Αριθμός 1295/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... , περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 448/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 90/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 156/16.04.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγοντες, κατά τα άρθρα 485 § 1 του Κ.Π.Δ., μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 7-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ....., κατά του υπ΄αριθμ. 448/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτομεν τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η υπ΄αριθμ. 12/2006 έφεση του νυν αναιρεσείοντος, κατά του υπ΄αριθμ. 3776/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για απάτη σε βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκ της οποίας η ζημία υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. (άρθρο 4 § § 1,2 του Ν.2803/2000). Β) Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 παρ. 1, 3 του Κ.Π.Δ., με την από 7-12-2006 δήλωση του αναιρεσείοντα στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 162/2006 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του επιδόθηκε στις 29-11-2006. Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1β΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ.). Γ) Κατά το άρθρο τέταρτο, παράγραφος 1 του Ν. 2803/2000 "Κύρωση της Σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συναφών με αυτή πρωτοκόλλων", ο οποίος, ως προς το άρθρο δεύτερο ως δωδέκατο, άρχισε να ισχύει από τις 3-3-2000 "όποιος με τη χρήση πλαστών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων ή με την απόκρυψη ή με την κατά παράβαση ειδικής υποχρεώσεως παρασιώπηση πληροφοριών ή με τη μη κατά προορισμόν τους χρήση των πόρων που του χορηγήθηκαν ή των πλεονεκτημάτων που είχε νόμιμα αποκτήσει, αχρεωστήτως εισπράττει ή παρακρατεί ή παρανόμως ελαττώνει πόρους του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων......... τιμωρείται με φυλάκιση". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "αν η κατά τις προηγούμενες διατάξεις βλάβη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ., επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και αν η βλάβη υπερβαίνει το ποσόν των 50.000.000 δρχ., επιβάλλεται κάθειρξη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τον τίτλο του άρθρου 4 που επιγράφεται ως "Απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", συνάγεται, ότι θεσπίστηκε ιδιώνυμο έγκλημα απάτης σε βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που τελείται με οποιονδήποτε τρόπο που αναφέρθηκαν (Α.Π. 487/2004 Π.Χρ. ΝΕ 154, Α.Π. 1824/2003 Π.Χρ. ΝΔ 710). Πριν την ισχύ του Νόμου αυτού, για την απάτη εις βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφαρμογή είχαν οι διατάξεις της Ελληνικής Νομοθεσίας (άρθρο 386 Π.Κ. και εφόσον συνέτρεχε περίπτωση, άρθρο 1 του Ν. 1608/50). Ο Νόμος αυτός, εφαρμόζεται και για τις πράξεις που ετελέσθησαν πριν τεθεί αυτός σε ισχύ, ως ειδικότερος έναντι του άρθρου 386 του Π.Κ. δοθέντος ότι περιορίζει το πρόσωπο του παθόντος μόνο στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και, επί πλέον, περιέχει ειδικότερα χαρακτηριστικά, που προσδίδουν ελαφρότερη μορφή στην πράξη (Α.Π. 1824/2003, ενθ΄ανωτέρω). Περαιτέρω, έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα που απαιτείται, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Εξ΄άλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υφίσταται, όταν ο Δικαστής προσδίδει σ΄αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτώς καθολική αναφορά στην σ΄αυτό ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση και με μνεία όλων, κατ΄είδος, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχτηκε ότι προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το έτος 1994 περιήλθε στην Ειδική Υπηρεσία Τελωνειακών Ερευνών (Ε.Υ.Τ.Ε) ανώνυμη καταγγελία ότι, η εταιρεία "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ" κατόρθωσε να εισπράξει από το Υπουργείο Γεωργίας επιδοτήσεις για δήθεν εξαγωγή στην Αλβανία ποσότητας σιμιγδαλιού. Εξαιτίας της καταγγελίας αυτής επακολούθησε έρευνα πουν διενήργησαν, προς εξακρίβωση της βασιμότητα των καταγγελλομένων, αρμόδιοι υπάλληλοι αρχικά της Ε.Υ.Τ.Ε και στη συνέχεια του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε). Από την έρευνα αυτή διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών, κατηγορούμενος ....., ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εδρεύουσας επί της οδού αρ. στη Θεσσαλονίκη εταιρείας με την επωνυμία "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ", η οποία είχε αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία (εισαγωγές-εξαγωγές) αγροτικών προϊόντων, στις 9-9-1992 κατέθεσε στο Γ' Τελωνείο Πειραιά, δια του εκτελωνιστή ....., την υπ' αρ..... Διασάφηση Εξαγωγής, προκειμένου να εξάγει στην Αλβανία με το πλοίο ".....", υπό σημαία Ονδούρας και πλοιοκτησίας της εταιρείας "Iberia Shipping Co S.A", 17.000 σάκους που περιείχαν πλιγούρι και σιμιγδάλι, καθαρού βάρους 850.000 κιλών. Στη Διασάφηση αυτή είχε προσαρτηθεί σε φωτοτυπία το υπ' αρ. .... τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής της εταιρείας "ΜΥΛΟΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ" προς την εταιρεία "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ", στο οποίο εμφανιζόταν η πώληση από την πρώτη εταιρεία στη δεύτερη του ανωτέρω φορτίου, έναντι 80.764.000 δραχμών. Ακολούθως ο εκκαλών, σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε επακριβώς αλλά που ευρίσκεται μέσα στο χρονικό διάστημα από 9-9-1992 έως 23-1-1993, υπέβαλε στην αρμόδια Διεύθυνση Διαχείρισης Αγοράς Γεωργικών Προϊόντων (ΔΙ.ΔΑ.ΓΕ.Π) του Υπουργείου Γεωργίας την ως άνω Διασάφηση και το προαναφερόμενο τιμολόγιο πωλήσεως, προκειμένου να εισπράξει γεωργική κοινοτική επιδότηση. Αποτέλεσμα ήταν να πεισθούν οι υπάλληλοι της ΔΙ.ΔΑ.ΓΕ.Π ότι είχε εξάγει στην Αλβανία, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, την αναγραφόμενη στο παραπάνω τιμολόγιο ποσότητα σιμιγδαλιού, ήτοι 850.000 κιλά, και έτσι να εγκρίνουν και να του καταβάλουν, στις 23-1-1993, το ποσό των 34.481.500 δραχμών-ή των 101.486,43 ευρώ, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία .... Γραμμάτιο Είσπραξης της Τράπεζας Κρήτης, ως Κοινοτική επιχορήγηση. Ακολούθως όμως διαπιστώθηκε ότι το προαναφερόμενο τιμολόγιο πωλήσεως-δελτίο αποστολής που ήταν προσαρτημένο στην ως άνω Διασάφηση ήταν πλαστό. Η πλαστογράφηση του εν λόγω τιμολογίου πωλήσεως-δελτίου αποστολής προέκυψε από το πρωτότυπο στέλεχος του, το οποίο βρέθηκε από τους διενεργούντες την έρευνα, κατόπιν ελέγχου, στα γραφεία της πωλήτριας εταιρείας "ΜΥΛΟΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ". Από το πρωτότυπο αυτό στέλεχος προέκυπτε ότι η πραγματική ποσότητα σιμιγδαλιού που η τελευταία εταιρεία είχε πουλήσει στην εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα εταιρεία ήταν 2.500 κιλά σιμιγδαλιού έναντι 302.400 δραχμών. Περαιτέρω, στην Καρτέλα Πελατών της ανωτέρω προμηθεύτριας εταιρείας εμφανίζεται η εταιρεία "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ" χρεωμένη με το ποσό των 302.400 δραχμών, που αντιστοιχεί στην αγορά ποσότητας σιμιγδαλιού 2.500 κιλών δυνάμει του υπ' αρ. .... τιμολογίου πώλησης και όχι με το ποσό των 80.764.000 δραχμών που εμφανίζεται ως τίμημα στο νοθευμένο τιμολόγιο-δελτίο αποστολής. Η φόρτωση του πλοίου "...." έγινε τμηματικά από 18 έως και 22 Σεπτεμβρίου 1992. Το ΣΔΟΕ με το αρ. .... έγγραφο του ζήτησε από τις Αλβανικές Τελωνειακές Αρχές τη διεξαγωγή έρευνας για την εξακρίβωση του χρόνου άφιξης του πλοίου "...." στο λιμάνι των Αγ. Σαράντα στο διάστημα των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου του έτους 1992 αλλά και του είδους των εμπορευμάτων που εκφορτώθηκαν και τελωνίσθηκαν. Οι Αλβανικές τελωνειακές Αρχές με το αρ. .... έγγραφο τους γνώρισαν στο ΣΔΟΕ ότι το ως άνω πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι των Αγ. Σαράντα στις 27-10-1992 και απέστειλαν σ' αυτό φωτοαντίγραφα των Τελωνειακών παραστατικών που κατέθεσαν οι εισαγωγείς στην Αλβανία προς τελωνισμό των εμπορευμάτων που εκφορτώθηκαν. Από τα ως άνω παραστατικά (Διασαφήσεις εισαγωγής και τιμολόγια) προέκυψε ότι εκφορτώθηκαν και τελωνίσθηκαν 3,5 τόνοι σιμιγδάλι, 27,5 τόνοι άλευρα και 325 τόνοι πίτουρα, ήτοι συνολικά 356 τόνοι. Συνεπώς τα 850.000 κιλά σιμιγδαλιού που φαίνεται ότι εξήχθησαν με την αρ. .... Διασάφηση εξαγωγής της "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ" ουδέποτε, εξήχθησαν. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι κατά τον τελωνισμό στην Αλβανία χρησιμοποιήθηκε το No ..... Πιστοποιητικό Φυτοϋγείας της Διεύθυνσης Προστασίας Φυτών του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή του με το προσαρτημένο στην υπ' αρ. .... Διασάφηση εξαγωγής του Γ' Τελωνείου Πειραιά, ταυτάριθμό του, αντίτυπο, είναι νοθευμένο τόσο στην περιγραφή του εμπορεύματος όσο και στις αναγραφόμενες ποσότητες και συγκεκριμένα αναγράφει βάρος 325.000 κιλά πίτουρα, ενώ το προσαρτημένο στη Διασάφηση αντίτυπο αυτού αναγράφει βάρος 900.000 κιλά σιμιγδάλι. Με βάση τα προεκτεθέντα ο εκκαλών, κατηγορούμενος, προέβη σε καταφανή πλαστογράφηση (νόθευση) και χρήση πλαστού τιμολογίου πώλησης δελτίου αποστολής, ώστε να εμφαίνεται ως εξαγχθείσα μεγαλύτερη ποσότητα σιμιγδαλιού σε σχέση με την πραγματικώς εξαγχθείσα. Ακόμη στο Γενικό Ημερολόγιο της υπό του εκκαλούντος εκπροσωπούμενης εταιρείας "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ" καταχωρήθηκε το ως άνω, υπ' αρ. ...., τιμολόγιο, όπως ακριβώς εμφανίζεται στη διασάφηση εξαγωγής. Η τελευταία ενέργεια έγινε προφανώς για τη συγκάλυψη της γενόμενης πλαστογράφησης του ως άνω τιμολογίου, αλλά και για την ευχερέστερη υλοποίηση του σχεδίου και την επίτευξη του σκοπού του εκκαλούντος. Ακολούθως, ο εκκαλών, κάνοντας χρήση του πλαστού αυτού τιμολογίου, παρέστησε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα στους αρμόδιους υπαλλήλους της ΛΙ.ΔΑ.ΓΕ.Π, με αποτέλεσμα να τους πείσει ότι πράγματι εξήγαγε στην Αλβανία, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, την αναγραφόμενη στο παραπάνω τιμολόγιο ποσότητα σιμιγδαλιού, ήτοι 850.000 κιλά, και έτσι να εγκρίνουν και να του καταβάλουν, στις 23-1-1993, το ποσό των 34.481.500 δραχμών ή των 101.486,43 ευρώ, με βλάβη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την οποία προέρχονταν οι επιδοτήσεις αυτές αλλά και εμμέσως του Ελληνικού Δημοσίου, ως υπολόγου διαχειρίσεως αντίστοιχων κεφαλαίων του Κοινοτικού προϋπολογισμού, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια της υπ' αυτού εκπροσωπούμενης εταιρείας, στην οποία και εξαρχής σκοπούσε. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο προσφεύγων ενήργησε κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει (σύσταση εταιρείας, ανεύρεση και νόθευση τιμολογίων και άλλων παραστατικών κλπ), τον όλο σχεδιασμό και διενέργεια της ανωτέρω πράξεως, από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, προκύπτει ότι υπήρχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης από αυτόν τέτοιων πράξεων για πορισμό εισοδήματος. Η ανωτέρω πράξη του εκκαλούντος, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2803/2000, ήταν και παραμένει, αξιόποινη, ως πληρούσα την αντικειμενική υπόσταση του προβλεπόμενου και τιμωρούμενου από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ εγκλήματος. Κατόπιν αυτού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφαρμοστέα εν προκειμένω τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2-1 του ν. 2803/2000, ως ειδική και ευμενέστερη, έναντι του άρθρου 386 ΠΚ. Όπως σαφώς συνάγεται από τα προεκτεθέντα ενυπάρχουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκ της οποίας η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, δηλαδή α) εν γνώσει υποβολή υπό του εκκαλούντος πλαστού εγγράφου, 2) παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων της ΔΙ.ΔΑΓΕ.Π, με αποτέλεσμα να εγκρίνουν και να του καταβάλουν την επιδότηση, 3) είσπραξη υπό του εκκαλούντος αχρεωστήτως επιδοτήσεως και συνεπώς παράνομη μείωση των πόρων του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και 4) προξενηθείσα βλάβη υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ, ανερχομένη στο ποσό των 34.481.500 δραχμών ή των 101.486,43 ευρώ. Παραπονείται ο εκκαλών στο υπόμνημα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση εφέσεως του, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η βεβαίωση "Delivery Receipt" των Αλβανικών Τελωνειακών Αρχών, από την οποία επιβεβαιώνεται ότι παρελήφθησαν στο λιμάνι των Αγ. Σαράντα 850 τόνοι σιμιγδάλι. Οι αιτιάσεις αυτές του εκκαλούντος είναι αβάσιμες, αφού εκτός του ότι αμφισβητείται η γνησιότητα της ως άνω βεβαιώσεως, σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, όπως σαφώς συνάγεται από τα αποτελέσματα της έρευνας που έγινε λόγω της διαπιστωθείσας νόθευσης των υπ' αρ. .... τιμολογίου πώλησης και No .... Πιστοποιητικού Φυτοϋγείας της Διεύθυνσης Προστασίας Φυτών του Υπουργείου Γεωργίας. Παραπονείται, επίσης, ο εκκαλών ότι, το προσβαλλόμενο βούλευμα αγνόησε το αίτημα του, προς απόδειξη των ισχυρισμών του και την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, να κληθούν αφενός μεν η Θ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης να προσάγει τα κατασχεθέντα βιβλία της εταιρίας, αφετέρου δε ο υπάλληλος .... για να προσάγει όλα τα σχετικά έγγραφα που κατέχει (δελτία αποστολής, στοιχεία των αυτοκινήτων, φορτωτικές κλπ) αλλά και για να εξετασθούν κατ' αναπαράσταση. Με τον τρόπο αυτό είναι φανερό ότι ο εκκαλών, εμμέσως πλην σαφώς, επαναφέρει το αίτημα του για τη διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης. Από την εκτίμηση του προαναφερόμενου αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση, προέκυψαν τα προεκτεθέντα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία αιτιολογούν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων, που μπορούν να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη. Κατόπιν αυτού, φανερό είναι ότι, η διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης, για το σκοπό που αναφέρει ο εκκαλών, θα ήταν αλυσιτελής, δοθέντος ότι, σε κάθε περίπτωση, οι προαναφερόμενες σε βάρος του ενδείξεις θα παραμείνουν εναργείς και ισχυρές. Συνεπώς, ενόψει και των διαλαμβανόμενων στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το ανωτέρω αίτημα του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απέρριψε κατ΄ουσίαν την υπ΄αριθμ. 12/2006 έφεση του κατηγορουμένου (νυν αναιρεσείοντος) ...., επικυρώνοντας το υπ΄αριθμ. 3776/2005 πρωτόδικο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του τέταρτου άρθρου του Ν.2803/2000, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται κυρίως στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου και, επομένως, είναι απαράδεκτες. Ότι περί αυτού πρόκειται, προκύπτει και από το γεγονός ότι η αίτηση αναιρέσεως παραπέμπει στην έφεση που αυτός άσκησε κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, το περιεχόμενο της οποίας επαναλαμβάνει. Εισαγωγικώς δε αυτή έχει ως εξής "εκκαλεί το ως άνω βούλευμα............ για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα για τους εξής.......". Τους λόγους εφέσεως, περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεως επαναλαμβάνει και στην αίτηση αναιρέσεως. Με την τελευταία αιτιάται, επί πλέον, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αγνόησε κρίσιμο έγγραφο και δη το υπ΄αριθμ. πρωτ. .... Πειραιεύς 13-7-1995, καθώς και την απόδειξη παραλαβής των Αλβανικών αρχών, από τα οποία προκύπτει το αβάσιμο της κατηγορίας. Ο ισχυρισμός αυτός αβασίμως προβάλλεται, καθόσον από το σκεπτικό του βουλεύματος προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, για τη διαμόρφωση της κρίσης του έλαβε υπόψη του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία", χωρίς, για την ύπαρξη αιτιολογίας, ν΄απαιτείται η διευκρίνιση από ποιο ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή (Α.Π. 567/2006 Π.ΧΡ. ΝΖ. 42). Περαιτέρω, ο περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, λόγος αναιρέσεως, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, ούτε οι συναφείς με αυτές πλημμέλειες, δηλαδή σε τι συνίστανται αυτές. Επομένως, οι από το άρθρο 484 § ιβ΄ και ε΄ του Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝ α) Να απορριφθεί η από 7-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου....., κατά του υπ΄αριθμ. 448/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΄Ελλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ΄ του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη της κατά τα άνω αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 448/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτόδικου 3.776/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί για απάτη σε βάρος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από την οποία η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: Το έτος 1994 περιήλθε στην Ειδική Υπηρεσία Τελωνειακών Ερευνών (Ε.Υ.Τ.Ε) ανώνυμη καταγγελία ότι, η εταιρία "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ" κατόρθωσε να εισπράξει από το Υπουργείο Γεωργίας επιδοτήσεις για δήθεν εξαγωγή στην Αλβανία ποσότητας σιμιγδαλιού. Εξαιτίας της καταγγελίας αυτής επακολούθησε έρευνα πουν διενήργησαν, προς εξακρίβωση της βασιμότητα των καταγγελλομένων, αρμόδιοι υπάλληλοι αρχικά της Ε.Υ.Τ.Ε και στη συνέχεια του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε). Από την έρευνα αυτή διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών, κατηγορούμενος ...., ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εδρεύουσας επί της οδού αρ. στη Θεσσαλονίκη εταιρίας με την επωνυμία "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ", η οποία είχε αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία (εισαγωγές-εξαγωγές) αγροτικών προϊόντων, στις 9-9-1992 κατέθεσε στο Γ' Τελωνείο Πειραιά, δια του εκτελωνιστή ....., την υπ' αρ. .... Διασάφηση Εξαγωγής, προκειμένου να εξάγει στην Αλβανία με το πλοίο ".....", υπό σημαία Ονδούρας και πλοιοκτησίας της εταιρίας "Iberia Shipping Co S.A", 17.000 σάκους που περιείχαν πλιγούρι και σιμιγδάλι, καθαρού βάρους 850.000 κιλών. Στη Διασάφηση αυτή είχε προσαρτηθεί σε φωτοτυπία το υπ' αρ. .... τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής της εταιρίας "ΜΥΛΟΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ" προς την εταιρία "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ", στο οποίο εμφανιζόταν η πώληση από την πρώτη εταιρία στη δεύτερη του ανωτέρω φορτίου, έναντι 80.764.000 δραχμών. Ακολούθως ο εκκαλών, σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε επακριβώς αλλά που ευρίσκεται μέσα στο χρονικό διάστημα από 9-9-1992 έως 23-1-1993, υπέβαλε στην αρμόδια Διεύθυνση Διαχείρισης Αγοράς Γεωργικών Προϊόντων (ΔΙ.ΔΑ.ΓΕ.Π) του Υπουργείου Γεωργίας την ως άνω Διασάφηση και το προαναφερόμενο τιμολόγιο πωλήσεως, προκειμένου να εισπράξει γεωργική κοινοτική επιδότηση. Αποτέλεσμα ήταν να πεισθούν οι υπάλληλοι της ΔΙ.ΔΑ.ΓΕ.Π ότι είχε εξάγει στην Αλβανία, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, την αναγραφόμενη στο παραπάνω τιμολόγιο ποσότητα σιμιγδαλιού, ήτοι 850.000 κιλά, και έτσι να εγκρίνουν και να του καταβάλουν, στις 23-1-1993, το ποσό των 34.481.500 δραχμών-ή των 101.486,43 ευρώ, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 26-1-1993 Γραμμάτιο Είσπραξης της Τράπεζας Κρήτης, ως Κοινοτική επιχορήγηση. Ακολούθως, όμως, διαπιστώθηκε ότι το προαναφερόμενο τιμολόγιο πωλήσεως-δελτίο αποστολής που ήταν προσαρτημένο στην ως άνω Διασάφηση ήταν πλαστό. Η πλαστογράφηση του εν λόγω τιμολογίου πωλήσεως-δελτίου αποστολής προέκυψε από το πρωτότυπο στέλεχος του, το οποίο βρέθηκε από τους διενεργούντες την έρευνα, κατόπιν ελέγχου, στα γραφεία της πωλήτριας εταιρίας "ΜΥΛΟΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΕ". Από το πρωτότυπο αυτό στέλεχος προέκυπτε ότι η πραγματική ποσότητα σιμιγδαλιού που η τελευταία εταιρία είχε πουλήσει στην εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα εταιρία ήταν 2.500 κιλά σιμιγδαλιού έναντι 302.400 δραχμών. Περαιτέρω, στην Καρτέλα Πελατών της ανωτέρω προμηθεύτριας εταιρίας εμφανίζεται η εταιρία "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ" χρεωμένη με το ποσό των 302.400 δραχμών, που αντιστοιχεί στην αγορά ποσότητας σιμιγδαλιού 2.500 κιλών δυνάμει του υπ' αρ. .... τιμολογίου πώλησης και όχι με το ποσό των 80.764.000 δραχμών που εμφανίζεται ως τίμημα στο νοθευμένο τιμολόγιο-δελτίο αποστολής. Η φόρτωση του πλοίου "....." έγινε τμηματικά από 18 έως και 22 Σεπτεμβρίου 1992. Το ΣΔΟΕ με το αρ. ....έγγραφο του ζήτησε από τις Αλβανικές Τελωνειακές Αρχές τη διεξαγωγή έρευνας για την εξακρίβωση του χρόνου άφιξης του πλοίου "...." στο λιμάνι των Αγ. Σαράντα στο διάστημα των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου του έτους 1992 αλλά και του είδους των εμπορευμάτων που εκφορτώθηκαν και τελωνίσθηκαν. Οι Αλβανικές τελωνειακές Αρχές με το αρ. .... έγγραφο τους γνώρισαν στο ΣΔΟΕ ότι το ως άνω πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι των Αγ. Σαράντα στις 27-10-1992 και απέστειλαν σ' αυτό φωτοαντίγραφα των Τελωνειακών παραστατικών που κατέθεσαν οι εισαγωγείς στην Αλβανία προς τελωνισμό των εμπορευμάτων που εκφορτώθηκαν. Από τα ως άνω παραστατικά (Διασαφήσεις εισαγωγής και τιμολόγια) προέκυψε ότι εκφορτώθηκαν και τελωνίσθηκαν 3,5 τόνοι σιμιγδάλι, 27,5 τόνοι άλευρα και 325 τόνοι πίτουρα, ήτοι συνολικά 356 τόνοι. Συνεπώς τα 850.000 κιλά σιμιγδαλιού που φαίνεται ότι εξήχθησαν με την αρ..... Διασάφηση εξαγωγής της "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ" ουδέποτε, εξήχθησαν. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι κατά τον τελωνισμό στην Αλβανία χρησιμοποιήθηκε το No .... Πιστοποιητικό Φυτοϋγείας της Διεύθυνσης Προστασίας Φυτών του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή του με το προσαρτημένο στην υπ' αρ. .... Διασάφηση εξαγωγής του Γ' Τελωνείου Πειραιά, ταυτάριθμό του, αντίτυπο, είναι νοθευμένο τόσο στην περιγραφή του εμπορεύματος όσο και στις αναγραφόμενες ποσότητες και συγκεκριμένα αναγράφει βάρος 325.000 κιλά πίτουρα, ενώ το προσαρτημένο στη Διασάφηση αντίτυπο αυτού αναγράφει βάρος 900.000 κιλά σιμιγδάλι. Με βάση τα προεκτεθέντα ο εκκαλών, κατηγορούμενος, προέβη σε καταφανή πλαστογράφηση (νόθευση) και χρήση πλαστού τιμολογίου πώλησης δελτίου αποστολής, ώστε να εμφαίνεται ως εξαγχθείσα μεγαλύτερη ποσότητα σιμιγδαλιού σε σχέση με την πραγματικώς εξαγχθείσα. Ακόμη στο Γενικό Ημερολόγιο της υπό του εκκαλούντος εκπροσωπούμενης εταιρίας "ΟΜΗΡΟΣ ΛΑΔΙΑ ΕΠΕ" καταχωρήθηκε το ως άνω, υπ' αρ. ...., τιμολόγιο, όπως ακριβώς εμφανίζεται στη διασάφηση εξαγωγής. Η τελευταία ενέργεια έγινε προφανώς για τη συγκάλυψη της γενόμενης πλαστογράφησης του ως άνω τιμολογίου, αλλά και για την ευχερέστερη υλοποίηση του σχεδίου και την επίτευξη του σκοπού του εκκαλούντος. Ακολούθως, ο εκκαλών, κάνοντας χρήση του πλαστού αυτού τιμολογίου, παρέστησε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα στους αρμόδιους υπαλλήλους της ΛΙ.ΔΑ.ΓΕ.Π, με αποτέλεσμα να τους πείσει ότι πράγματι εξήγαγε στην Αλβανία, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, την αναγραφόμενη στο παραπάνω τιμολόγιο ποσότητα σιμιγδαλιού, ήτοι 850.000 κιλά, και έτσι να εγκρίνουν και να του καταβάλουν, στις 23-1-1993, το ποσό των 34.481.500 δραχμών ή των 101.486,43 ευρώ, με βλάβη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την οποία προέρχονταν οι επιδοτήσεις αυτές αλλά και εμμέσως του Ελληνικού Δημοσίου, ως υπολόγου διαχειρίσεως αντίστοιχων κεφαλαίων του Κοινοτικού προϋπολογισμού, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια της υπ' αυτού εκπροσωπούμενης εταιρίας, στην οποία και εξαρχής σκοπούσε. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο προσφεύγων ενήργησε κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει (σύσταση εταιρίας, ανεύρεση και νόθευση τιμολογίων και άλλων παραστατικών κλπ), τον όλο σχεδιασμό και διενέργεια της ανωτέρω πράξεως, από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, προκύπτει ότι υπήρχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης από αυτών τέτοιων πράξεων για πορισμό εισοδήματος. Η ανωτέρω πράξη του εκκαλούντος, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2803/2000, ήταν και παραμένει, αξιόποινη, ως πληρούσα την αντικειμενική υπόσταση του προβλεπόμενου και τιμωρούμενου από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ εγκλήματος. Κατόπιν αυτού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφαρμοστέα εν προκειμένω τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2-1 του ν. 2803/2000, ως ειδική και ευμενέστερη, έναντι του άρθρου 386 ΠΚ. Όπως σαφώς συνάγεται από τα προεκτεθέντα, ενυπάρχουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκ της οποίας η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, δηλαδή, α) εν γνώσει υποβολή υπό του εκκαλούντος πλαστού εγγράφου, 2) παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων της ΔΙ.ΔΑΓΕ.Π, με αποτέλεσμα να εγκρίνουν και να του καταβάλουν την επιδότηση, 3) είσπραξη υπό του εκκαλούντος αχρεωστήτως επιδοτήσεως και, συνεπώς, παράνομη μείωση των πόρων του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και 4) προξενηθείσα βλάβη υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ, ανερχομένη στο ποσό των 34.481.500 δραχμών ή των 101.486,43 ευρώ. Παραπονείται ο εκκαλών στο υπόμνημα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση εφέσεως του, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η βεβαίωση "Delivery Receipt" των Αλβανικών Τελωνειακών Αρχών, από την οποία επιβεβαιώνεται ότι παρελήφθησαν στο λιμάνι των Αγ. Σαράντα 850 τόνοι σιμιγδάλι. Οι αιτιάσεις αυτές του εκκαλούντος είναι αβάσιμες, αφού εκτός του ότι αμφισβητείται η γνησιότητα της ως άνω βεβαιώσεως, σε κάθε περίπτωση το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, όπως σαφώς συνάγεται από τα αποτελέσματα της έρευνας που έγινε λόγω της διαπιστωθείσας νόθευσης των υπ' αρ. .... τιμολογίου πώλησης και No ....Πιστοποιητικού Φυτοϋγείας της Διεύθυνσης Προστασίας Φυτών του Υπουργείου Γεωργίας. Παραπονείται, επίσης, ο εκκαλών ότι, το προσβαλλόμενο βούλευμα αγνόησε το αίτημα του, προς απόδειξη των ισχυρισμών του και την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, να κληθούν αφενός μεν η Θ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης να προσκομίσει τα κατασχεθέντα βιβλία της εταιρίας, αφετέρου δε ο υπάλληλος ...... για να προσκομίσει όλα τα σχετικά έγγραφα που κατέχει (δελτία αποστολής, στοιχεία των αυτοκινήτων, φορτωτικές κλπ) αλλά και για να εξετασθούν κατ' αναπαράσταση. Με τον τρόπο αυτό είναι φανερό ότι ο εκκαλών, εμμέσως πλην σαφώς, επαναφέρει το αίτημα του για τη διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης. Από την εκτίμηση του προαναφερόμενου αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αστυνομική προανάκριση, προέκυψαν τα προεκτεθέντα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία αιτιολογούν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων, που μπορούν να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη. Κατόπιν αυτού, φανερό είναι ότι, η διενέργεια συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης, για το σκοπό που αναφέρει ο εκκαλών, θα ήταν αλυσιτελής, δοθέντος ότι, σε κάθε περίπτωση, οι προαναφερόμενες σε βάρος του ενδείξεις θα παραμείνουν εναργείς και ισχυρές. Συνεπώς, ενόψει και των διαλαμβανόμενων στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το ανωτέρω αίτημα του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω εγκλήματος, μνημονεύει τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και σχημάτισε την κρίση για την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων, παραθέτει δε, τέλος, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2-1 του Ν. 2803/2000 που στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αποδιδόμενη στο βούλευμα αιτίαση της μη λήψης υπόψη εγγράφου και δη της απόδειξης παραλαβής με στοιχεία " 10037/2276 Πειραιεύς 13-7-1995" είναι αβάσιμη αφού ρητώς στο προοίμιο του βουλεύματος αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα "ανεξαιρέτως" τα έγγραφα και δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να μνημονεύεται καθένα χωριστά και τι προέκυψε από αυτά. Ο αναιρεσείων, κατά τα λοιπά, παραθέτει στο έγγραφο της αναίρεσης αυτούσιο σχεδόν το κείμενο της εφέσεώς του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος και αιτιάται το Συμβούλιο Εφετών για την απόρριψη της εφέσεώς του. Όμως, οι αιτιάσεις αυτές, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου και εκ του λόγου αυτού είναι απαράδεκτες. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο βούλευμα η πλημμέλεια της μη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και ο παντελώς αόριστα διατυπούμενος στο τέλος της αιτήσεως εκείνος της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και, πρέπει, η αίτηση να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-12-2006 αίτηση του ...., για αναίρεση του 448/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ