Αριθμός 1185/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙNTERLIFE ΑΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12-1-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Δ., 2) Α. συζ. Κ. Γ., το γένος Ν. Μ., 3) Θ. Γ. του Κ. και 4) Ι. χας Ν. Μ., το γένος Ν. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 6-11-2015, 23-1-2017 και 17-7-2017 αγωγές άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2608/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4456/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-12-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 31-12-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1113/110/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4456/2-7-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2608/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 25-1-2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των Β. Π., Ν. Π. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) και της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της κόρης, αδελφής και εγγονής τους Ι. Γ., επιβάτιδας του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ανήκε στην κυριότητα του δεύτερου, από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγησή του και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη, αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, που επήλθε κατά την εμπλοκή του εν λόγω αυτοκινήτου στο σ' αυτή περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 2608/2018 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή με αγωγές άλλων φυσικών και νομικών προσώπων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) και έκρινε, σε σχέση με τον επελθόντα θάνατο της Ι. Γ., ως αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του αυτοκινήτου στο οποίο αυτή επέβαινε (Β. Π.), επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ποσού 150.000 ευρώ για καθέναν από τους γονείς, 100.000 ευρώ για την αδελφή και 35.000 ευρώ για τη γιαγιά της. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 27-12-2018 έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 4456/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε, ομοίως προς το πρωτοβάθμιο, ως αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου Β. Π. και καθορίστηκε η εύλογη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων στα ποσά των 120.000 ευρώ για καθέναν των πρώτου και δεύτερης (γονέων), των 80.000 ευρώ για την τρίτη (αδελφή) και των 20.000 ευρώ για την τέταρτη (γιαγιά). Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015). Και αυτό, γιατί μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2020, ΑΠ 604/2018). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στα μέλη της οικογένειας της θανατωθείσας Ι. Γ., κατ' άρθρ. 932 του ΑΚ, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 12-12-2014 και ώρα 18.20, στη Νέα Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας και συγκεκριμένα στο 61ο χιλ. αυτής, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, συνέβη πολλαπλό τροχαίο ατύχημα...ο Β. Π. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Ν. Π. και ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία INTERLIFE AAEΓΑ (αναιρεσείουσα)...λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, εκτρέπεται της πορείας του με τροχοπέδηση και ελιγμό προς τα δεξιά και προσκρούει στο τσιμεντένιο διαχωριστικό της νησίδας άκρα δεξιά, ανυψώνεται και στη συνέχεια περιστρέφεται αριστερά και προσκρούει αρχικά στην πίσω άνω αριστερή γωνία του τουριστικού λεωφορείου (...) με την πίσω αριστερή του πλευρά. Στη συνέχεια καταλήγει στην τελική του θέση να βρίσκεται με τον πίσω αριστερό του τροχό επάνω στην εμπρός πλευρά του αυτοκινήτου του Ε. Κ. (... ΙΧΕ) και η εμπρόσθια πλευρά να είναι επάνω στο τσιμεντένιο διαχωριστικό. Η αυξημένη ταχύτητα με την οποία κινούνταν το αυτοκίνητο του Β. Π. ήταν καθοριστικός παράγοντας για τη σφοδρότητα πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος...Λόγω της σφοδρότητας της...σύγκρουσης η επιβάτις του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Β. Π. Ι. Γ. τραυματίστηκε θανάσιμα...Αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου Β. Π....Η θανούσα ήταν κόρη του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδελφή της τρίτης ενάγουσας και εγγονή της τέταρτης ενάγουσας της από 25-1-2017 αγωγής (αναιρεσιβλήτων). Συνδεόταν με τους ενάγοντες με δεσμούς αγάπης και αλληλεγγύης. Λόγω της νεαρής ακόμα ηλικίας της δεν είχε δημιουργήσει δική της οικογένεια. Με βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, την ηλικία της θανούσας (28 ετών), τον πόνο και την θλίψη των εναγόντων από το θάνατό της, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, θα πρέπει να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες ύψους 120.000 ευρώ για τον πρώτο και την δεύτερη ενάγουσα, 80.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα και 20.000 ευρώ για την τέταρτη ενάγουσα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε αντίστοιχα τα ποσά των 150.000 ευρώ, 100.000 ευρώ και 35.000 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς θα πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της ασφαλιστικής εταιρείας ως ουσιαστικά βάσιμος...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 27-12-2018 έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και ερεύνησε εκ νέου την από 25-1-2017 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε αυτή εν μέρει, επιδικάζοντας στους τελευταίους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων στα εν λόγω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και, καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του μέλους της οικογένειάς τους Ι. Γ. τα ποσά αυτά, τα οποία, όμως, είναι δυσανάλογα μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών. Κατά το άρθρο 346 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρύθμιση, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά όταν το δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, ο τόκος υπερημερίας πρέπει να επιδικάζεται κατ' εξαίρεση μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1059/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει τα ως άνω ποσά χρηματικής ικανοποίησης στους αναιρεσιβλήτους με το νόμιμο τόκο επιδικίας, απορρίπτοντας το νομίμως υποβληθέν αίτημά της περί εξαίρεσης από αυτούς, αν και η αντιδικία της ήταν εύλογη, καθόσον η έφεσή της έγινε δεκτή και μειώθηκαν τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά, ενώ η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται κατ' εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 346 εδ. δ'και ε' του ΑΚ αλλά και εκ πλαγίου, γιατί διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "Από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ασφαλιστική εταιρεία εξακολουθεί να αντιδικεί ακόμα και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας για τα αγωγικά κονδύλια, ενώ δεν έχει αναγνωρίσει δικαστικά ή εξώδικα την οφειλή της ούτε έχουν συμβιβαστεί με τους ενάγοντες. Η εκκαλούμενη απόφαση που στην ίδια κρίση κατέληξε και επιδίκασε τα οφειλόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο επιδικίας, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, ο δε περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε τον πέμπτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του αιτήματός της για την εξαίρεση από τον τόκο επιδικίας και την επιδίκαση τόκου υπερημερίας λόγω του εύλογου της αντιδικίας της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 346 του ΑΚ, καθόσον, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ότι δεν συντρέχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική του ευχέρεια, την εφαρμογή των διατάξεων των εδαφίων δ' και ε' του άρθρου 346 του ΑΚ. Η ως άνω δε αιτιολογία της προσβαλλομένης, ως προς την απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσείουσας για εξαίρεσης αυτής από τους τόκους επιδικίας, ότι η τελευταία αντιδικεί όχι εύλογα, είναι επαρκής χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση, ενώ ουδεμία αντίφαση προκύπτει εκ της διαλαμβανόμενης ως προς τον καθορισμό (μείωση) των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσιβλήτων αιτιολογίας σε σχέση με εκείνη ως προς την απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσείουσας για εξαίρεση από τους τόκους επιδικίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 579 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο 'Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του έως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλομένης, να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της επιστρέψουν τα ποσά που εισέπραξαν σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλομένης. Μετά όμως την απόρριψη της αναίρεσης στο σύνολό της δεν συντρέχει λόγος έρευνας της αίτησης επαναφοράς και, συνεπώς, η τελευταία καθίσταται απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου. Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-12-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1113/110/2021) αίτηση για αναίρεση της 4456/2-7-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ