Αριθμός 260/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. συζύγου Ι. Β., το γένος Ε. Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Κοπακάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", όπως έχει υποκατασταθεί στη θέση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΑΕ", το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Καραμανλή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠΟλΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-12-2004 και 17-3-2005 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2006 μη οριστική και 2203/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5127/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 25-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημιά, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημιές ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Συνεπώς, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημιά από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΟλΑΠ 24/2003). Αναγκαία όμως προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσας απόφασης είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο να μπορούσε απ' αρχής να προβλεφθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημιά είναι απρόβλεπτη, ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία (παραγραφή) και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα. Εάν πρόκειται, όμως, περί προβλέψιμων αξιώσεων, παρατείνεται η παραγραφή σε εικοσαετία με την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας, κατά περίπτωση, καθώς και ότι μέχρι την τελεσιδικία δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε προβλεπόμενες βραχυχρόνιες παραγραφές (ΑΠ 118/2010).- Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα Χ. σύζ. Ι. Β. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών α) την από 17.3.2005 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2257/2005 αγωγή, στρεφομένη κατά του Α. Β. και β) την από 7.12.2004 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2258/2005 αγωγή, στρεφόμενη κατά της εδρεύουσας στο Μαρούσι Αττικής και επί της λεωφόρου Κηφισίας 164 ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία COMMERCIAL VALUE, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε., με τις οποίες, επικαλούμενη α) το απορρέον από τις υπ' αριθμ. 4332/1999 και 6536/2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, δεδικασμένο, σχετικά με τις συνθήκες του επισυμβάντος στις 12.10.1997 αυτοκινητικού ατυχήματος και του ποσοστού συνυπαιτιότητας αυτής και του εναγόμενου της πρώτης αγωγής στην εκ του ατυχήματος τούτου πρόκληση και έκταση του τραυματισμού της, και β) απρόβλεπτη και μεταγενέστερη του χρόνου άσκησης της από 8.6.1998 αρχικής αγωγής της επιδείνωση της υγείας της, ζήτησε, κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση αίτημα των εν λόγω αγωγών, όπως αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 200.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτών και μέχρις εξοφλήσεως. Περαιτέρω, το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ως άνω αίτημα αμφοτέρων των αγωγών, στηριζόταν, όσον αφορά την δεύτερη τούτων, κυρίως στην ευθεία αξίωση της παθούσας ενάγουσας κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και επικουρικά στη σωρευτική αναδοχή χρέους, και επιπλέον στο δικόγραφο αυτής (δεύτερης αγωγής) σωρευόταν και πλαγιαστική αγωγή της ενάγουσας κατά της ασφαλιστικής εταιρίας (άρθρ. 72 Κ.Πολ.Δ.). Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες ενώθηκαν και συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρ. 681 Α Κ.Πολ.Δ.), η υπ' αριθμ. 2203/2007 οριστική απόφαση με την οποία το προαναφερόμενο επίμαχο αίτημα και των δύο αγωγών απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα την από 18.8.2007 και με αριθμό κατάθεσης 7181/2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 2857/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που την έκανε δεκτή και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση κατά την απορριπτική του επίμαχου αιτήματος διάταξή της, διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Μετά δε την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλομένη από την ενάγουσα υπ' αριθμ. 5127/2011 απόφαση του Εφετείου, με την οποία α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων Α. Β. και β) αφού κρίθηκε ότι δεν υπάρχει απρόβλεπτη επιδείνωση του τραύματος της ενάγουσας και ότι αυτή εξαρχής γνώριζε τις επιπτώσεις που θα είχε στην υγεία της ο τραυματισμός της, έγινε δεκτή η πρωτοδίκως και κατ' έφεση προταθείσα από την ασφαλιστική εταιρία ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας και απορρίφθηκε η από 7.12.2004 προαναφερόμενη αγωγή κατ' αυτής (ασφαλιστικής εταιρίας). Ειδικότερα, από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε ότι η παραγραφή άρχισε στις 12.10.1997, οπότε συνέβη το αυτοκινητικό ατύχημα, εξαιτίας του οποίου προκλήθηκε η βλάβη της υγείας της ενάγουσας και ότι έκτοτε και μέχρι του χρόνου άσκησης της ως άνω αγωγής κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία επιδόθηκε σ' αυτή στις 21.3.2005, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από επτά έτη. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και εφόσον α) κρίθηκε ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας ήταν προβλέψιμη και β) η υπ' αριθμ. 4332/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 8.6.1998 αρχικής αγωγής της αναιρεσείουσας ενάγουσας, έγινε τελεσίδικη στις 17.7.2000, οπότε δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ 6536/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την κατ' αυτής (δηλ. της 4332/1999) από 26.11.1999 έφεση της ενάγουσας, δηλαδή τελεσιδίκησε εντός του χρόνου της προβλεπόμενης από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετίας για την παραγραφή της αξίωσης, αυτή (αξίωση) υπήχθη στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία δεν είχε παρέλθει μέχρι την άσκηση της από 7.12.2004 αγωγής. Κατά συνέπεια το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας υπάγεται στην πενταετή παραγραφή (και όχι στην εικοσαετή τοιαύτη) και το οποίο με βάση την κρίση του αυτή έκανε δεκτή την σχετική ένσταση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και απέρριψε την από 7.12.2004 αγωγή της ενάγουσας, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 § 1 και 268 § 1 του ΑΚ. Γι' αυτό και πρέπει ο ταύτα υποστηρίζων και επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. θεμελιούμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η από 7.12.2004 αγωγή κατά το κεφάλαιο - αίτημα που αφορά αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 535 ΚΠολΔ το Εφετείο μετά την εξαφάνιση, κατ' αποδοχήν ως βασίμου λόγου έφεσης, της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει εξ υπαρχής την αγωγή και αποφασίζει για όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν παραδεκτώς και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτέλεσε κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης κλπ. "Αδίκαστη" δε θεωρείται ότι έμεινε η αίτηση όταν στο αίτημα αυτό δεν αποφάνθηκε το δικαστήριο, στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού (ΑΠ 42/2007). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την σωρευόμενη στο δικόγραφο της από 7.12.2004 αγωγής πλαγιαστική αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, με αντικείμενο την εκ της ασφαλιστικής σύμβασης αξίωση του ασφαλισμένου της εταιρίας και οφειλέτη αυτής (ενάγουσας) και αίτημα την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στον οφειλέτη της ενάγουσας το ποσό το οποίο εκείνος όφειλε να καταβάλει σ' αυτήν. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των υπ' αριθμ. 2857/2008 και 5127/2011 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει, ότι, ενώ η πρώτη τούτων εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2203/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απέρριψε ως αόριστες τις από 17.3.2005 και 7.12.2004 αγωγές ως προς το εκ του άρθρου 931 ΑΚ κονδύλιο των 200.000 ευρώ και αναβάλλοντας να αποφανθεί επί της ουσίας των αγωγών διέταξε ιατρική πραγματογνωμοσύνη, εντούτοις η δεύτερη από αυτές (αναιρεσιβαλλόμενη) ουδέν απολύτως διαλαμβάνει στις αιτιολογίες ή στο διατακτικό της περί της προαναφερόμενης πλαγιαστικής αγωγής, μη δυναμένου να θεωρηθεί ότι η αναφερόμενη στο σκεπτικό και στο διατακτικό αυτής απόρριψη της από 7.12.2004 αγωγής διαλαμβάνει και την σωρευόμενη στο δικόγραφο αυτής ως άνω πλαγιαστική αγωγή. Τούτο δε προεχόντως ενόψει του ότι ουδεμία περί της πλαγιαστικής αγωγής μνεία γίνεται σε οποιοδήποτε σημείο αυτής. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ. κατά το βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος που άφησε αδίκαστη την σωρευόμενη στο δικόγραφο της ως άνω αγωγής πλαγιαστική αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας. Συνοψίζοντας λοιπόν, όλα όσα προαναφέρθηκαν πρέπει, κατ' αποδοχή των προαναφερομένων δύο λόγων της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρ. 179, 183 Κ.Πολ.Δ., όπως το πρώτο τούτων ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 § 2 του Ν. 2915/2001).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5127/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα εις το σκεπτικό ειδικότερον εκτιθέμενα.- Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.- Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ