Αριθμός 253/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Φ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 541/2017 μη οριστική και 1550/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3504/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-2-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 8-2-2021 (αρ. κατ. 1687/181/2021) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 3504/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α' Κ.Πολ.Δ. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Περαιτέρω, στα άρθρα 12 και 19 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα με πεζούς και οχήματα, ενώ στο άρθρο 38 ορίζονται οι κανόνες οδικής συμπεριφοράς των πεζών. Ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 12 ορίζεται ότι αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα και ότι οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, στη δε παράγραφο 1 του άρθρου 19, ότι "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", ενώ στην παράγραφο 4 του άρθρου 38 ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν. β) Αν στη διάβαση πεζών την οποία πρόκειται να χρησιμοποιήσουν, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, να συμμορφώνονται στα σήματά τους. γ) Αν στη διάβαση δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες πεζών, αλλά η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες οχημάτων ή από τροχονόμους και δίνεται σήμα για να προχωρήσουν τα οχήματα, να μην κατέρχονται στο οδόστρωμα. δ) Σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν. ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του". Η παράβαση όμως των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 3504/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681 Α', 666-667, 670 - 676 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015), δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναιρέσεως ζητήματα, της υπαιτιότητας του οδηγού της ασφαλισμένης στην εναγομένη- αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία μοτοσυκλέτας και του τραυματισθέντος κατ' αυτό πεζού, ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των προαναφερθέντων και του επελθόντος τραυματισμού του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 9-10-2014, ώρα 9:00 περίπου, ο Π. Κ. [..........] οδηγώντας την υπ' αρ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, 996 cc (η οποία κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένη για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην β' εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ήδη αναιρεσίβλητη) εκινείτο επί της οδού Γούναρη στην Πάτρα (η οποία οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,60μ), με κατεύθυνση από οδό Καλαβρύτων προς πλατεία Ομονοίας. Όταν αυτός έφθασε στο ύψος της άνω οδού, όπου παραπλεύρως αυτής βρίσκεται πρατήριο βενζίνης και ενώ εκινείτο εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του και σε απόσταση περίπου 50 εκατοστών από το άκρο δεξιό τμήμα του, η μοτοσικλέτα του επέπεσε επί του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), ο οποίος επιχειρούσε την στιγμή εκείνη να διασχίσει πεζός κάθετα την ανωτέρω οδό με πορεία από αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτ/τας προς τα δεξιά και ήδη είχε διασχίσει το ένα ρεύμα κυκλοφορίας της άνω οδού (αυτό που οδηγεί προς οδό Καλαβρύτων) και ένα μέρος του άλλου ρεύματος κυκλοφορίας της (αυτό που οδηγεί προς πλατεία Ομονοίας). Ο ενάγων, μετά την πρόσκρουση επί του σώματός του της άνω μοτοσικλέτας, επέπεσε επί του πεζοδρομίου του ρεύματος πορείας της οδού Γούναρη που οδηγεί προς πλατεία Ομονοίας, ήτοι επί του πεζοδρομίου προς το οποίο κατευθυνόταν βαδίζοντας και διασχίζοντας καθέτως την άνω οδό, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί, ενώ η μοτοσικλέτα του α' εναγομένου δεν ανετράπη, αλλά ακινητοποιήθηκε μετά την άνω πρόσκρουσή της, από τον οδηγό της (α' εναγόμενο). Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο α' εναγόμενος εκινείτο με την μοτ/τα του, κατά την πρόσκρουση αυτής επί του ενάγοντος, με κανονική ταχύτητα, όχι ανωτέρα των 50 χλμ/ώρα και ο ενάγων διέσχιζε κάθετα την ανωτέρω οδό ενώ στο σημείο εκείνο δεν υπήρχε διάβαση πεζών. Με βάση τ' ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού επελθών τραυματισμός του ενάγοντος, οφείλονται σε υπαιτιότητα τόσο του α' εναγομένου όσο και του ενάγοντος (συγκλίνουσα υπαιτιότητα αυτών), οι οποίοι δεν κατέβαλαν την προσήκουσα σε ανάλογες περιπτώσεις επιμέλεια και προσοχή μέσης ικανότητας συνετών ανθρώπων (και δη συνετού οδηγού ο α' εναγόμενος και συνετού πεζού ο ενάγων) την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και ηδύνατο να καταβάλουν. Συγκεκριμένα: 1) Ο α' εναγόμενος δεν οδηγούσε την μοτ/τα του με σύνεση και διαρκώς την προσοχή του τεταμένη στην οδήγηση, δεν είχε τον έλεγχο του οχήματός του ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τον ενάγοντα που διέσχιζε καθέτως το οδόστρωμα (με πορεία από αριστερά, σε σχέση με την πορεία της μοτ/τας του α' εναγομένου, και προς τα δεξιά και ήδη είχε διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος του οδοστρώματος, κατά τα ανωτέρω) και να μην τροχοπεδήσει ή να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό (όπως ηδύνατο να πράξει), προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουση της μοτ/τας του επί του ενάγοντος, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 § 1, 19 § 1 του ΚΟΚ, η δε συμπεριφορά του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ανωτέρω ατυχήματος συνεπεία του οποίου επήλθε ο τραυματισμός του ενάγοντος. 2) Ο ενάγων επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το άνω οδόστρωμα χωρίς να υπάρχει στο σημείο εκείνο διάβαση πεζών και κατήλθε από το πεζοδρόμιο της άνω οδού (της οποίας η κυκλοφορία των πεζών και των οχημάτων ρυθμιζόταν με φωτεινούς σηματοδότες, επιχειρώντας να το διασχίσει κάθετα κατά τα ανωτέρω, χωρίς να λάβει υπόψη του την απόσταση και την ταχύτητα της μοτ/τας του α' εναγομένου που πλησίαζε και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να διασχίσει αυτήν κάθετα χωρίς να παρεμποδίσει τη κυκλοφορία των οχημάτων, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 § 4 εδ. ά έως ε' του ΚΟΚ, η δε συμπεριφορά του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ανωτέρω ατυχήματος συνεπεία του οποίου επήλθε ο τραυματισμός του. Συνεπώς, αμφότεροι οι ανωτέρω εμπλεκόμενοι στο ατύχημα, επέδειξαν αμελή συμπεριφορά παραβιάζοντας τους κανόνες που ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία και με βάση τη βαρύτητα της αμέλειας εκάστου εξ αυτών, πρέπει το ποσοστό συνυπαιτιότητάς τους να καθορισθεί σε 80% για τον α' εναγόμενο και σε 20% για τον ενάγοντα......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει το παρόν δικαστήριο, δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της ασφαλισμένης στην εκκαλούσα- εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία μοτοσυκλέτας, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατόπιν τούτου δε, δέχτηκε ως βάσιμη την έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε τις συνεκκληθείσες, 541/2017 εν μέρει οριστική και 1550/2018 οριστική, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, έκρινε ότι το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των ως άνω εμπλακέντων προσώπων, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά. Με τις ως άνω, όμως, παραδοχές του το Εφετείο, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα, οδηγού της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας και τραυματισθέντος πεζού, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό του πόρισμα και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το εάν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου που εφάρμοσε, τους οποίους, έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, ενώ δέχτηκε, ανέλεγκτα, ότι το ατύχημα έλαβε χώρα όταν ο πεζός είχε ήδη διασχίσει 9,60 μέτρα επί του οδοστρώματος και απέμενε απόσταση μόλις 0,50 μέτρου, για να ολοκληρώσει τη διαδρομή και να ανέλθει στο πεζοδρόμιο, έκρινε αυτόν συνυπαίτιο του ατυχήματος, χωρίς να προσδιορίζει στην απόφασή του 1) εάν η οδός στο σημείο του ατυχήματος, κατά την πορεία της ζημιογόνου μοτοσυκλέτας και μέχρι το σημείο που βρισκόταν ο αναιρεσείων-ενάγων, πριν αρχίσει να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα, ήταν ευθύγραμμη ή όχι, 2) εάν υπήρχε ή όχι, και σε καταφατική περίπτωση πόση, ορατότητα σε μέτρα, μεταξύ της μοτοσυκλέτας και του πεζού, από το χρόνο που ο τελευταίος άρχισε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα και μέχρι το σημείο που συνέβη το ατύχημα, 3) εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος η κυκλοφορία επί της οδού ήταν αραιή ή πυκνή και εάν υπήρχαν άλλα οχήματα, κινούμενα παράλληλα προς τη ζημιογόνο μοτοσυκλέτα και προς τα δεξιά αυτής και 4) εάν υπήρχε κάποιο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο που παρεμπόδιζε την ορατότητα του οδηγού από ικανή απόσταση, συνθήκες οι οποίες είναι αναγκαίες, προκειμένου να ελεγχθεί αν ο οδηγός αντιλήφθηκε ή, έχοντας τεταμένη την προσοχή του, μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό πριν από την κάθοδό του στο οδόστρωμα και καθ' όλη τη διάρκεια της κίνησής του σ' αυτό, μέχρι το σημείο της παράσυρσής του, και εάν, με τις κυκλοφοριακές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα του ατυχήματος και τις λοιπές συνθήκες, είχε ή όχι τη δυνατότητα να τροχοπεδήσει εγκαίρως ή να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να επιτρέψει στον πεζό να ολοκληρώσει την κίνησή του, διανύοντας με ασφάλεια την ελάχιστη απόσταση που απέμενε μέχρι το πεζοδρόμιο. Κατά συνέπειαν, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που επιτρεπτά ερευνάται πρώτος, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017)], με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις αυτές. Κατόπιν τούτου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 α' και β', 19, 11περ. β'και γ', 8 περ. α' και 10 του 559 Κ.Πολ.Δ., αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή τους, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του ανωτέρω λόγου της αναιρέσεως (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και να αναιρεθεί, επομένως, η απόφαση αυτή. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3504/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α' Κ.Πολ.Δ.). Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ