Αριθμός 109/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλούδη. Των αναιρεσιβλήτων - καθού η κλήση: 1) Δήμου Κέρκυρας, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Αχιλλείων Κέρκυρας, και 2)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενων από τον Υπουργό Οικονομικών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2003 μη οριστική, 145/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 173/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12/1/2008 αίτησή του και τους από 26/11/2008 προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1722/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 20/7/2011 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 13/5/2009 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ελισσάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 4/2012, Ολ.ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΟλΑΠ 744/1982). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 1-10-2012 εξώδικη δήλωσή του, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε ως προς το δεύτερο των αναιρεσίβλήτων Ελληνικό Δημόσιο από το δικόγραφο της από 12-1-2008 αίτησης αναίρεσης και τους από 26-11-2008 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 173/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που δίκασε ως Εφετείο. Η εξώδικη αυτή δήλωση επιδόθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 23-10-2012, όπως προκύπτει από την με αριθμό 6168γ'/23-10-2012 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Η εν λόγω παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, που έγινε με την εξώδικη δήλωση και κοινοποιήθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, είναι έγκυρη και έχει ως αποτέλεσμα, κατά τα άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ, ότι η αναίρεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς το ως άνω δεύτερο αναιρεσίβλητο. (ΟλΑΠ 20/1999, ΑΠ 1438/2001). Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 12/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-12-2012 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος Κέρκυρας, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης είχε οριστεί για την 1-4-2009, όμως με την 1722/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, διότι δεν υπήρχε αποδεικτικό επιδόσεως στον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο. Με την από 12-10-2009 κλήση του αναιρεσείοντος ορίστηκε δικάσιμος για την 3-11-2010, αλλά η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω των Δημοτικών και Περιφερειακών εκλογών της 7ης Νοεμβρίου 2010. Ακολούθως, με την από 20-7-2011 κλήση του αναιρεσείοντος ορίστηκε νέα δικάσιμος για την 24-10-2012, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε με αίτηση του αναιρεσείοντος για την ως άνω αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 5-12-2012. Όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου της προηγούμενης δικασίμου (24-10-2012), ο ήδη απολειπόμενος πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δήμος επίσης δεν είχε παραστεί με νόμιμο τρόπο και, αφού δεν αποδεικνύεται με προσκόμιση σχετικής έκθεσης επίδοσης ότι αυτός είχε κλητευθεί νόμιμα για να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή. Ούτε κλήτευση του απολειπομένου αναιρεσιβλήτου για τη νέα δικάσιμο της 5-12-2012 προκύπτει, όπως επίσης δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης, αφού στην περίπτωση μεν που επισπεύδει ο παριστάμενος αναιρεσείων θα έπρεπε να προσκομίσει έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και έκθεση επίδοσης της κλήσης προς συζήτηση για την προηγούμενη δικάσιμο της 24-10-2012 για τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο, ενώ στην περίπτωση, που επισπεύδει τη συζήτηση ο απολειπόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος θα έπρεπε να προσκομίζονται επικυρωμένα αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν που επιδόθηκαν με επιμέλεια του απολειπομένου πρώτου αναιρεσίβλητου προς τον παριστάμενο αναιρεσείοντα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς όλους τους λοιπούς (εκτός του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου) διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί ότι η από 12-1-2008 αίτηση και οι από 26-11-2008 πρόσθετοι λόγοι του Β. Μ. για αναίρεση της 173/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που δίκασε ως Εφετείο, δεν ασκήθηκαν όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ίδιας αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων ως προς τους λοιπούς διαδίκους. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ