Αριθμός 336/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρεμαλή και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 208/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1438/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17/5/2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 4/2010 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1438/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 3383/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/4/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 24/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του κύριου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αυτής, κύριου κατά το δεύτερο μέρος του και επικουρικού και κατά τα δύο μέρη του. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 12,522, 525 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο δίκης, αλλά αποτελεί, αναλόγως του εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικονομικής ως άνω αξιώσεως, δια της υποβολής της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση, ο διάδικος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη έχει κατ'άρθρο 516 ΚΠολΔ έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως παράγεται βλαπτικό των συμφερόντων του δεδικασμένο, όταν δηλαδή αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχεί ο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, και όχι και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν χωρίς ανάγκη και πλεοναστικώς. Αν αγωγή απορρίφθηκε νόμιμα λόγω παραγραφής της επίδικης αξιώσεως κατόπιν ενστάσεως προβληθείσης από τον εναγόμενο, δεν δημιουργείται ουσιαστικό δεδικασμένο βλαπτικό για τον εναγόμενο και ως προς τη γένεση και ουσιαστική ύπαρξη της αξιώσεως, έστω και αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε περί τούτου, αφού στοιχεία της ενστάσεις ως παραγραφής είναι η διαδρομή του χρόνου και η προταθείσα δήλωση του εναγομένου, όχι δε και η ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφεί σης απαιτήσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.16 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του νόμου 4055/2012,η ισχύς του ο ποίου άρχισε από την 2α Απριλίου 2012(άρθρο 113 Ν.4055/2012 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.3 ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ.),αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2,μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αρ.1,2,3,6 έως 17,19 και 20 του άρθρου 559,μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά το κεφάλαιο(αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας),το οποίο αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνέχονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε- αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δε δικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Με την αναίρεση της αποφάσεως, κατά το μέτρο της παραδοχής της αντίστοιχης αιτήσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λ.π. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ'αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής ή ο Άρειος Πάγος, όταν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για δεύτερη φορά, δικάζει την ουσία της υποθέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3,όπως ισχύει, μετά την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής από το άρθρο 12 του Ν.4055/2012,581 παρ.2 και 3 και 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση. Στη προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της αναιρεσείουσας την από 22-12-2003 αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος ότι συνδέεται με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που διέπονταν από τον ισχύοντα ΚΚΠ/ΔΕΗ και τις επίσης ισχύουσες ΕΣΣΕ, την εξ αυτών προκύπτουσα υποχρέωσή της στις αναλυτικά εκτιθέμενες μισθολογικές προ αγωγές του και την άρνηση της τελευταίας να συμμορφωθεί σχετικώς, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της άνω αναιρεσείουσας να χορηγήσει στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα σ' αυτή(άνω αγωγή)μισθολογικά κλιμάκια κατά την αντίστοιχα εκτιθεμένη ημερομηνία και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 14274,28 ευρώ που αντιστοιχούσε στη προκύπτουσα χρηματική διαφορά του επίσης αναφερομένου στην ένδικη αγωγή χρονικού διαστήματος. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 208/2005 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία τη δέχθηκε κατ' ουσία στο σύνολό της, ως προς το αναγνωριστικό αίτημα για τη μισθολογική προαγωγή του αναιρεσίβλητου στο 5ο κλιμάκιο την 1-12-1991 στο 4ο κλιμάκιο την 1-1-1992,στο 3ο κλιμάκιο την 1-1-1995,στο 2ο κλιμάκιο την 01-1-1998 και στο 1ο την 1-1-2001 και κατά ένα μέρος ως προς το καταψηφιστικό αίτημα πληρωμής 12178,33 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η αναιρεσείουσα έφεση, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και την απόρριψη της αγωγής. Επί της ως άνω έφεσης εκδόθηκε η 1438/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία τη δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία, κρίνοντας ότι ορθά μεν ο αναιρεσίβλητος αξιώνει δικαίωμα μισθολογικής προαγωγής, στο αμέσως επόμενο του αναγνωριζομένου από την αναιρεσείουσα μισθολογικό κλιμάκιο από 1-12-1991 έως και την 1-1-2001 και ότι στοιχειοθετείται μισθολογική παράλειψη του ίδιου, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα του αρμοδίου της αναιρεσείουσας, αναφορικά με το μισθολογικό κλιμάκιο στο ο ποίο έπρεπε να ενταχθεί αυτός, ότι η συγκεκριμένη εργοδοτική ενέργεια αυτής είναι παράνομη, ως ευθέως αντικειμένη στον ισχύοντα ΚΚΠ/ΔΕΗ και τις αναφερόμενες σ'αυτόν ΕΣΣΕ, που έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται αδικοπρακτική αξίωση του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, και ότι οι ένδικές αξιώσεις αυτού για την αναγνώριση και την αναδρομική χορήγηση σ'εκείνον των επιδίκων μισθολογικών κλιμακίων μετά των συναφών χρηματικών διαφορών, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε τη παραδεκτώς προβληθείσα πρωτοδίκως και κατ'έφεση ένσταση παραγραφής και συνακόλουθα τον πρώτο λόγο έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, λόγω παραγραφής ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος ως προς το αναγνωριστικό της αίτημα. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, επί της ο ποίας εκδόθηκε η 103/2009 απόφασή του, η οποία απέρριψε όλους τους λόγους αναίρεσης, εκτός από τον πρώτο και κατά το πρώτο μέρος του, τον οποίο παρέπεμψε στη Τακτική Ολομέλεια, η οποία εξέδωσε την 4/2010 απόφασή της που δέχθηκε ως βάσιμο τον λόγο αυτό, αναίρεσε την ανωτέρω 1438/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεχόμενη ότι, ως προς μεν το καταψηφιστικό της ένδικης αγωγής αίτημα, αυτό υπέκειτο στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 250 αρ.6 και 253 ΑΚ, ως προς δε το αναγνωριστικό της αίτημα, στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, ενώ δεν αναιρέθηκε κατά το δεύτερο λόγο της ως άνω έφεσης, με τον ο ποίο παραπονούνταν η αναιρεσείουσα για το ότι η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι ορθώς ο αναιρεσίβλητος αξίωνε δικαίωμα μισθολογικής προαγωγής στο αμέσως επόμενο του αναγνωριζομένου από την πρώτη, μισθολογικό κλιμάκιο από 1-12-1991 έως 1-1-2001,και ακολούθως παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλη σύνθεση. Το τελευταίο δε δικαστήριο ε ξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση του, με την οποία, ευθυγραμμιζόμενο με την προαναφερθείσα αναιρετική απόφαση της Ολομέλειας του Α ρείου Πάγου,δέχθηκε ότι η παραγραφή του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής είναι πενταετής και ρυθμίζεται από τις δια τάξεις των άρθρών 250 αριθμ.6 και 253 ΑΚ, του δε αναγνωριστικού αιτήματος αυτής εικοσαετής, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΑΚ και συνακόλουθα απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της προλεχθείσας πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο υποστήριζε αυτή τα αντίθετα, χωρίς όμως να ασχοληθεί καθόλου, όπως από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει, με το δεύτερο λόγο της άνω έφεσης που αφορούσε παράπονο της αναιρεσείουσας σε σχέση με τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσίβλητου για αναγνώριση και αναδρομική χορήγηση επομένων των αναγνωριζομένων από την αναιρεσείουσα, μισθολογικών κλιμακίων, για το διάστημα από 1-12-1991 έως 1-1-2001,την ορθότητα των οποίων δέχθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, και ως προς τον οποίο έκρινε ότι καλύπτονταν από το δεδικασμένο της ανωτέρω αναιρεθείσας απόφασης του Εφετείου Αθηνών(1438/2006),ενόψει του ότι ως προς το μέρος της αυτό δεν αναιρέθηκε αυτή από την εκ τεθείσα απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την προδιαληφθείσα 1438/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το αμέσως εκτεθέν ζήτημα, αφού το δικαστήριο εκείνο ασχολήθηκε μόνο με τα στοιχεία της ένστασης παραγραφής και όχι με την ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφείσας απαίτησης του αναιρεσίβλητου, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο περί αυτού, πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής(αναίρεσης)κύριου και επικουρικών. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση να κρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί κατ'ουσία ο δεύτερος λόγος της ως άνω έφεσης, που αναφέρεται στη βασιμότητα των αγωγικών αιτημάτων. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 254 παρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ,όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 9 του ν.2915/2001 και το άρθρο 25 του ν.3994/2011,εφασρμόζεται δε και κατά τη δίκη στην αναίρεση με βάση το άρθρο 573 ΚΠολΔ, ορίζουσα ότι "το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση "συνάγεται ότι η επανάληψη της συζητήσεως διατάσσεται και όταν δεν έχουν προσκομισθεί από τους διαδίκους κρίσιμα διαδικαστικά και αποδεικτικά έγγραφα της δίκης, των οποίων γίνεται επίκληση, χωρίς τα οποία είναι ανέφικτη η έκδοση της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη κατά τα ανωτέρω δεύτερη αναίρεση της νέας απόφασης του Εφετείου και της εντεύθεν υποχρέωσης του Δικαστηρίου αυτού να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα του δεύτερου λόγου της έφεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα-εναγομένη κατά της πρωτόδικης απόφασης και σε σχέση με τις άνω, διαλαμβανόμενες στη προηγούμενη σκέψη, αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, κατά τη διάσκεψη της υπόθεσης ανέκυψε το ζήτημα ότι ο δεύτερος(αναιρεσίβλητος-ενάγων)προκειμένου να αποδείξει τη βασιμότητα των ανωτέρω αξιώσεών του, επικαλέσθηκε μεν με τις προτάσεις, που υπέβαλε εμπροθέσμως ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρα απόδειξης, που περιέχεται στα πρακτικά του άνω δικαστηρίου(πρωτοβαθμίου)καθώς και τα εξής έγγραφα:1)το υπ'αριθμ.Υ.Σ./ΔΠΡΣ/Φ 824/1282/2-7-1992 έγγραφο της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας,2)την υπ'αριθμ.80/18-2-1992 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας,3)την υπ'αριθ.26/1993 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας,4)το υπ'αριθ.Υ.Γ/ΔΠΡΣ/Φ826 /52489/23-3-1993 έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού. Πλην όμως, όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας, δεν έχουν προσκομισθεί κατά την παρούσα συζήτηση από αυτόν(αναιρεσίβλητο-εφεσίβλητο),τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου περιέχεται η προαναφερθεί σα κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης καθώς και τα αμέσως ανωτέρω μνημονευθέντα αποδεικτικά έγγραφα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η έκδοση απόφασης επί της βασιμότητας ή μη των προδιαληφθεισών αγωγικών αξιώσεων. Γι'αυτό κρίνεται αναγκαίο να διαταχθεί η επανάληψη της παρούσας συζήτησης, προς το σκοπό της προσκομιδής τους. Για τους λόγους αυτούς Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως επί της προκειμένης υποθέσεως προς τον σκοπό να προσκομισθούν με επιμέλεια του εφεσιβλήτου-ενάγοντος τα ελλείποντα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθώς και τα αποδεικτικά έγγραφα που αναφέρονται στο αιτιολογικό της παρούσας απόφασης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ