελευταίας διά της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση νέας εταιρείας - πιστωτικού ιδρύματος. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά, με δήλωση του του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Β. του Ι. και 2) Α. Β. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Κουτήφαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3243/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1971/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, Σ. Β. και Α. Β., με την από 18.7.2017 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκαν ότι την 15.4.2004 κατήρτισαν μετά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία "..." σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στη διαχείριση χαρτοφυλακίου ("..." - "Σύμβαση Διαχειρίσεως" ή "..."), δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε έναντι προμηθείας τη για λογαριασμό τους τοποθέτηση χρημάτων σε επενδυτικές αξίες, την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων και εν γένει την κατά τη διακριτική της ευχέρεια διαχείριση του σχετικού χαρτοφυλακίου τους. Ότι στο πλαίσιο της εν λόγω συμβάσεως συμφώνησαν με το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα να επιλέξουν ένα "χαμηλού ρίσκου" επενδυτικό προφίλ και ειδικότερα το χαρτοφυλάκιο εισοδήματος, με το οποίο στόχευαν στην επίτευξη σταθερού εισοδήματος από τοκομερίδια, μερίσματα και βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, ως και στη διατήρηση της κεφαλαιακής τους βάσεως, αναλαμβάνοντας πολύ μικρό επενδυτικό κίνδυνο. Ότι στο πλαίσιο εκπληρώσεως της άνω συμβάσεως κατέθεσαν στο ως άνω πιστωτικό ίδρυμα προς διαχείριση κατά το μήνα Μάιο του έτους 2004 το ποσόν των 700.000 ευρώ και κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2004 το ποσόν των 300.000 ευρώ, τα δε ποσά αυτά ανήκαν σε αυτούς εξ ημισείας και προέρχονταν από αποταμιεύσεις εκάστου εξ αυτών. Ότι η ως άνω τράπεζα ασκούσε τη διαχείριση των εν λόγω ποσών κατά τη διακριτική αυτής ευχέρεια, χωρίς να ζητεί οδηγίες ή εντολές εκ μέρους τους, με μοναδικό περιορισμό να προβαίνει σε συναλλαγές εντός των ορίων του "χαμηλού ρίσκου" επενδυτικού προφίλ αυτών, απέστελλε δε σε μηνιαία βάση ενημερωτικές καταστάσεις αναφορικώς με τη διάρθρωση και τις κινήσεις του χαρτοφυλακίου, ενώ βάσει των εκάστοτε επενδυτικών αξιών χωρούσε και ο υπολογισμός της οφειλομένης στην τράπεζα αμοιβής διαχειρίσεως. Ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ μηνός Απριλίου του έτους 2004 και των μέσων του έτους 2007 οι επενδυτικές κινήσεις της ως άνω τράπεζας εμφαίνονταν κινούμενες εντός των ορίων του "χαμηλού ρίσκου" επενδυτικού προφίλ τους. Ότι, ενώ μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2007 διέθεταν χαρτοφυλάκιο συντιθέμενο κυρίως από συντηρητικές επενδύσεις και κατά μικρό ποσοστό (23%) από μετοχές, κατά το μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους με αυθαίρετες επενδυτικές αποφάσεις των αρμοδίων στελεχών της ως άνω τράπεζας η αναλογία της συνθέσεως του χαρτοφυλακίου τους μεταβλήθηκε ουσιωδώς, καθ' όσον το ποσοστό των μετοχών ανήλθε σε 60%. Ότι, λόγω της ριψοκίνδυνης και πλημμελούς επενδυτικής στρατηγικής των αρμοδίων στελεχών της ως άνω τράπεζας κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών της και χωρίς προηγουμένη ενημέρωσή τους το χαρτοφυλάκιό τους μετατράπηκε αίφνης από "χαμηλού ρίσκου" (κλίμακας 2 χαρτοφυλάκιο εισοδήματος) σε "πολύ υψηλού ρίσκου" (κλίμακας 5 - επιθετικό χαρτοφυλάκιο), συντιθέμενο κυρίως από ριψοκίνδυνες επενδύσεις (μετοχές, και δη ελληνικών εταιριών, οι οποίες ενέχουν αυξημένο κίνδυνο λόγω του μικρού μεγέθους τους και των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας), με συνέπεια να ευρεθούν εκτεθειμένοι, παρά τη θέλησή τους, σε σημαντικούς επενδυτικούς κινδύνους. Ότι, καίτοι κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2007 η συνολική αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους εμφανιζόταν ικανοποιητική, η επελθούσα διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση συμπαρέσυρε και το ελληνικό χρηματιστήριο, με αποτέλεσμα οι γενόμενες σε μετοχές επενδύσεις να παρουσιάσουν σταθερές απώλειες σε αξία. Ότι για το λόγο αυτό κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2008 η συνολική αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους είχε μειωθεί από το (υπολογισθέν κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 2007) ποσόν του 1.313.778,51 ευρώ στο ποσόν του 1.080.034,71 ευρώ. Ότι στο πλαίσιο της μακράς συνεργασίας τους με την ως άνω Τράπεζα ακολούθησαν συζητήσεις για τον τρόπο αποζημίωσής τους, χωρίς να καταλήξουν κάπου, όμως η Τράπεζα αποδέχθηκε την ευθύνη της και δέχθηκε να μην εισπράττει αμοιβές για μία τριετία, με την ελπίδα να αυξηθεί η αξία των μετοχών, πράγμα που αποδέχθηκαν και αυτοί. Ότι εντός του 2011 ξανάρχισαν οι συζητήσεις για τη λύση του θέματος, πλην όμως στη συνέχεια, λόγω του ότι στις αρχές του 2012 ανέκυψε ξαφνικά διακριτό θέμα ευθύνης της Τράπεζας από την παρακάτω αναφερόμενη ..., η Τράπεζα υπαναχώρησε από τις συζητήσεις, αρνούμενη έκτοτε να τους αποζημιώσει. Ότι, πέραν της άνω σύμβασης, την 18.1.2005 κατήρτισαν μετά της ως άνω Τράπεζας "..." ("..." ή "..."), δια της οποίας η τελευταία ανέλαβε την παροχή έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής επενδυτικών συμβουλών και την επί τη βάσει αυτών κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό τους. Ότι στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής η ως άνω Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές και να προειδοποιεί για ενδεχομένους επενδυτικούς κινδύνους, λαμβάνοντας υπόψη το επενδυτικό τους προφίλ, όπως είχε αυτό είχε καταγραφεί στο Παράρτημα (α) της Συμβάσεως. Ότι, βάσει ειδικού ερωτηματολογίου, είχαν επιλέξει επενδυτικό προφίλ ελαχίστου ρίσκου (κλίμακας 1) και δη το συντηρητικό χαρτοφυλάκιο, με σκοπό την προστασία του κεφαλαίου τους και με κύριο χαρακτηριστικό τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποιήσεως αυτού. Ότι, κατόπιν προτάσεως της αρμοδίας υπαλλήλου της ως άνω Τράπεζας και υπεύθυνης για το χαρτοφυλάκιό τους κατά τις αρχές μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2005, η τελευταία προέβη κατόπιν προφορικής εντολής τους και με χρέωση του τηρουμένου σε αυτήν τραπεζικού λογαριασμού τους στην αγορά τραπεζικών ομολόγων και ειδικότερα στην αγορά α) την 9.2.2005 του επενδυτικού προϊόντος "...", ονομαστικής αξίας 240.000 ευρώ, αντί τιμήματος 242.327,27 ευρώ, β) την 10.2.2005 και την 17.6.2005 του επενδυτικού προϊόντος "...", ονομαστικής αξίας τριακοσίων χιλιάδων 300.000 ευρώ, αντί τιμήματος 296.086,67 ευρώ και γ) την 25.2.2005 και την 17.6.2005 του επενδυτικού προϊόντος "...", ονομαστικής αξίας 300.000 ευρώ, αντί τιμήματος 301.499,45 ευρώ. Ότι, κατά την παρασχεθείσα σε αυτούς γενική ενημέρωση προ της πραγματοποιήσεως των ως άνω επενδύσεων, τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα αποτελούσαν ομόλογα συγκεκριμένου εισοδήματος με εκδότες εύρωστα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εντασσόμενα απολύτως στο συντηρητικό επενδυτικό προφίλ, το οποίο αυτοί είχαν επιλέξει, θα εξασφάλιζαν δε σε αυτούς ελαχίστη εγγυημένη απόδοση και προστασία του κεφαλαίου τους. Ότι περί τις αρχές του έτους 2012 διαπίστωσαν ότι τα προαναφερόμενα επενδυτικά προϊόντα, τα οποία η ως άνω Τράπεζα είχε συμβουλεύσει να αγοράσουν, δεν ήσαν στην πραγματικότητα τραπεζικά ομόλογα, αλλά σύνθετα επενδυτικά προϊόντα, προσιδιάζοντα σε προνομιούχους μετοχές, προδήλως ασύμβατες με το συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ. Ειδικότερα, πληροφορήθηκαν τότε ότι επρόκειτο περί υβριδικών μετοχών (perpetual bonds), ήτοι περί προϊόντων εξαιρετικώς υψηλού επενδυτικού ρίσκου, τα οποία ουδεμία ελαχίστη εγγυημένη απόδοση είχαν, ενώ χαρακτηρίζονται ως "άληκτα", υπό την έννοια ότι επιφυλάσσουν στον εκδότη τους το αποκλειστικό δικαίωμα να μην αποδίδει μέρισμα, με συνέπεια να δεσμεύουν τον επενδυτή εις το διηνεκές και να τον εγκλωβίζουν στην πράξη, ενώ συχνά επέρχεται σημαντική απώλεια του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Ότι κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 ενημερώθηκαν από την αρμοδία υπάλληλο της ως άνω Τράπεζας ότι η εκδότρια του επενδυτικού προϊόντος "...", αποφάσισε να μην καταβάλει τόκο για το εν λόγω προϊόν για το έτος 2011, περαιτέρω δε πληροφορήθηκαν το πρώτον τους ακριβείς όρους εκδόσεως αυτού (μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα περί μη αποδόσεως "μερισμάτων"). Ότι περί τις αρχές Μαρτίου του ιδίου έτους, και ενώ είχε πλέον εκδηλωθεί με σφοδρότητα η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, η εναγομένη, υπό την ιδιότητα της εκδότριας του επενδυτικού προϊόντος "...". υπέβαλε δημόσια πρόταση επαναγοράς αυτού προς τους ομολογιούχους σε ποσοστό μόλις 37% της ονομαστικής αξίας του, τούτο δε σήμαινε γι' αυτούς απώλεια του επενδεδυμένου κεφαλαίου σε ποσοστό 63%, ήτοι απώλεια ποσού άνω των 150.000 ευρώ, την πρόταση δε αυτή αναγκάσθηκαν να αποδεχθούν προ του κινδύνου ολοκληρωτικής απωλείας του κεφαλαίου τους την 9.3.2012. Ότι και η εκδότρια του επενδυτικού προϊόντος "...", υπέβαλε ομοίως δημόσια πρόταση επαναγοράς αυτού προς τους ομολογιούχους σε ποσοστό 40% της ονομαστικής αξίας του, την οποία ομοίως αποδέχθηκαν για τους αυτούς λόγους. Ότι σε αμφότερες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις η ως άνω Τράπεζα ζήτησε να υπογράψουν ειδικό έντυπο περί παραιτήσεως από κάθε δικαίωμα αποζημιώσεως, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν. Ότι κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 κατέρρευσε η αμερικανική επενδυτική εταιρία "...", την οποία αυτοί θεωρούσαν ως εκδότρια του επενδυτικού προϊόντος "... ...". Ότι στην πραγματικότητα εκδότης του τίτλου ήταν ολλανδική εταιρία, θυγατρική της ως άνω αμερικανικής εταιρίας, με συνέπεια η απαίτησή τους επί του τελικού προϊόντος της σχετικής πτωχευτικής διαδικασίας να μην ασφαλίζεται με τίτλο προνομιούχου τάξεως και εξασφαλίσεως (...), όπως εσφαλμένως τους διαβεβαίωναν τα αρμόδια στελέχη του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος, αλλά με υποδεέστερο τίτλο (...), με συνέπεια να ικανοποιείται ποσοστό της απαιτήσεώς τους ανερχόμενο μόλις σε 12,2% του κεφαλαίου. Ότι συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς της προαναφερομένης Τράπεζας (οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγομένη ανώνυμος τραπεζική εταιρία λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως), έχουν υποστεί θετική και αποθετική ζημία, ανερχόμενη στα αναλυτικώς και λεπτομερώς αναφερόμενα ποσά για κάθε μία από τις άνω συμβάσεις. Ότι, ακόμη, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της ως άνω τράπεζας υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει εξ ημισείας στον καθένα τους: Α. Αναφορικά με την από 15.4.2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στη διαχείριση χαρτοφυλακίου: α) ποσόν 451.312,19 ευρώ, ως αποζημίωση για θετική ζημία και β) ποσόν 260.402,93 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, ήτοι συνολικό ποσόν 711.715,12 ευρώ, στηριζομένων των αξιώσεων αυτών μόνο στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, Β. Αναφορικά με την από 18.1.2005 "...": α) ποσόν 443.194,67 ευρώ, ως αποζημίωση για θετική ζημία και β) ποσόν 59.817,56 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, ήτοι συνολικό ποσόν 503.012,23 ευρώ, στηριζομένων των αξιώσεων αυτών κυρίως στην αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης και επικουρικά στην ενδοσυμβατική της ευθύνη, και Γ. ποσόν 25.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3243/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), με την οποία αυτή (αγωγή): α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά το αίτημα αυτής περί αναγνωρίσεως οφειλής συνολικού ποσού 711.715,12 ευρώ, αναφορικά με την από 15.4.2004 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στη διαχείριση χαρτοφυλακίου, β) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά το αίτημα αυτής περί αναγνωρίσεως οφειλής διαφυγόντος κέρδους ποσού 59.817,56 ευρώ, αναφορικά με την από 18.1.2005 "...", γ) έγινε κατά τα λοιπά εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει κατ' ισομοιρία σε κάθε έναν των εναγόντων: α) το ποσόν των 443.194,67 ευρώ, ως αποζημίωση για θετική ζημία αναφορικά με την από 18.1.2005 "..." και β) το ποσόν των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησαν η μεν εναγόμενη την από 27.11.2029 έφεση, οι δε ενάγοντες την από 30.1.2020 αντίθετη έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1971/2021 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία: α) απορρίφθηκε καθ' ολοκληρίαν ως ουσία αβάσιμη η έφεση της εναγομένης, β) έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη η έφεση των εναγόντων, αφού κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή, καθόσον αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων από την από 15.4.2004 σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, τις οποίες αυτοί επέλεξαν να θεμελιώσουν αποκλειστικά και μόνον στην πλημμελή εκπλήρωση της σύμβασης και όχι στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, είναι ορισμένη και νόμιμη, κατά τη βάση αυτή, όπως ορισμένη και νόμιμη κρίθηκε η ίδια αγωγή και κατά το μέρος της αιτούμενης από τους ενάγοντες αποθετικής ζημίας από την από 18.1.2005 .... Κατόπιν αυτών εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη από 18.7.2017 αγωγή και ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει: α) κατ' ισομοιρίαν στους ενάγοντες ως αποζημίωση το συνολικό ποσόν του (451.312,19 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστησαν από την από 15.4.2004 σύμβαση + 74.464,04 ευρώ ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστησαν από την ίδια σύμβαση + 443.194,67 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστησαν από την από 18.1.2005 σύμβαση + 36.424,25 ευρώ ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστησαν από την ίδια σύμβαση) 1.005.395.15 ευρώ, ήτοι στον καθένα τους το ποσόν των 502.697,58 ευρώ και β) σε κάθε έναν των εναγόντων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσόν των 7.500 ευρώ, ήτοι συνολικά στον καθένα το ποσόν των (502.697,58 ευρώ + 7.500 ευρώ) 510.197,58 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η εναγομένη την υπό κρίση από 5.8.2021 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι αφορούν μόνο τις προβληθείσες από την αναιρεσείουσα ενστάσεις παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 3632/1928 "Περί χρηματιστηριακών αξιών", χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, ενώ με το άρθρο 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται αποκλειστικά οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς κ.λ.π.), μεταξύ των οποίων και κάθε παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη με την ενέργεια και την εκτέλεση των κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων. Στη συνέχεια με το άρθρο 20 παρ.1 ν. 1806/1988 αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 ν. 3632/1928 και ορίστηκε ότι χρηματιστηριακές συναλλαγές θεωρούνται μόνο: α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη σχετική νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά η παράδοση των αξιών μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας και γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων. Στον όρο "πώληση" του άρθρου αυτού νοείται και η αγορά, καθόσον ο νομοθέτης ακολουθεί πλέον ορολογία του Αστικού Κώδικα. Στην κατηγορία γ' του άρθρου 20 παρ.1 ν. 1806/1988, δηλαδή των συναφών με τη διενέργεια και την εκτέλεση κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών ή άλλως των παρεπόμενων των κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 3632/1928 κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, που καταργήθηκαν από 1.11.2007 με το άρθρο 85 του ν. 3606/2007, εφαρμόζονται όμως στην παρούσα υπόθεση, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις ανάγονται σε προηγούμενο χρονικό διάστημα, και εν όψει της γενικότητας στη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3236/1928, που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, προκύπτει ότι η καθιερούμενη ενιαύσια παραγραφή ισχύει αποκλειστικά για τις αξιώσεις από συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών κατά την προεκτεθείσα έννοια και συγκεκριμένα τόσο από τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις όσο και από τις παρεπόμενες ή συναφείς αυτών (ΟλΑΠ 16/2008, ΑΠ 725/2017), όχι, όμως, και στις αξιώσεις από άλλης μορφής συμβάσεις, ούτε εκείνες που στηρίζονται σε αδικοπραξία, ανεξάρτητα αν αφορμή της τέλεσής της ήταν χρηματιστηριακή σύμβαση (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 725/2017, ΑΠ 1376/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως, με τις από 12.12.2017 προτάσεις της, την ένσταση ενιαύσιας παραγραφής, κατ' άρθρο 15 παρ. 6 ν. 3632/1928, των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων που απορρέουν από την από 18.1.2005 "...", ισχυριζόμενη ότι στο πλαίσιο της άνω σύμβασης της έδωσαν εντολή οι αναιρεσίβλητοι για την αγορά των αναφερόμενων στην αγωγή ομολόγων και συγκεκριμένα την 9.2.2005 για την αγορά του ομολόγου "...", την 10.2.2005 και την 17.6.2005 για την αγορά του ομολόγου "...", την 25.2.2005 και την 17.6.2005 για την αγορά του επενδυτικού προϊόντος "... ...". Ότι οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν χρηματιστηριακά, δεδομένης και της ίδιας της φύσης των εν λόγω ομολόγων και συνεπώς η σχετική εντολή των αντιδίκων εμπίπτει στο πλαίσιο των διατάξεων των ν. 3632/1928 και 1806/1988, με αποτέλεσμα οι απορρέουσες εξ αυτής (εντολής) επίδικες αξιώσεις να εμπίπτουν στη ως άνω ενιαύσια παραγραφή, η οποία υπολογίζεται από την ημερομηνία αγοράς εκάστου των επιδίκων τίτλων, ήτοι την 9.2.2005, 10.2.2005, 17.6.2005, 25.2.2005 και 17.6.2005, δεδομένου δε ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 21.7.2017, δηλαδή μετά 12 έτη, η εν λόγω αξίωση έχει παραγραφεί και συνακόλουθα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3243/2019 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι η ένδικη αξίωση απορρέει αφενός από την καταρτισθείσα ..., που είναι αυτοτελής και αυτόνομη, τόσο ως προς την μετέπειτα εντολή για αγορά των προϊόντων όσο και με την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή (αγορά τίτλων), δηλαδή από ενδοσυμβατική ευθύνη που δεν ανήκει στις κατ' άρθρο 20 παρ. 1 ν. 1806/1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές, αφετέρου δε από τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (εξωσυμβατική ευθύνη). Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η προβληθείσα από αυτήν ένσταση παραγραφής ήταν νόμιμη και έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Ι έφεση ανώνυμος τραπεζική εταιρία παραπονείται με τον πρώτο λόγο της προκειμένης εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 N. 3632/1928 "περί χρηματιστηριακών αξιών" προταθείσα ένσταση ενιαύσιας παραγραφής αναφορικώς με την αγορά την 9.2.2005 του επενδυτικού προϊόντος "...", την 10.2.2005 και την 17.6.2005 του επενδυτικού προϊόντος " ... την 25.2.2005 και την 17.6.2005 του επενδυτικού προϊόντος "... ...", την 10.2.2005 και την 17.6.2005 του επενδυτικού προϊόντος "... ...", στο πλαίσιο εκπληρώσεως της από 18.1.2005 "..." ("..." ή " ..."), έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να δεχθεί αυτήν ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, διότι οι ως άνω αξιώσεις τυγχάνουν χρηματιστηριακές και ως εκ τούτου εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των Ν. 3632/1928 και 1806/1988, υποκείμενες στην ως άνω ενιαύσια παραγραφή, η οποία στην ένδικη υπόθεση έχει συμπληρωθεί, καθ' όσον η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε την 19.7.2017 και επιδόθηκε σε αυτήν (εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία) την 21.7.2017, ήτοι δώδεκα ( 12 ) έτη μετά τις ως άνω ημερομηνίες αγοράς. Ωστόσο, οι ένδικες αξιώσεις απορρέουν α) από την καταρτισθείσα μεταξύ των εφεσιβλήτων και της δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας τράπεζας υπό την επωνυμία "..." από 18.1.2005 "..." ("..." ή "...") η οποία τυγχάνει αυτοτελής και αυτόνομη, τόσο ως προς την μετέπειτα εντολή των εφεσιβλήτων προς την ως άνω τράπεζα προς αγορά των ενδίκων τίτλων, με την οποία καταρτίζεται άλλη σύμβαση (ήτοι σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας), όσο και ως προς την κυρία χρηματιστηριακή συναλλαγή (αγορά των συγκεκριμένων τίτλων), δηλαδή πρόκειται περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, απορρέουσας από σύμβαση μη ανήκουσα στις κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 N. 1806/ 1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές, η οποία δεν είναι παρεπομένη των συμβάσεων χρηματιστηριακών συναλλαγών ούτε συναφής με αυτές και β) από αδικοπραξία (εξωσυμβατική ευθύνη), λόγω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, συνισταμένης σε παράβαση της υπ' αριθ. 12263/Β.5ΟΟ/11.4.1997 Αποφάσεως ΥΠ.ΕΘ.Ο. (Φ.Ε.Κ. B' 340/24.4.1997) "Κώδικας Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ)", ως και της υπ' αριθ. 2501/31.12.2002 Πράξεως Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" ( Φ.Ε.Κ. Α' 277/ 18.11.2002), η οποία θεμελιώνει αυτοδυνάμως αξίωση προς αποζημίωση, διότι τυγχάνει παράνομη, ακόμη και εκτός του πλαισίου της μεταξύ των διαδίκων συμβατικής σχέσεως, ως αντίθετη στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαιτίως κάποιον άλλον,.... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την προκειμένη ένσταση παραγραφής ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928 "Περί χρηματιστηριακών αξιών", ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα πρώτος λόγος της υπό στοιχείο I εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι δηλαδή για τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων από την από 18.1.2005 σύμβαση δεν ισχύει η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 και απέρριψε στη συνέχεια τον άνω πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 και 6 του ν. 3632/1928 και 20 παρ. 1 ν. 1806/1988, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η καθιερούμενη ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928 ισχύει αποκλειστικά για τις αξιώσεις από συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών κατά την προεκτεθείσα έννοια, όχι, όμως, και για τις αξιώσεις από άλλης μορφής συμβάσεις, όπως οι συμβάσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών, οι οποίες εμφανίζουν αυτοτέλεια τόσο ως προς την σε επόμενο χρόνο διδομένη εντολή προς αγορά του τίτλου, με την οποία καταρτίζεται άλλη σύμβαση (χρηματιστηριακής παραγγελίας), όσο και ως προς την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή (αγορά του τίτλου), ούτε εκείνες που στηρίζονται σε αδικοπραξία, ανεξάρτητα αν αφορμή της τέλεσής της ήταν χρηματιστηριακή σύμβαση. Εν προκειμένω δε, οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, απορρέουν αφενός από την καταρτισθείσα μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας από 18.1.2005 "..." ("..." ή "...") η οποία τυγχάνει αυτοτελής και αυτόνομη, τόσο ως προς την μετέπειτα εντολή των αναιρεσιβλήτων προς την ως άνω τράπεζα προς αγορά των ενδίκων τίτλων, με την οποία καταρτίσθηκε άλλη σύμβαση (ήτοι σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας), όσο και ως προς την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή (αγορά των συγκεκριμένων τίτλων), δηλαδή πρόκειται περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, απορρέουσας από σύμβαση μη ανήκουσα στις κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 N. 1806/ 1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές, η οποία δεν είναι παρεπομένη των συμβάσεων χρηματιστηριακών συναλλαγών ούτε συναφής με αυτές και β) από αδικοπραξία (εξωσυμβατική ευθύνη), λόγω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, η οποία θεμελιώνει αυτοδυνάμως αξίωση προς αποζημίωση, διότι τυγχάνει παράνομη, ακόμη και εκτός του πλαισίου της μεταξύ των διαδίκων συμβατικής σχέσεως, ως αντίθετη στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαιτίως κάποιον άλλον. Συνεπώς, η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων από την από 18.1.2005 σύμβαση ήταν πράγματι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 1437/2017). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ "Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και του υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη". Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, προϋποθέσεις ενάρξεως της πενταετούς παραγραφής της εξ αδικοπραξίας αξιώσεως είναι, σωρευτικώς, η γνώση εκ μέρους του παθόντος τόσο της ζημίας, όσο και του υποχρέου προς αποζημίωση. Ως "γνώση" της ζημίας νοείται η γνώση των επιζημίων συνεπειών της πράξεως, διότι η αξίωση για αποζημίωση γεννάται από τότε που η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, οπότε και μπορεί να ασκηθεί η σχετική αγωγή, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 864/2020, ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 93/2016). Για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένο της ενστάσεως παραγραφής εξ αδικοπραξίας (άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ) απαιτείται σαφής αναφορά των θεμελιωτικών αυτής γεγονότων, ιδίως δε: α) του χρόνου, κατά τον οποίο ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προσώπου του υποχρέου και β) του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση του χρόνου ενάρξεως και συμπληρώσεως της παραγραφής (ΑΠ 1412/2013, ΑΠ 1239/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως, με τις από 12.12.2017 προτάσεις της, την ένσταση παραγραφής όλων των επίδικων απαιτήσεων των εναγόντων, κατ' άρθρο 937 ΑΚ, λόγω παρέλευσης πενταετίας. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τις αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων από την από 15.4.2004 σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ισχυρίσθηκε ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες διατείνονται με την αγωγή τους ότι τον Μάρτιο του 2008 είχαν γνώση της μείωσης του χαρτοφυλακίου τους και μάλιστα ότι περί τα μέσα του 2008 αυτή αποδέχθηκε την ευθύνη της, δεδομένου δε ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 21.7.2017, οπότε και κοινοποιήθηκε σ' αυτήν, ήτοι εννέα έτη μετά τον Μάρτιο του 2008, ημερομηνία γνώσης των επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, η εν λόγω αξίωση έχει παραγραφεί και συνακόλουθα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Καθόσον δε αφορά τις αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων από την από 18.1.2005 ..., ισχυρίσθηκε ότι οι ενάγοντες συνομολογούν με την αγωγή τους ότι ελάμβαναν σε μηνιαία βάση ενημερωτικές καταστάσεις αναφορικά με τις τρέχουσες αποτιμήσεις ανά είδος επένδυσης και την κίνηση του χαρτοφυλακίου τους ήδη από την αγορά των επιδίκων ομολόγων και συνεπώς καθίσταται σαφές ότι οι αντίδικοι γνώριζαν κατά το χρόνο της αγοράς τους τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, καθώς αυτά αναφέρονται και στις επιβεβαιώσεις των σχετικών εντολών και στις προμνημονευθείσες ενημερωτικές καταστάσεις που λάμβαναν, στις οποίες περιγράφονταν και οι διακυμάνσεις της τρέχουσας αξίας κάθε ομολόγου, δεδομένου δε ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 21.7.2017, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της πενταετίας, οπότε η εν λόγω αξίωση έχει παραγραφεί και συνακόλουθα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε δε περίπτωση, ισχυρίσθηκε ότι ως προς τα δύο από τα επίδικα ομόλογα, ήτοι του ομολόγου "..." και του ομολόγου "...", έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας από τότε που οι αντίδικοι ισχυρίζονται ότι πληροφορήθηκαν ότι αυτά αποτελούσαν προϊόντα υψηλού επενδυτικού κινδύνου, καθόσον από τον Μάρτιο του 2012 που έλαβαν γνώση των επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση για το ομόλογο "..." και από τον Φεβρουάριο του 2012 που έλαβαν γνώση των επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση για το ομόλογο "..." μέχρι την άσκηση της αγωγής έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της πενταετίας, οπότε η εν λόγω αξίωση έχει παραγραφεί και ως εκ τούτου η εν λόγω αξίωση έχει παραγραφεί και συνακόλουθα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3243/2019 απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας (καθόσον αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων από την από 18.1.2005 ..., αφού για τις αξιώσεις από την από 15.4.2004 σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου είχε απορριφθεί η αγωγή ως αόριστη), με την αιτιολογία ότι οι ενάγοντες είχαν ήδη ασκήσει την από 26.10.2016 αγωγή με όμοια νομική αιτία και περιεχόμενο, από την οποία παραιτήθηκαν και εντός έξι μηνών άσκησαν την ένδικη αγωγή και συνεπώς δεν παρήλθε πενταετία από τον Μάρτιο 2012 και Φεβρουάριο 2012 που έλαβαν γνώση των επιζήμιων συνεπειών. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα παρά το νόμο και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την προβληθείσα από αυτήν ένσταση περί παραγραφής των απαιτήσεων των εναγόντων λόγω παρέλευσης πενταετίας. Επίσης, και με τις από 4.1.2021 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, επανέφερε στο σύνολό της την άνω προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση προς απόκρουση της ένδικης αγωγής. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Ι έφεση - εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο ΙΙ έφεση ανώνυμος τραπεζική εταιρία προέβαλε με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της και ήδη με τον δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο Ι εφέσεως την ένσταση πενταετούς παραγραφής της ως άνω αξιώσεως (άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ), ισχυριζόμενη ότι, εφ' όσον οι εκκαλούντες στην υπό στοιχείο ΙI έφεση - εφεσίβλητοι στην υπό στοιχείο Ι έφεση ισχυρίζονται ότι πληροφορήθηκαν τη σημαντική ελάττωση του κεφαλαίου του χαρτοφυλακίου τους και ότι είχε, κατά τους ισχυρισμούς τους αποδεχθεί την ευθύνη της προς αποζημίωσή τους ήδη από τα μέσα του έτους, 2008, πλην όμως επέδωσαν σε αυτήν την υπό κρίση αγωγή μόλις την 21.7.2017, ήτοι μετά πάροδο πενταετίας, με συνέπεια την παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων από τη σύμβαση διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου. Ωστόσο, όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω στο σκεπτικό, οι εκκαλούντες στην υπό στοιχείο ΙI έφεση - εφεσίβλητοι στην υπό στοιχείο Ι έφεση έχουν επιλέξει να ασκήσουν αποκλειστικώς και μόνο τις αξιώσεις τους από την σύμβαση διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου αποτελούσα περίπτωση συμβάσεως εντολής και όχι από την αδικοπραξία, οι οποίες για το λόγο αυτό υπόκεινται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή... και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, με συνέπεια την απόρριψη ως αβασίμου του περί παραγραφής δευτέρου λόγου της υπό στοιχείο Ι εφέσεως, καθ' όσον αφορά στις αξιώσεις εκ της από 15.4.2004 συμβάσεως διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου ... Τέλος, η εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Ι έφεση - εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο ΙΙ έφεση ανώνυμος τραπεζική εταιρία υπέβαλε με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις της και ήδη επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο εφέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος αυτού) την ένσταση της πενταετούς παραγραφής των εξ αδικοπραξίας αξιώσεων των εκκαλούντων στην υπό στοιχείο ΙΙ έφεση - εφεσιβλήτων στην υπό στοιχείο Ι έφεση από την από 18.1.2005 σύμβαση περιορισμένης εντολής χαρτοφυλακίου (..." ή "..."), καθ' όσον οι τελευταίοι φέρονται, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, να έλαβαν γνώση της ζημίας τους κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2012 (αναφορικώς με τα επενδυτικά προϊόντα "..." και "...", πλην όμως η ένδικη από 18.7.2017 με Γ.Α.Κ. 559804/19.7.2017 και Ε.Α.Κ. 2559/19.7.2017 αγωγή επιδόθηκε σε αυτήν την 21.7.2017 ... , ήτοι μετά πάροδο πέντε (5) ετών, και ως εκ τούτου η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν λόγω παραγραφής (άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ) ως προς τα συγκεκριμένα αυτά αγωγικά κονδύλια. Ωστόσο, η προκειμένη ένσταση παρίσταται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ασκουμένης καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, καθ' όσον αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες στην υπό στοιχείο ΙΙ έφεση - εφεσίβλητοι στην υπό στοιχείο Ι έφεση είχαν ήδη ασκήσει κατά της εκκαλούσας στην υπό στοιχείο Ι έφεση - εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο ΙΙ έφεση ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας την από 25.10.2016 με Γ.Α.Κ. 66772/25.10.2016 και Ε.Α.Κ. 2257/25.10.2016 αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ερειδομένη στην αυτή νομική και ιστορική αιτία, επιδοθείσα στην εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Ι έφεση - εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο ΙΙ έφεση ανώνυμο τραπεζική εταιρία την 26.10.2016 (σχετ. η υπ' αριθ. 11182Β'/26.10.2016 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή), πλην όμως παραιτήθηκαν από το δικόγραφο αυτής με την κατατεθείσα στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με Γ.Α.Κ. 502772/24.1.2027 και Ε.Α.Κ. 22/24.1.2017 από 24.1.2017 δήλωση παραιτήσεως, επιδοθείσα αυθημερόν στην εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Ι έφεση - εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο ΙΙ έφεση ανώνυμο τραπεζική εταιρία ... , ακολούθως ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή την 21.7.2017, ήτοι προ της συμπληρώσεως εξαμήνου από την ως άνω παραίτηση, ως εκ τούτου δε θεωρείται ότι η παραγραφή των ως άνω αξιώσεων έχει διακοπεί με την ολοκλήρωση της ασκήσεως της από 25.10.2016 με Γ.Α.Κ. 66772/25.10.2016 και Ε.Α.Κ. 2257/25.10.2016 αγωγής (ήτοι με την επίδοσή της την 26.10.2016), ως προς την οποία χώρησε η παραίτηση (άρθρο 263 ΑΚ, ...), ότε δεν είχε παρέλθει πενταετία. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την εν λόγω ένσταση παραγραφής, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 263 και 937 παρ. 1 ΑΚ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο Ι εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος και καθ' ο μέρος αφορά στην προκειμένη από 18.1.2005 ...". Ήδη, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η γνώση των εναγόντων για τη ζημία τους υπήρχε ήδη από το έτος 2008 για το χαρτοφυλάκιο της πρώτης σύμβασης και ήδη από το 2005 για τα προϊόντα που αφορούσαν τη δεύτερη σύμβαση, εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ως χρονικό σημείο της γνώσης των εναγόντων το 2012, οπότε ήταν επόμενο να δεχθεί ότι η ασκηθείσα από τους ενάγοντες πρώτη αγωγή είχε διακόψει την παραγραφή, ενώ, αν ελάμβανε υπόψη τον ορθό και πλήρως ως προς τα πραγματικά περιστατικά ισχυρισμό τους περί αφετηρίας της πενταετούς παραγραφής το μεν το 2005 το δε το 2008, κατά τις άνω διακρίσεις, είναι σαφές ότι η πρώτη αγωγή δεν θα ήταν ικανή να διακόψει την παραγραφή, αφού η πενταετία ήταν ήδη συμπληρωμένη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του, καθόσον, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και γενικά από το σύνολο του περιεχομένου της, το Εφετείο έλαβε υπόψη του το σύνολο των περιστατικών στα οποία η εναγομένη θεμελίωσε τον ισχυρισμό της περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων, τον οποίο και απέρριψε τελικά ως ουσία αβάσιμο και δη καθόσον μεν αφορά την από 15.4.2004 σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, με την αιτιολογία ότι οι σχετικές αξιώσεις των εναγόντων στηρίζονται αποκλειστικώς και μόνο στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, υποκείμενες έτσι στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, καθόσον δε αφορά την από 18.1.2005 ..., με την αιτιολογία ότι οι ενάγοντες έλαβαν γνώση στις αρχές του 2012 για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επίδικων ομολόγων και τις εξ αυτών επιζήμιες συνέπειες και άσκησαν εντός της πενταετίας την από 25.10.2016 αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ερειδομένη στην αυτή νομική και ιστορική αιτία, από την οποία και παραιτήθηκαν στη συνέχεια, ασκώντας ακολούθως εντός εξαμήνου την ένδικη αγωγή, με συνέπεια τη μη συμπλήρωση της πενταετίας από τη γνώση της ζημίας τους. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι ενάγοντες ανέφεραν στην αγωγή τους ότι ελάμβαναν σε μηνιαία βάση ενημερωτικές καταστάσεις αναφορικά με τις τρέχουσες αποτιμήσεις ανά είδος επένδυσης και την κίνηση του χαρτοφυλακίου τους, πλην όμως ουδόλως συνομολογούσαν ότι γνώριζαν κατά το χρόνο της αγοράς τους τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επίδικων ομολόγων, αντίθετα μάλιστα ρητά ανέφεραν ότι αγνοούσαν πλήρως τα ειδικά αυτά χαρακτηριστικά, για πρώτη δε φορά διαπίστωσαν ότι τα προϊόντα που είχαν αγοράσει δεν ήταν τραπεζικά ομόλογα, αλλά σύνθετα επενδυτικά προϊόντα στις αρχές του 2012. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ότι πράγματι οι ενάγοντες κατά το χρόνο της αγοράς των συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων και μέχρι την εκδήλωση της διεθνούς και εγχώριας χρηματοπιστωτικής κρίσης, δεν ήσαν σε θέση να αντιληφθούν τους συγκεκριμένους επενδυτικούς κινδύνους που συνάπτονταν ευθέως με την αποκρυβείσα αληθινή φύση των συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων, έλαβαν δε ακριβή γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των επίδικων ομολόγων όχι κατά το χρόνο της αγοράς τους αλλά μόνο όταν προέκυψε εμπλοκή περί την απόδοση των οφειλομένων τόκων κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 και εφεξής, με συνέπεια να μην τίθεται ζήτημα έναρξης της πενταετούς παραγραφής από το χρόνο αγοράς των ομολόγων. Επομένως, και ο προκείμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος στο σύνολό του. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Ιουλίου 2021 αίτηση της ..., για αναίρεση της με αριθ. 1971/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ