Αριθμός 70/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παπουλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Μ.Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 464/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4569/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 2214Γ/2-11-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσ/κης Σ. Ν., που νόμιμα προσκομίζει ο αναιρεσείων προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με την κάτω απ' αυτήν απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος αντιγράφου και βεβαίωση αποστολής του επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία της, η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Υπόκειται προς κρίση η από 1-7-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4569/2021 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 29-7-2020 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 464/2020 ερήμην οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε δεχθεί την από 30-5-2019 αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 5963,51 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής από ενδοσυμβατική και εξωσυμβατική ευθύνη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α του ιδίου κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο). Κατά συνέπεια, η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ή όχι ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται ή όχι παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ή τον αριθμό 1 του άρθρου 560) του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όταν η τελευταία προσβάλλει απόφαση του ειρηνοδικείου ή απόφαση του πρωτοδικείου που εκδίδεται σε έφεση κατά της απόφασης πρώτου, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1002/2017, 1383/2010). Εξ άλλου, η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ή 560) ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ή τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ. το οποίο, ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομίας και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά), περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η κληρονομιά, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομούμενου, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, κατά το αναλογούν, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ποσοστό, επιφυλασσόμενου σ' αυτούς του δικαιώματος της αποποίησης της επαχθείσας κληρονομιάς, οι οποίοι καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομούμενου (ΑΠ 401/2018). Από το συνδυασμό δε των άρθρων το άρθρο 1800 και 1801 ΑΚ συνάγεται ότι εάν ο διαθέτης όρισε κληρονόμο σε δήλο πράγμα ή σε ποσοστό επί της κληρονομίας ως προς το υπόλοιπο μέρος της κληρονομίας επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Τέλος, κατά το άρθρο 1813 ΑΚ ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι επί της από 30-5-2019 αγωγής του ενάγοντος ως κληρονόμου εξ αδιαθέτου της θανούσης το έτος 2014 μητρός του εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 464/2020 ερήμην οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσ/κης, η οποία δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 5963, 511 ευρώ από συγγραφικά δικαιώματα και αδικοπρακτική ευθύνη. Κατά της ως άνω απόφασης η εναγόμενη άσκησε σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ την από 29-7-2020 έφεσή της, η οποία έγινε δεκτή και εξαφανίστηκε η ως άνω οριστική απόφαση, στη συνέχεια αφού Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/κης κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, δεχόμενο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα εξής : "...για τη θεμελίωση της κρινόμενης αγωγής, ο ενάγων - ήδη εφεσίβλητος επικαλείται, κατά τα κρίσιμα σημεία, ότι ο εκλιπών πατέρας του. Χ. Σ. από κοινού με τον Τ. Μ. συνέγραψαν το πανεπιστημιακό σύγγραμμα με τον τίτλο "...", το οποίο διανέμεται από την εναγόμενη εταιρεία που διατηρεί εκδοτικό οίκο. σε φοιτητές διαφόρων τμημάτων όπως Γεωλογίας, Μαθηματικών, Γεωγραφίας, Φυσικής. Ότι ο πατέρας του ενάγοντας απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη την 19-9-2002, όρισε δε στην από 27-2-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία κηρύχθηκε κυρία με το αριθμ. πρακτικού 1535/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικαιούχο των συγγραφικών του δικαιωμάτων τη σύζυγο και μητέρα του ενάγοντας. Ε. Σ.. Ότι η τελευταία απεβίωσε την 23-7-2014, καταλείποντας την από 18-3-2014 ιδιόγραφη διαθήκη της αφήνοντας ως πλησιέστερους συγγενείς τον ενάγοντα και τον αδελφό του, Ι. Σ.. Ότι τον Οκτώβριο του έτους 2014, η εναγόμενη εταιρεία προέβη σε έγγραφη αναγνώριση του χρέους της ως προς τα συγγραφικά τους δικαιώματα από τη διανομή του άνω συγγράμματος για την χρονική περίοδο από 01-01-2009 έως και 31- 12-2013. συνολικού ποσού 2.480.00 ευρώ, από το οποίο κατέβαλε ποσό 800,00 ευρώ και υπολείπεται προς καταβολή το ποσό των 1.680,00 ευρώ. Εν συνεχεία, στις αρχές του έτους 2016 προέβη σε νέα αναγνώριση χρέους για την χρονική περίοδο από 10-1-2014 έως και 31-12-2015, ποσού 1.110.85 ευρώ, από το οποίο ουδέν ποσό κατέβαλε με αποτέλεσμα η συνολική οφειλή της να ανέρχεται στο ποσό των 2.790.85 ευρώ (1.680,00 + 1.110,85). Ότι τον Νοέμβριο του έτους 2016 προμηθεύτηκε επισήμως από το νέο ηλεκτρονικό σύστημα του Υπουργείου Παιδείας με την επωνυμία ΕΥΔΟΞΟΣ, τα στατιστικά στοιχεία για τη διανομή του άνω συγγράμματος από την εναγόμενη εταιρεία, τόσο για το χρονικό διάστημα διανομής για το οποίο έλαβε χώρα η αναγνώριση χρέους, όσο και για το μετέπειτα επίδικο χρονικό διάστημα, από τα οποία (στατιστικά στοιχεία) προέκυψε σημαντική διαφορά στα δηλωθέντα από τον εναγόμενο εκδοτικό οίκο προς τους συγγραφείς, αριθμό διανεμηθέντων συγγραμμάτων. Με βάση το ιστορικό αυτό και, επικαλούμενος, έννομο συμφέρον που το στηρίζει στο κληρονομικό του δικαίωμα επί της κληρονομιαίας περιουσίας της μητρός του Ε. Σ., καθώς αυτή είχε οριστεί δυνάμει διαθήκης του αποβιώσαντος το έτος 2002 συζύγου της και πατρός του ενάγοντος, δικαιούχος των συγγραφικών δικαιωμάτων από τη διανομή του ως άνω συγγράμματος και δη κατά το ήμισυ ζητεί α) το ποσό των 697,71 ευρώ από την ως άνω αναφερόμενη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, β) το ποσό των 41,05 ευρώ για τα επιπλέον συγγραφικά δικαιώματα για τη χρονική περίοδο από 01-01-2009 έως 31-12-2013, γ) το ποσό των 103,25 ευρώ για τα επιπλέον συγγραφικά δικαιώματα για τη χρονική περίοδο από 01-01-2014 έως 31-12-2015 και 6) το ποσό των 121,50 ευρώ για τα επιπλέον συγγραφικά δικαιώματα για τη χρονική περίοδο από 01-01-2016 έως Μάρτιο του έτους 2016. Ότι, επιπλέον, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 5.000 ευρώ, καθώς η εναγόμενη προσπάθησε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παρουσιάζοντας, γνωστοποιώντας και παραθέτοντας ως δήθεν αληθή προς αυτόν και τον Τ. Μ. ψευδή στατιστικά στοιχεία, όσον αφορά στον πραγματικό αριθμό των βιβλίων που διανεμήθηκαν στα πανεπιστήμια της χώρας σε διάφορα χρονικά διαστήματα, όπως προκύπτει από τους πίνακες που παραθέτει και ως εκ τούτου, τους εξαπάτησε να αποδεχτούν την αναγνώριση χρέους στην οποία προέβη πιστεύοντας ότι τα δηλωθέντα στοιχεία ήταν αληθή.... Προς απόδειξη της ενεργητικής του νομιμοποίησης, ο ενάγων προσκομίζει την ιδιόγραφη διαθήκη της μητρός του, τη ληξιαρχική πράξη θανάτου και το πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών. Ωστόσο, από τα ως άνω προσκομισθέντα έγγραφα δεν προκύπτει α) τόσο η επαγωγή και το ποσοστό αυτής εκ μέρους της μητρός του προς αυτόν ως προς τα συγγραφικά δικαιώματα του πατρός του, β) η αποδοχή κληρονομίας εκ μέρους του, γ) όσο και η επαγωγή και το ποσοστό αυτής εκ μέρους της μητρός του προς τον αδελφό του ενάγοντος για τα συγγραφικά δικαιώματα του πατρός του καθώς ο τελευταίος δεν τιμάται και, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα αποδοχής κληρονομίας εκ μέρους του και δ) η ύπαρξη ενεργού κληρονομικού δικαιώματος προς διαχείριση των συγγραφικών δικαιωμάτων. Αντιθέτως, έπρεπε να εκτίθενται με σαφήνεια στο δικόγραφό του τα αναγκαία κατά τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά για την ενεργητική νομιμοποίησή του. Μάλιστα ο ενάγων ούτε με τις προτάσεις του συμπλήρωσε τα ανωτέρω στοιχεία. Συνακόλουθα, η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει απορριπτέα, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος". Στη συνέχεια το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείου Θεσ/κης απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος ως προς το κληρονομηθέν απ' αυτόν δικαίωμά του της θανούσας μητρός του επί των συγγραφικών δικαιωμάτων του προαποβιώσαντος αυτής πατρός του. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείου Θεσ/κης και ειδικότερα ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της ένδικης αγωγής, επειδή δεν αναφέρει δήθεν τα παραγωγικά του δικαιώματός του στοιχεία και δη την επαγωγή σ' αυτόν της κληρονομίας της μητρός του ως προς τα επίδικα συγγραφικά δικαιώματα και την αποδοχή αυτής, έσφαλε ως προς τη μη εφαρμογή των προαναφερθέντων άρθρων που αφορούν στην ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσας μητρός του κατά το νόμιμο ποσοστό του 1/2, λόγω της ύπαρξης του άλλου κατιόντος της τελευταίας και αδελφού του (ενάγοντος) ως προς αυτά (συγγραφικά δικαιώματα) που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής της από 18-3-2014 προσκομισθείσας με επίκληση διαθήκης, με την οποίαν τον εγκαθιστούσε κληρονόμο σε δήλον πράγμα, αιτούμενος την καταβολή του ποσού των 963,51 ευρώ, τα οποία στοιχεία και εκθέτει στην ένδικη αγωγή του, όπως συνάγεται από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος από τον αρ, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εντασσόμενος στον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ της ένδικης αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσία βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/κης, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δε κατέθεσε προτάσεις, υπέβαλε όμως σχετικό νόμιμο αίτημα με την αίτηση αναίρεσης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4569/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου στον αναιρεσείοντα Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων επτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ