Αριθμός 1007/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ο. Ε. με την επωνυμία «Β.. Κ. Μ.. Ξ. Κ. Σ. Ο..Ε.., που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Ξ. του Βασιλείου, 3) Β. Ξ. του Μ., 4) Μ. συζύγου Β. Ξ., το γένος Λ. Α., κατοίκων Πειραιώς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Βαλεντίνα Ανδρικοπούλου, που ανακάλεσε την από 3/3/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: Τ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Μαργαρίτη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5179/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 435/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/11/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 16-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 435//2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την από 28-12-2018 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 5179/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 27-10-2014 αγωγή της αντιδίκου τους, για απόδοση του αχρεωστήτως καταβληθέντος τιμήματος πωλήσεως ακινήτου, μετά από μείωση του συμφωνημένου λόγω ελαττωμάτων του πωληθέντος, υποχρεώνοντας τους ίδιους να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 28.000 ευρώ, ως και το ποσό των 2.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της λόγω της εις βάρος της αδικοπραξίας τους. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' εδ. δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της και προκειμένου για ακίνητο πρέπει να καλύπτει τόσο την μεταβιβαστική της κυριότητάς του εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή ως προς το πράγμα και το τίμημα. Όμως η μη τήρηση του τύπου ως προς μέρος του τιμήματος ακινήτου, όπως στην περίπτωση που αυτό συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που εικονικά (άρθρ. 138 ΑΚ) αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν καθιστά άκυρη την όλη σύμβαση, αλλά άκυρη είναι μόνον η συμφωνία για το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, όπως αυτό συνάγεται από τη διάταξη του άρθρ. 13§3 του ν. 1587/1950, κατά την οποία: "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφωνήθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος νόμου, είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθή υπ` όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ` οιασδήποτε ετέρας Αρχής". Με τη διάταξη, δηλαδή, αυτή ρητώς περιορίσθηκε η ακυρότητα της πωλήσεως ακινήτου μόνο στην άτυπη συμφωνία για καταβολή τιμήματος μεγαλύτερου από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο, χωρίς κατά τα λοιπά να επηρεάζεται το κύρος της πωλήσεως υπό το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο εικονικό τίμημα (Α.Π.57/2019, Α.Π. 543/1996). Επομένως, αν το επιπλέον αυτό τίμημα έχει ήδη καταβληθεί, δύναται μεν ο αγοραστής να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όμως μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, διότι εφόσον ανταποκρίνεται σ` αυτή, δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός του πωλητή, παρά το ότι αποτελεί περιουσιακή επίδοση χωρίς νόμιμη αιτία (ΟλΑΠ 560/1974, Α.Π.57/2019, Α.Π.1126/2002, Α.Π.1566/2001, Α.Π.543/1996). Συνεπώς, δεν στερείται έννομων συνεπειών η άτυπη συμφωνία πωλητή και αγοραστή ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα υπολείπεται του πραγματικού και δύναται, χωρίς εμπόδιο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρ. 13 §3 ν.1587/1950, να γίνει επίκληση της άκυρης για το επιπλέον τίμημα συμφωνίας, εφ` όσον από την επίκλησή της δικαιολογείται έννομο συμφέρον προκειμένου να προταθεί ή να αποκρουσθεί η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 560/1974, Α.Π.57/2019, Α.Π. 543/1996). Η απόδειξη της συμφωνίας αυτής δεν επιτρέπεται να γίνει με τη χρήση αντεγγράφου, το οποίο από την ίδια ως άνω διάταξη χαρακτηρίζεται ως άκυρο και απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, όμως τα λοιπά αποδεικτικά μέσα είναι επιτρεπτά και η απόδειξη της συμφωνίας δεν συνιστά ανεπίτρεπτη απόδειξη κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου ή τροποποιητικής αυτού συμφωνίας, αφού δεν αμφισβητείται το περιεχόμενό του, όπως εξωτερικώς έχει, αλλά η σπουδαιότητα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών ως προς το ύψος του τιμήματος, γι` αυτό και δεν ισχύουν οι περιορισμοί των άρθρ. 164 ΑΚ και 393, 441 ΚΠολΔ (Α.Π.57/2019, Α.Π. 656/2014, Α.Π.1320/2011). Κατά την ίδια έννοια δεν ισχύουν οι περιορισμοί αυτοί και προκειμένου για την απόδειξη της αγοραίας αξίας του πωληθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, εφ` όσον και πάλι η απόδειξη δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου, ούτε αφορά σε τροποποιητική αυτού συμφωνία ( ΑΠ 661/2018). Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 3043/2002 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου πραγματοποίησης της ένδικης σύμβασης πώλησης, προκύπτει ότι επί πώλησης πράγματος, το οποίο κατά το χρόνο της παράδοσης του από τον πωλητή στον αγοραστή έχει πραγματικά ελαττώματα, παρέχεται στον αγοραστή το δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα. Ειδικότερα, η άσκηση του δικαιώματος μείωσης του τιμήματος, αντικείμενο και αίτημα έχει τη μείωση αυτού κατά τη διαφορά της αξίας του πράγματος με και χωρίς το ελάττωμα, οπότε η σύμβαση ανατρέπεται στο βαθμό που μειώνεται η υποχρέωση του αγοραστή ως προς το τίμημα (Α.Π.796/2015, Α.Π. 1730/2001), η άσκηση δε του δικαιώματος αυτού γίνεται είτε με δήλωση του αγοραστή, η οποία από την περιέλευση στον πωλητή επιφέρει τη διαμόρφωση του μειωμένου τιμήματος, είτε με σχετική αγωγή, είτε κατ' ένσταση (ΑΠ 754/2005). Ειδικότερα, για να διαφυλάσσεται η περί του τιμήματος συμβατική βούληση, ο προσδιορισμός της μείωσης της αξίας του πράγματος από την παραπάνω αιτία υπολογίζεται με βάση την αναλογική σχέση, που υπάρχει, κατά το χρόνο μετάστασης του κινδύνου, μεταξύ της αγοραίας τιμής του ελαττωματικού πράγματος και αυτής χωρίς ελαττώματα οπότε το αντίστοιχο προς αυτήν ποσό αφαιρείται από το τίμημα που συμφωνήθηκε (Α.Π.796/2015, Α.Π. 860/2014, Α.Π. 1442/2012, A.Π. 1373/2010, Α.Π. 1468/1998, Α.Π. 642/1992, Α.Π.127/1991). Το ακριβές ύψος της μειώσεως του τιμήματος προσδιορίζεται κατά τη μέθοδο του αποκαλουμένου "σχετικού υπολογισμού", προσδιορίζεται δηλαδή η κατά το χρόνο της πωλήσεως αγοραία αξία του ελαττωματικού πράγματος και η κατά τον ίδιο χρόνο αγοραία αξία του ιδίου πράγματος αλλά χωρίς το ελάττωμα, ούτως ώστε από την αναλογία που θα προκύψει μεταξύ των δύο αξιών να μειώνεται το συμφωνηθέν τίμημα. Η μέθοδος αυτή έχει ως βάση το συμφωνηθέν τίμημα του ελαττωματικού πράγματος και προς εξεύρεση του ζητούμενου, δηλαδή του μειωμένου τιμήματος, χρησιμοποιεί ως συνιστώσες αυτής τα ως άνω μεγέθη και τον μαθηματικό τύπο Χ = Σ χ Ε/Α. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία όπως συνήθως συμβαίνει στις συναλλαγές το συμφωνημένο τίμημα δεν συμπίπτει με την αγοραστική αξία του πωληθέντος, εφαρμόζεται η πιο πάνω σχετική μέθοδος, η οποία έχει σαν βάση το συμφωνημένο τίμημα και προς εξεύρεση του ζητούμενου, δηλ. του μειωμένου χρησιμοποιεί σαν βοηθητικά μεγέθη την πραγματική αγοραία αξία του πράγματος και την αξία αυτού μετά την μείωση που υφίσταται τούτο από τις ελλείψεις (Α.Π.796/2015, Α.Π.1442/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π.141/2021, ΑΠ 259/2019, Α.Π.319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006, Ολ.Α.Π.1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης αγωγής και τη βασιμότητα των λόγων της έφεσης των αναιρεσειόντων, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, μετά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ.. Σ.. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα αγόρασε από την πρώτη εναγομένη-τεχνική εταιρία, με αντικείμενο την ανέγερση πολυόροφων οικοδομών-πολυκατοικιών, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι και διαχειριστές είναι οι λοιποί εναγόμενοι, την υπό στοιχεία "Γ-2" οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του τρίτου ορόφου επί πολυώροφης πολυκατοικίας, κειμένης στον Πειραιά και επί των οδών ... ... και το οποίο αποτελείται από καθιστικό, τραπεζαρία και κουζίνα σε ενιαίο χώρο, ένα κοιτώνα και λουτρό, έχει επιφάνεια 57,36 τ.μ., επιφάνεια ημιυπαιθρίων χώρων 15,18 τ.μ.......Η αξία της ανωτέρω οριζοντίου ιδιοκτησίας-διαμερίσματος, κατά το χρόνο της εν λόγω αγοραπωλησίας και κατά το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, ανερχόταν στο ποσό 63.155 ευρώ, ....ωστόσο το τίμημα που έλαβε η πρώτη εναγόμενη για την ανωτέρω πώληση ανήλθε στο ποσό των 140.000 ευρώ, το οποίο τίμημα αντιστοιχεί στην αγοραία αξία της ανωτέρω πωληθείσας οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Το ανωτέρω τίμημα κατέβαλε η ενάγουσα στον εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης στις 30-10-2009 δια τριών τραπεζικών επιταγών συνολικού ποσού 89.500 ευρώ, ποσού 21.000, 2.200 και 66.300 ευρώ αντίστοιχα, ενώ το εναπομένον ποσό έως τις 148.000 ευρώ καταβλήθηκε σε μετρητά στην πρώτη εναγόμενη, νομίμως εκπροσωπούμενη. Ως προς το ζήτημα του πραγματικά καταβαλλομένου τιμήματος της πώλησης της ανωτέρω οριζοντίου ιδιοκτησίας οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους αναφέρουν απλώς το αναφερόμενο στο ανωτέρω συμβόλαιο τίμημα των 63.155 ευρώ που ανταποκρίνεται στην αντικειμενική αξία του διαμερίσματος.........ουδόλως αμφισβητούν ειδικά την αγοραία αξία των 140.000 ευρώ, το οποίο για φορολογικούς λόγους δεν εμφανίσθηκε στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μολονότι δεν έχει προβλεφθεί στην οικοδομική άδεια η κατασκευή τζακιού, η πρώτη εναγόμενη τοποθέτησε τζάκι σε όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας μεταγενέστερα κατά την κατασκευή τους και όταν η ενάγουσα αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα, γνώριζε κατά την επίσκεψη στο ακίνητο και από τις επαφές με τους εναγόμενους ότι αυτό διέθετε και λειτουργικό τζάκι, που είχε κατασκευαστεί άρτια και ότι είχε τη δυνατότητα να λειτουργήσει καταλλήλως. Ωστόσο το τζάκι που είχε τοποθετηθεί από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία, ως κατασκευάστρια, στο προαναφερόμενο διαμέρισμα ήταν ελαττωματικό και ακατάλληλο για τη χρήση για την οποία προοριζόταν. Ειδικότερα όταν η ενάγουσα επιχείρησε για πρώτη φορά να θέσει σε λειτουργία το τζάκι του διαμερίσματος της, κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010, στάθηκε αδύνατο να λειτουργήσει, γιατί η καμινάδα δεν απορροφούσε τον καπνό. Όταν επικοινώνησε με τους εναγόμενους, ομορρύθμους εταίρους και τους ενημέρωσε για το πρόβλημα, εκείνοι την καθησύχασαν ότι το τζάκι δεν είχε πρόβλημα, αλλά η μη απορρόφηση του καπνού οφείλονταν προφανώς στον καιρό και συγκεκριμένα στην κατεύθυνση των ανέμων και την προέτρεψαν ν' ανάψει το τζάκι της ξανά όταν αλλάξει φορά ο άνεμος. Επίσης, κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2011 διαπίστωσε ότι υπήρχε έντονη μυρωδιά καπνού στο διαμέρισμά της, καίτοι το τζάκι της δεν είχε τεθεί σε λειτουργία και πληροφορήθηκε ότι ο ένοικος του διαμερίσματος Α-2 του πρώτου ορόφου, το οποίο διέθετε επίσης τζάκι, επιχειρούσε ν' ανάψει για πρώτη φορά το τζάκι του διαμερίσματος του. Μάλιστα αφού επικοινώνησε με τους εκπροσώπους της πρώτης εναγόμενης, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων και αφού οι τελευταίοι αρχικώς την καθησύχασαν, εν τέλει αυτοί έκλεισαν το στόμιο του εξωτερικού τμήματος της καμινάδας του διαμερίσματος της με μια πλαστική σακούλα σκουπιδιών, χωρίς όμως και πάλι να σταματήσει η εισροή καπνού μέσα στο διαμέρισμά της. Ακολούθως, ο δεύτερος των εναγομένων επισκέφθηκε εκ νέου το διαμέρισμά της, μαζί με τον τεχνίτη που τοποθέτησε τις γυψοσανίδες στα τζάκια, ο οποίος άνοιξε μια θυρίδα στην πλαϊνή πλευρά της κατασκευής του τζακιού, κόβοντας τη γυψοσανίδα, και προσπάθησε από εκεί να ελέγξει το εσωτερικό της κατασκευής χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Με τον τρόπο αυτό μάλιστα η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι μέσα από την κατασκευή του τζακιού της διέρχονταν και οι καμινάδες των τζακιών των διαμερισμάτων Α-2 και Β-2 της πολυκατοικίας και ακολούθως οι εναγόμενοι, σε συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη του Α-2 διαμερίσματος, δέχθηκαν και επιμηκύνθηκε η καμινάδα του διαμερίσματος Α-2, με την τοποθέτηση ενός λαιμού (κομμάτι σωλήνα), που την απομάκρυνε λίγο από την καμινάδα του δικού της διαμερίσματος. Ακολούθησε καθαρισμός της καμινάδας του τζακιού του Α-2 διαμερίσματος από ειδικό συνεργείο, που ήλεγξε και το δικό της τζάκι και τις επόμενες ημέρες-και παρά το γεγονός ότι ολόκληρο το τζάκι της ήταν πλέον καλυμμένο με διπλό στρώμα πλαστικού- στο διαμέρισμά της συνέχιζε να υπάρχει η δυσάρεστη οσμή καπνού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δυνάμει της από 20-4-2011 εξώδικης πρόσκλησης-δήλωσης και διαμαρτυρίας, την οποία κοινοποίησε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία την ιδία ημέρα, την καλούσε όπως εντός 15 ημερών από τη λήψη της προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την πλήρη αποκατάσταση των ελαττωμάτων και προβλημάτων στην ιδιοκτησία της με τεχνικό συνεργείο, ώστε να μην εισέρχονται οι εκπομπές τρίτων στο διαμέρισμά της, αφετέρου να λειτουργεί προσηκόντως και αποτελεσματικώς το τζάκι της. Ωστόσο, οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στην εν λόγω έγγραφη πρόσκλησή της τους επόμενους μήνες. Σημειωτέον ότι με την επίδοση στην πρώτη εναγόμενη της εξώδικης δήλωσης το δικαίωμα επιλογής της ενάγουσας δεν αναλώθηκε, διότι δεν υπήρξε εκούσια διόρθωση του τζακιού από την πρώτη εναγόμενη. Επιπροσθέτως κατόπιν έρευνας στο αρχείο της Πολεοδομίας Πειραιά, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι η κατασκευή του τζακιού στο διαμέρισμά της ήταν και αυθαίρετη, αφού, τόσο το δικό της τζάκι όσο και αυτά των διαμερισμάτων Α-2 και Β-2, δεν προβλέπονταν στα σχέδια και τις μελέτες της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής αδείας, δυνάμει της οποίας οικοδομήθηκε η συγκεκριμένη πολυκατοικία....... Ήδη στις 2-11- 2011, δηλαδή μετά την άσκηση της ως άνω αγωγής της, όταν ο ένοικος του διαμερίσματος Β-2 του δευτέρου ορόφου, το οποίο είχε πωληθεί το καλοκαίρι του 2011 και άρχισε να κατοικείται, έθεσε σε λειτουργία για πρώτη φορά το τζάκι στο εν λόγω Β-2 διαμέρισμα, το διαμέρισμα της ενάγουσας γέμισε καπνό και την ιδία ημέρα η ενάγουσα αναγκάστηκε να μεταβεί για νοσηλεία στο νοσοκομείο "Η Σωτηρία" λόγω δύσπνοιας μετά από εισπνοή καπνού και έλαβε θεραπεία οξυγόνου και φαρμακευτική αγωγή ......Εξάλλου κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. ... καταγγελίας ακολούθησε την 24-11-2011 έλεγχος στο διαμέρισμα της ενάγουσας από την αρμόδια Πολεοδομία Πειραιά και δυνάμει της υπ' αριθμ. ... έκθεσης αυτοψίας, διαπιστώθηκε "αυθαίρετη τοποθέτηση τζακιού στο διαμέρισμά της και ειδικότερα ότι το ανωτέρω τζάκι ήταν κατασκευασμένο από γυψοσανίδα και η καμινάδα του ήταν μεταλλική και χωρίς μόνωση, η οποία, διερχόμενη από τα υπερκείμενα διαμερίσματα, απολήγει στον εξώστη του Δ' ορόφου, μέχρι το ύψος του στηθαίου του Ε' ορόφου, καθ' υπέρβαση της ... οικοδομικής αδείας και αλλάζοντας και την όψη αυτής". Επίσης στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας αναγράφεται ότι η ανωτέρω αυθαίρετη κατασκευή υλοποιήθηκε από τον ιδιοκτήτη - κατασκευαστή της ανωτέρω πολυκατοικίας «Β. & Μ. Ξ. & Σ. Ο..»Ε.. Επιβλήθηκαν δε πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης. Παράλληλα με τις υπ' αριθμ. 87/2011 και 88/2011 εκθέσεις αυτοψίας των οργάνων της ιδίας Πολεοδομίας Πειραιά διαπιστώθηκε, επίσης, η αυθαίρετη τοποθέτηση των τζακιών στα διαμερίσματα Α-2 και Β-2 της επίδικης πολυκατοικίας. Επίσης, κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 η ενάγουσα απευθύνθηκε σε διάφορους τεχνίτες τζακιών και οι γνώμες όλων συνέκλιναν στο ότι το συγκεκριμένο τζάκι για να καταστεί στοιχειωδώς λειτουργικό χρειαζόταν εκτεταμένη επισκευή- ανακατασκευή και το εσωτερικό τμήμα του και η καμινάδα του και έπρεπε να μονωθούν με κατάλληλα υλικά και τεχνικά άρτιο τρόπο. Ωστόσο, όσον αφορά το αυθαίρετο της κατασκευής, υπήρχε πρόβλημα νομιμοποίησης και δεν μπορούσε καν να τακτοποιηθεί, διότι το εξωτερικό τμήμα της καμινάδας, τόσο του δικού της τζακιού όσο και των διαμερισμάτων Α-2 και Β-2, κατέληγε στον εξώστη του Δ' ορόφου, μέχρι το ύψος του στηθαίου του Ε' ορόφου, ενώ κατά νόμο αλλά και για τη σωστή λειτουργία του τζακιού θα έπρεπε να ανυψωθεί τουλάχιστον κατά 0,40 μ. έως 1,00 μ. από το ψηλότερο σημείο της οικοδομής, με τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, πράγμα που δεν υπήρξε. Εν τέλει, την 11-5-2012 η ενάγουσα προέβη σε καθαίρεση ολόκληρης της αυθαίρετης κατασκευής του τζακιού από το ως άνω διαμέρισμα της, (βλ. την υπ' αριθμ. 5859/1115/6-7-2012 πράξη συμμόρφωσης ως προς την υπ' αριθμ. ... έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομίας Πειραιά). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την αποξήλωση της κατασκευής του τζακιού στο διαμέρισμα της ενάγουσας διενεργήθηκε αυτοψία από τον Κ. Κ. και διαπιστώθηκε ότι το σύνολο των δομικών και άλλων στοιχείων της συγκεκριμένης κατασκευής τζακιού δεν εξασφάλιζαν την επαγωγή των καυσαερίων στον αέρα και την καλή λειτουργία της, με αποτέλεσμα να καθιστούν τη χρήση της κατασκευής προβληματική και επικίνδυνη για την υγεία των ενοίκων του διαμερίσματος λόγω των εισερχομένων καυσαερίων. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι η κατασκευή του τζακιού περιελάμβανε καπνοδόχο μεταλλική, η οποία δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ασφαλείας, διότι επρόκειτο για μεταλλική καπνοδόχο ελικοειδούς ραφής, όχι ανοξείδωτη, χαμηλού δείκτη πυραντίστασης, μικρής αντοχής σε συνθήκες που δημιουργούνται από τυχόν ανάφλεξη αποθέσεων στο εσωτερικό της καπνοδόχου και χωρίς οποιαδήποτε μόνωση, χωρίς μόνωση καπναερίων, χωρίς στηρίγματα στον τοίχο κατά τη διαδρομή της, ότι οι διερχόμενες πίσω από την κατασκευή σωλήνες- καπνοδόχοι από τα υποκείμενα διαμερίσματα α' και β' ορόφου είναι ελικοειδούς ραφής, μονές αντί διπλές, στις ενώσεις δεν έφεραν σφιγκτήρα ούτε σφράγιση με ειδική πυράντοχη μαστίχη-σιλικόνη και τα τοιχώματά τους δεν είχαν επαρκώς στεγανοποιηθεί, ώστε να μη διαφεύγουν τα καυσαέρια, ότι το λειτουργικό μέρος του τζακιού, δηλαδή η εστία και ο αεροθάλαμος που ήταν μεταλλικός δεν είχαν στις ενώσεις ειδική πυρίμαχη μαστίχη και κορδόνι πυράντοχο, ούτε στηριζόταν σε σταθερή, χτιστή βάση από τούβλο και μπετόν, αλλά μόνο σε μεταλλικά πόδια (όπως στις εκθέσεις), με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά ευάλωτα σε διαφυγή καυσαερίων. Επίσης, διαπιστώθηκε από τον διενεργήσαντα την αυτοψία ότι η κατασκευή που κάλυπτε την εστία του τζακιού έγινε με μονή γυψοσανίδα και δεν έφερε κανενός είδους προβλεπόμενη μόνωση, όπως π.χ. επένδυση με πετροβάμβακα με αλουμίνιο και τέλος διαπιστώθηκε η παντελής έλλειψη αερισμού του χώρου του τζακιού, ήτοι η απαιτούμενη για τη σωστή του λειτουργία οπή διαμέτρου 10 εκατοστών..... Επιπροσθέτως αποδείχθηκε ότι μετά την καθαίρεση ολόκληρης της ως άνω κατασκευής από το διαμέρισμα της ενάγουσας (τζάκι και καμινάδες), σταμάτησαν τα προβλήματα διαρροής καπναερίων εντός αυτού... Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το επίδικο Γ-2 διαμέρισμα που πώλησε η πρώτη εναγομένη στην ενάγουσα και ιδιαίτερα η περιεχόμενη σ' αυτό κατασκευή του τζακιού και η κατασκευή των ως άνω καμινάδων, κατά το χρόνο της πώλησης, έφεραν τα αναλυτικώς ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά κατασκευαστικά ελαττώματα, τα οποία κατέστησαν τη λειτουργία του τζακιού του διαμερίσματος αυτής αδύνατη αλλά και τη γενικότερη χρήση του έντονα προβληματική και επικίνδυνη για την υγεία της ενάγουσας, λόγω της έντονης διαρροής καπναερίων τόσο κατά τη λειτουργία του από την ενάγουσα όσο και χωρίς αυτό να λειτουργεί κατά τη λειτουργία των τζακιών των υποκείμενων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας. Κατόπιν των ανωτέρω, λόγω της ύπαρξης των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων, κατά τη μετάθεση του κινδύνου, που καθιστούσαν το τζάκι και την καμινάδα του διαμερίσματος μη ανταποκρινόμενα στη σύμβαση, διότι αυτά δεν ήταν κατάλληλα για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως τα πράγματα της ιδίας κατηγορίας, τα οποία (πραγματικά ελαττώματα), εξάλλου, επιδρούν δυσμενώς στη συνολική αξία του διαμερίσματος, η ενάγουσα δικαιούται μείωση του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος της. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η αντικειμενική αξία του πωληθέντος στην ενάγουσα διαμερίσματος, χωρίς το ανωτέρω αναφερόμενο ελάττωμα, ανερχόταν στο ποσό των 63.155 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος της με το ανωτέρω αναφερόμενο ελάττωμα, κατέρχεται κατά ποσοστό 20% και ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των (63.155 X 20%=) 50.524 ευρώ, δεδομένου ότι ένα τζάκι αφενός παρέχει χρηστικότητα για οικονομική θέρμανση του χώρου, αφετέρου αναβαθμίζει αισθητικά το χώρο του καθιστικού και την ποιότητα διαβίωσης και αυξάνει εν γένει την αγοραία αξία του διαμερίσματος. Για το λόγο αυτό, λόγω της μεγάλης ζήτησης καταναλωτών που ενδιαφέρονταν για την αγορά καινούργιων διαμερισμάτων, μόνο εφόσον το διαμέρισμα διέθετε και τζάκι, παρεχόταν σε μεγάλο ποσοστό στις νεόδμητες πωλούμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες ως πρόσθετη παροχή η κατασκευή τζακιού και επομένως δικαιολογείται με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας η μείωση της αξίας του διαμερίσματος της ενάγουσας εκ της ύπαρξης ελαττωματικού τζακιού κατά ποσοστό 20%. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, η αγοραία αξία του διαμερίσματος της ενάγουσας ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης αυτού, στο ποσό των 140.000 ευρώ. Ειδικότερα δεδομένου ότι το σύμφωνημένο τίμημα δεν συμπίπτει με την αγοραστική αξία του πωληθέντος, εφαρμόζεται η σχετική μέθοδος που αναφέρεται στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, η οποία έχει σαν βάση το συμφωνημένο τίμημα και προς εξεύρεση του ζητούμενου χρησιμοποιεί σαν επιβοηθητικά μεγέθη την πραγματική αγοραία αξία του πράγματος και την αξία αυτού μετά τη μείωση και ειδικότερα σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο Χ=Σ X Ε/Α, ........προκειμένου να διαφυλάσσεται η περί του τιμήματος συμβατική βούληση και ως εκ τούτου το μειωμένο πραγματικό (αγοραίο) τίμημα ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 112.000 ευρώ [140.000 € X (50.524 / 63.155 ευρώ). Συνεπώς, ενόψει του ότι το συνολικό τίμημα της αγοραίας αξίας του διαμερίσματος των 140.000 ευρώ εξοφλήθηκε ολοσχερώς εκ μέρους της ενάγουσας, μετά την άσκηση εκ μέρους της με την ένδικη αγωγή του δικαιώματος μείωσης του τιμήματος, η πρώτη εναγόμενη κατέστη αδικαιολόγητα και χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας και μετά την ανωτέρω μείωση του τιμήματος του διαμερίσματος οφείλει να επιστρέψει κατ' άρθρο 904 ΑΚ και να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (140.000- 112.000=) 28.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επίσης οι λοιποί εναγόμενοι, ευθύνονται για τα χρέη της πρώτης εναγομένης ως ομόρρυθμοι εταίροι αυτής αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτή. Περαιτέρω οι εναγόμενοι και η πρώτη εναγομένη νομίμως εκπροσωπούμενη, μολονότι γνώριζαν ή έστω βασίμως είχαν την υποψία ότι οι συγκεκριμένες επίδικες κατασκευές έφεραν τα προεκτεθέντα πραγματικά ελαττώματα και από τη χρήση αυτών, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, θα μπορούσαν να προκύψουν όχι μόνο λειτουργικά προβλήματα των κατασκευών αλλά και οι προαναφερόμενοι σοβαρότατοι κίνδυνοι για την υγεία των ενοίκων του συγκεκριμένου διαμερίσματος, δεν τα γνωστοποίησαν στην αγνοούσα αυτά ενάγουσα αγοράστρια κατά το χρόνο της μεταβίβασης, παρά την υποχρέωσή τους προς τούτο από την συναλλακτική καλή πίστη, προκειμένου να συναινέσει η ενάγουσα στην κατάρτιση της συμβάσεως. Η ενάγουσα δε από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν το ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών, του βαθμού υπαιτιότητας των εναγομένων, της βλάβης της υγείας της που προκάλεσε στην ενάγουσα η εισπνοή καπναερίων, της ψυχικής ταλαιπωρίας που αυτή υπέστη, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, κρίνεται ότι πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος α) το αχρεωστήτως ήδη καταβληθέν από την ενάγουσα για την εξόφληση του τιμήματος ποσό των 28.000 ευρώ λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού και δη λόγω ασκήσεως από μέρους της ενάγουσας με την παρούσα αγωγή του δικαιώματος μειώσεως του τιμήματος του διαμερίσματος εξαιτίας των προεκτεθέντων πραγματικών του ελαττωμάτων και β) το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, αμφότερα τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες και αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή τους, κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση διακρίσεις, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, η μεν πρώτη ομόρρυθμη εταιρία ως αντισυμβαλλόμενη πωλήτρια, οι δε λοιποί ως εταίροι της, το ποσό των 28.000 ευρώ, ως απόδοση του αδικαιολογήτου πλουτισμού της, μετά τη μείωση του συνομολογηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος πωλήσεως, εξαιτίας ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πωλήσεως και μετάθεσης του κινδύνου, λόγω συνδρομής των προυποθέσεων των άρθρων 904, 513, 534, 535, 540, 158, 159, 160, 1033 Α.Κ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προυποθέσεις των ως άνω διατάξεων, καθ'όσον η ενάγουσα κατέβαλε αχρεωστήτως στην πρώτη εναγομένη ήδη πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 28.000 ευρώ, κατά το οποίο η τελευταία κατέστη αδικαιολόγητα, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, μετά την μείωση του συνομολογηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος εγκύρου συμβάσεως πωλήσεως συνεπεία ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων του πωληθέντος διαμερίσματος, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πωλήσεως και μετάθεσης του κινδύνου. Τούτο, καθ'όσον έγινε ανελέγκτως δεκτό ότι μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης συνήφθη δυνάμει του υπ'αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Σ. έγκυρη σύμβαση πωλήσεως του επιδίκου διαμερίσματος με αναγραφέν στο συμβόλαιο τίμημα 63.155 ευρώ ισόποσο της αντικειμενικής του αξίας, ότι το πωληθέν διαμέρισμα έφερε τα περιγραφόμενα πραγματικά ελαττώματα κατά το χρόνο πωλήσεως και μεταθέσεως του κινδύνου που μείωναν την αξία του κατά ποσοστό 20% , ότι η αγοραία αξία του χωρίς τα ελαττώματα αυτά, κατά το χρόνο πωλήσεως και μεταθέσεως του κινδύνου, ανερχόταν σε 140.000 ευρώ και με τα επίδικα ελαττώματα σε 112.000 ευρώ, προσδιορίζοντας το ύψος της μειώσεως του τιμήματος με βάση την υφιστάμενη αναλογική σχέση, κατά το χρόνο μετάστασης του κινδύνου, μεταξύ της αγοραίας τιμής του διαμερίσματος με τα ελαττώματα και αυτής χωρίς ελαττώματα και αφαιρώντας αντίστοιχο προς αυτήν ποσό από το τίμημα που συμφωνήθηκε, δηλαδή με χρήση της μεθόδου του αποκαλουμένου "σχετικού υπολογισμού", που χρησιμοποιεί τα άνω μεγέθη ως συνιστώσες, και εφαρμόζεται την προκειμένη περίπτωση, που το συμφωνημένο τίμημα δεν συμπίπτει με την αγοραστική αξία του πωληθέντος, έχει σαν βάση το συμφωνημένο τίμημα και προς εξεύρεση του ζητούμενου, δηλ. του μειωμένου, χρησιμοποιεί σαν βοηθητικά μεγέθη την πραγματική αγοραία αξία του πράγματος και την αξία αυτού μετά την μείωση που υφίσταται τούτο από τις ελλείψεις, ότι το καταβληθέν από την ενάγουσα τίμημα ανερχόταν σε 140.000 ευρώ, ότι η ενάγουσα κατέβαλε αχρεωστήτως στην πρώτη εναγομένη ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, το ποσό των 28.000 ευρώ, κατά το οποίο η τελευταία κατέστη αδικαιολόγητα, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, μετά την μείωση του συνομολογηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος εγκύρου συμβάσεως πωλήσεως συνεπεία ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων του πωληθέντος διαμερίσματος κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πωλήσεως και μετάθεσης του κινδύνου, με αποτέλεσμα με βάση τις παραδοχές αυτές να πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής της ενάγουσας υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες και αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή τους, κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση διακρίσεις, να της καταβάλλουν, εις ολόκληρον καθένας, η μεν πρώτη ομόρρυθμη εταιρία ως αντισυμβαλλόμενη πωλήτρια, οι δε λοιποί ως συνυπόχρεοι εταίροι της, το ποσό των 28.000 ευρώ, ως απόδοση του αδικαιολογήτου πλουτισμού της και συνδρομής των προυποθέσεων των άρθρων 904, 513, 534, 535, 540, 158, 159, 160, 1033 Α.Κ.. Επομένως ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο ότι το Εφετείο παρότι δέχθηκε ότι α) η επίδικη σύμβαση πώλησης ακινήτου ήταν εικονική ως προς το αναγραφόμενο στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τίμημα, των 63.155 ευρώ και β) ότι το πραγματικό τίμημα πωλήσεως που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε για το ίδιο ακίνητο, ποσού 140.000 ευρώ, για το οποίο δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος, κατά νόμο, συμβολαιογραφικός τύπος, ήταν το εγκύρως συμφωνημένο τίμημα, έκανε δεκτή την αγωγή, εφαρμόζοντας εσφαλμένως τη διάταξη του άρθρου 540 αρ.2 ΑΚ για μείωση του τιμήματος πωλήσεως, η οποία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση, ενώ με τις άνω παραδοχές η ένδικη σύμβαση πωλήσεως ήταν άκυρη και δεν τύγχανε εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη, είναι αβάσιμες ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προυπόθεση. Τούτο καθ'όσον το Εφετείο με τις άνω παραδοχές του δέχθηκε την κατάρτιση μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης έγκυρης, με συμβολαιογραφικό έγγραφο καταρτισθείσας, σύμβασης πώλησης του επιδίκου διαμερίσματος με τίμημα το αναγραφέν στο συμβόλαιο των 63.155 ευρώ, το δε ποσό των 140.000 ευρώ στο οποίο ανερχόταν η πραγματική αγοραία αξία του διαμερίσματος χωρίς ελαττώματα κατά το χρόνο πωλήσεως και μεταθέσεως του κινδύνου και ήταν και το καταβληθέν από την ενάγουσα, το χρησιμοποίησε ως βοηθητικό μέγεθος ώστε με τη χρήση της μεθόδου του αποκαλουμένου "σχετικού υπολογισμού", με βοηθητικά μεγέθη την πραγματική αγοραία αξία του πράγματος και την αξία αυτού μετά την μείωση που υφίσταται τούτο από τις ελλείψεις, να προσδιορίσει το ποσό που η ενάγουσα κατέβαλε αχρεωστήτως στην πρώτη εναγομένη ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, ήτοι το ποσό των 28.000 ευρώ, κατά το οποίο η τελευταία κατέστη αδικαιολόγητα, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας. Περαιτέρω, με την κρίση του αυτήν, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β` και 914 του Α.Κ., προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού χαρακτήρα, ζημίας. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 914 του Α.Κ., η ανθρώπινη συμπεριφορά, που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου. Εξάλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρο 200, 281 και 288 του Α.Κ., είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια αυτή, συνεπώς, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση του πωλητή να πληροφορήσει τον αγοραστή σχετικά με τα ελαττώματα του υπό πώληση πράγματος, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, ως κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Το παράνομο κρίνεται από το αποτέλεσμα, με την έννοια ότι για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται, αν προκλήθηκε παράνομη ζημία, αν, δηλαδή, προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος. Περαιτέρω, κατά τα ανωτέρω, αυτοτελής προϋπόθεση είναι η υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, δηλαδή, απαιτείται να μπορεί η συμπεριφορά του αυτή να αποδοθεί σε μια ιδιαίτερη ψυχική στάση, που θεωρείται επιλήψιμη και αποδοκιμάζεται από το δίκαιο. Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κατά το σύστημα του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 300 αυτού), εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του ή προς το αποτέλεσμά της, ο οποίος (δεσμός) δικαιολογεί τη σε βάρος του μομφή από την έννομη τάξη, με τη γένεση στο πρόσωπο του ευθύνης προς αποζημίωση. Ο ψυχικός αυτός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του συνίσταται είτε στο ότι επιδίωξε την ενέργεια αυτή (δόλος) είτε στο ότι δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα, έτσι ώστε να την αποφύγει. Η προϋπόθεση, δηλαδή, της υπαιτιότητας πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας (βαριά ή ελαφρά). Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό (ή ικανότητα προς αδικοπραξία ή ικανότητα προς πταίσμα). Ζημία είναι κάθε δυσμενής μεταβολή στα έννομα αγαθά του προσώπου είτε αυτά είναι περιουσιακά είτε μη περιουσιακά, ως συνέπεια της παράνομης πράξης. Η ζημία που προξενείται στα περιουσιακής φύσεως αγαθά του προσώπου, δηλαδή, στα αποτιμητά σε χρήμα αγαθά, αποτελεί την περιουσιακή ζημία, ενώ αυτή που προξενείται στα ηθικά αγαθά του ατόμου, δηλαδή, σε εκείνα που συνδέονται στενά με την προσωπικότητα του (προσβολή της τιμής, της ελευθερίας, της σωματικής και ψυχικής υγείας κ.λ.π του ατόμου), αποτελεί την ηθική βλάβη, η οποία αποκαθίσταται με τη μορφή της χρηματικής ικανοποίησης (άρθρο 932 του Α.Κ.). Προϋπόθεση, εξάλλου, για τη γένεση της ευθύνης, κατ` άρθρο 914 του Α.Κ., είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Ως αιτιώδης συνάφεια εννοείται η σχέση μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και του αποτελέσματος (ζημίας). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη και ικανή, μπορούσε δε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Άλλωστε, όσον αφορά στον προσδιορισμό της ακριβέστερης έννοιας του αιτιώδους συνδέσμου, με βάση τη θεωρία της πρόσφορης αιτίας, από τις πολλές αιτίες που συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας, ξεχωρίζει εκείνη, η οποία θεωρείται ως κρίσιμη ή πρόσφορη (causa adaequata). Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο, όταν είχε γενικά τη τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, δεν εξετάζονται δε οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόβλεψης του μέσου συνετού ανθρώπου (Ολ. Α.Π. 18/2004). Η αναγκαιότητα της ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο νόμο, προκύπτει, όμως από τη γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη (Α.Π. 14/2021, Α.Π. 924/2020, Α.Π. 820/2020, Α.Π. 1703/2013, Α.Π. 1190/2007, Α.Π. 25/1998). Ωσαύτως, όταν ο πωλητής, ενώ τελεί εν γνώσει της ελλείψεως της συμφωνηθείσας ιδιότητας ή της υπάρξεως του πραγματικού ελαττώματος, αποσιωπά τούτο υπαιτίως, δηλαδή, από δόλο ή αμέλεια αυτού, ως προς την άσκηση της υποχρέωσης πληροφόρησης του αγοραστή, σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες των υπό πώληση πράγματος, τότε συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, μαζί με την συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό της αδικοπραξίας (Α.Π. 1703/2013). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν κάλυπταν τα στοιχεία που απαιτούνταν βάσει των ανωτέρω κανόνων δικαίου που εφάρμοσε για το δικανικό της πόρισμα, επιπλέον δε με βάση τα περιστατικά αυτά που δέχθηκε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών, ανεπαρκών και ελλιπών αιτιολογιών και ειδικότερα το Εφετείο δεν διέγνωσε τον απαιτούμενο για θεμελίωση της υπαιτιότητας των εναγομένων δόλο, αλλά αναφερόμενο γενικώς και αορίστως σε βάσιμη υποψία των τελευταίων (εναγομένων) ότι οι συγκεκριμένες κατασκευές στο επίδικο πωληθέν διαμέρισμα έφεραν πραγματικά ελαττώματα και εξ αιτίας τούτων θα μπορούσαν να προκύψουν σοβαρότατοι κίνδυνοι για την υγεία της ενάγουσας, δέχθηκε υπαίτια συμπεριφορά τους έναντι αυτής, κατά παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 932 Α.Κ. για την συνδρομή αδικοπρακτικής τους ευθύνης, και τους καταδίκασε στην καταβολή, εις ολόκληρον, χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής της βλάβης ύψους 2.000 ευρώ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, όπως προεκτέθηκε, για την αδικοπραξία των εναγομένων σε βάρος της ενάγουσας και την εξαιτίας αυτής επιδίκαση στην τελευταία εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης το Εφετείο δέχθηκε α)ότι το επίδικο διαμέρισμα, κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου και μεταβίβασής του, είχε τα περιγραφόμενα πραγματικά ελαττώματα που καθιστούσαν τη χρήση του έντονα προβληματική και επικίνδυνη για την υγεία της ενάγουσας, β)ότι οι εναγόμενοι κατά τον ίδιο χρόνο μολονότι γνώριζαν και σε κάθε περίπτωση βασίμως είχαν την υποψία ότι υπήρχαν τα ελαττώματα αυτά του διαμερίσματος και ότι από τη χρήση τους θα μπορούσαν να προκύψουν κίνδυνοι για την υγεία της ενάγουσας που διέμενε σ'αυτό, κατά παράβαση της απορρέουσας από την συναλλακτική καλή πίστη υποχρέωσή του, δεν τα γνωστοποίησαν στην αγνοούσα αυτά ενάγουσα αγοράστρια, ώστε να συναινέσει στην κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως, και γ) ότι η συμπεριφορά αυτή των εναγομένων είναι παράνομη και υπαίτια και εξ αυτής προκλήθηκε στην ενάγουσα βλάβη της υγείας της λόγω της εισπνοής καυσαερίων, ψυχική ταλαιπωρία και συνεπεία τούτων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση ύψους 2.000 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 2.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος της παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 914 και 932 Α.Κ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω, περί αδικοπραξιών, διατάξεων, και δη ως προς το στοιχείο της υπαιτιότητας, στο οποίο αφορούν οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα με βάση τις παραδοχές αυτές να θεμελιώνεται και να στοιχειοθετείται ο απαιτούμενος για την εφαρμογή τους βαθμός υπαιτιότητας, κυρίως δόλου και επικουρικά αμέλειας των εναγομένων- αναιρεσειόντων, και δεν απαιτείται προς τούτο η συνδρομή μόνον δόλου των τελευταίων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν αυτοί, αλλά αρκεί και η αμέλειά τους, η οποία ως επάλληλη αιτιολογία της κριθείσας υπαιτιότητάς τους διαλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. Περαιτέρω, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς την υπαιτιότητα των εναγομένων-αναιρεσειόντων, αφού εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα για το ζήτημα αυτό, και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3Β εδ.δ' του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-11-2021 αίτηση των 1)εταιρίας με την επωνυμία «Β.. και Μ.. Ξ. και Σ. Ο..Ε.., 2)Μ. Ξ., 3)Β. Ξ. και 4)Μ. Ξ. για αναίρεση της 435/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την Ι Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ