Αριθμός 697/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπιμπλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετσάλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1452/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 14611/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την υπό κρίση από 12-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 14611/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο, δικάζοντας ως εφετείο κατά την τακτική διαδικασία, δέχτηκε κατ'ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ.1452/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχτεί την από 23-9-2016 αγωγή της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Συνεπώς η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α` του Ν. 2496/1997 ορίζεται ότι, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, η υπαίτια παράβαση από τον λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του. Ακολούθως, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ. α` του ίδιου και πάλι άρθρου ορίζεται ότι, με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η υποχρέωση ειδικότερα του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΟλΑΠ 1805/1986). Εξάλλου, η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα Νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, το σύνολο των διατάξεων του Ν.2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ` αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτομένων προσώπων, παρά μόνο να διευρυνθούν. Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή, μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013). Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας. Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν.2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι, ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ` αυτή γενική επιφύλαξη ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο Ν.2496/1997. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 του Ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό, ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ` αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (ΟλΑΠ 19/2015, ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 14/2013,ΑΠ 957/2021, ΑΠ 854/2014). Συνεπώς, ως απαλλακτική ρήτρα μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα και η διαμορφωμένη στη διεθνή ασφαλιστική πρακτική στερεότυπη ρήτρα "claims made policy" (αξιώσεις που θα προβληθούν), σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για τη γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά τη διάρκειά της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή ή, κατά επιεικέστερη παραλλαγή, να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά τη διάρκειά της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει έτσι να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας). Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 Ν.2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά, όπως ήδη αναφέρθηκε, το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση, από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008). Επομένως, η απαλλακτική αυτή ρήτρα, παρεχόμενη από το άρθρο 7 παρ. 6 Ν.2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του νόμου αυτού. Εξάλλου, η ίδια ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ` εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 8 του ίδιου Νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του αυτού ασφαλιστικού Νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του παραπάνω νόμου (ΑΠ 1343/2017). Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, με το καθεστώς του ισχύοντος ΑσφΝ το χρονικό διάστημα για την αναγγελία πραγματοποίησης του κινδύνου επιμηκύνθηκε σε οκτώ ημέρες με αφετηρία όχι το χρόνο πραγματοποίησης του κινδύνου, αλλά το χρόνο που έλαβε γνώση ο λήπτης της ασφάλισης ότι επήλθε η ζημία. Αντίθετα, με το καθεστώς του ΕμπΝ (άρθρο 209 παρ.1, εδ. α') προβλεπόταν μικρότερη προθεσμία τριών ημερών για την ειδοποίηση του ασφαλιστή. Ωστόσο, δεν προκύπτει ερμηνευτικά ότι ο λήπτης πρέπει να περιμένει την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας για να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, αλλά αντίθετα, οφείλει να τον ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση νωρίτερα, εφόσον αυτό είναι δυνατό. Ακόμη, έγκυρα μπορεί να συμφωνηθεί στην ασφαλιστική σύμβαση ότι ο ασφαλιστής πρέπει να ειδοποιηθεί "αμελλητί" ή "άμεσα", το οποίο δεν σημαίνει ότι υποχρεώνεται ο λήπτης της ασφάλισης να ανακοινώνει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης αμέσως, αλλά να ενεργήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Μία τέτοια συμφωνία, δεδομένου ότι αποβλέπει στο συμφέρον όχι μόνο του ασφαλιστή αλλά και του ασφαλισμένου, δεν είναι άκυρη κατά το άρθρο 33 παρ. 1 ΑσφΝ, καθώς δε θίγει ούτε περιορίζει τα δικαιώματα του ασφαλισμένου και μπορεί να συμφωνηθεί σε κάθε είδους ασφάλιση καταναλωτική ή μη καταναλωτική. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι πιθανή άγνοια των υπόχρεων σε αναγγελία προσώπων σχετικά με την πραγματοποίηση του κινδύνου, τους απαλλάσσει από την υποχρέωση αναγγελίας, εφόσον φυσικά αυτή δεν οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια τους να πληροφορηθούν κάτι τέτοιο. Ο νόμος δεν τάσσει ορισμένο τύπο αναγγελίας. Έτσι, η αναγγελία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο όπως προφορικά, τηλεφωνικά, γραπτώς με γράμμα, με συστημένη επιστολή. Εάν έχει συμφωνηθεί η ειδοποίηση με ορισμένο τύπο π.χ. γραπτώς, σε περίπτωση που ο ασφαλιστής ειδοποιηθεί χωρίς τύπο, έστω και προφορικά, δεν υπάρχει παράβαση, αφού ο σκοπός της ειδοποίησης έχει επιτευχθεί. Η ειδοποίηση πρέπει να περιλαμβάνει την αναγγελία του κινδύνου που πραγματοποιήθηκε, τα στοιχεία του αντικειμένου που έχει θιγεί από τον κίνδυνο, τα στοιχεία του λήπτη της ασφάλισης, τα περιστατικά πραγματοποίησης του κινδύνου, παροχή αποδεικτικών. Να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται αναγγελία στην περίπτωση που ο ασφαλιστής έχει ενημερωθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πραγματοποίηση του κινδύνου. Για την απαλλαγή, επομένως, του ασφαλιστή προϋποτίθεται υπαιτιότητα του λήπτη της ασφάλισης, ακόμη και ελαφρά αμέλεια . Έτσι σε περίπτωση ανυπαίτιας παράβασης του καθήκοντος ειδοποίησης από το λήπτη της ασφάλισης εντός ορισμένου χρόνου, ο νόμος δεν επισύρει καμία κύρωση σε βάρος του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ασφαλιστής, στην περίπτωση επιτρεπτής ρήτρας απαλλαγής λόγω παραβίασης της υποχρέωσης αναγγελίας της πραγματοποίησης του κινδύνου εντός ορισμένου χρόνου, απαλλάσσεται μόνο εάν ο λήπτης της ασφάλισης ενήργησε με υπαιτιότητα σύμφωνα με το άρθρο 330 ΑΚ. Περαιτέρω, το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 7/2006). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ (ταυτόσημη με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ίδιου Κώδικα), προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018,ΑΠ 955/2021, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020). Επίσης,δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006,ΑΠ 728/2019). 4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) είχε ασφαλίσει έναν φορτωτή τύπου BOBCAT με αριθμό κυκλοφορίας ... για τον κίνδυνο κλοπής στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) για το χρονικό διάστημα από 13-3-2015 έως 13-3-2016 έναντι ποσού 9.000 €. Ειδικότερα, στην σελίδα 3 του ασφαλιστήριου συμβολαίου σχετικά με την κάλυψη της ζημίας από ολική κλοπή του ασφαλιζόμενου μηχανήματος, αναφέρεται ότι η υποχρέωση του ασφαλιστή υφίσταται με την προϋπόθεση ότι η απώλεια θα δηλωθεί αμέσως στην αστυνομική αρχή και την εταιρεία και γεννάται μετά την παρέλευση ενενήντα ημερών αφότου υποβληθεί η σχετική μήνυση και προσκομισθεί βεβαίωση ότι η μήνυση εκκρεμεί και δεν προκύπτει από αλλού ότι το μηχάνημα βρέθηκε στην προθεσμία αυτή. Περαιτέρω, η ενάγουσα με δήλωση της προς την εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η κλοπή του μηχανήματος που ήταν σταθμευμένο επί της ... έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 13-7-2015 και ώρα 9:00 έως 15-7-2015 και ώρα 20:30. Ωστόσο, η δήλωση της κλοπής στην Αστυνομία έγινε την 20-7-2015 και ώρα 14:40, οπότε και συνετάγη η σχετική καταγγελία στο Τμήμα Ασφάλειας Πετραλώνων, ενώ στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία έγινε την 21-7-2015 μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η εν λόγω ασφάλιση αφορά επαγγελματικό κίνδυνο, δηλαδή κίνδυνο που προέρχεται από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου και συνεπώς εγκύρως συμφωνήθηκε η ανωτέρω ρήτρα που δεν αποτελεί απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια της § 1 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός εξακολουθητικά,... το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση,.... Επομένως νομίμως κατ' αρχήν προβάλλεται η σχετική ένσταση από την εναγομένη που εμποδίζει την γέννηση του δικαιώματος της ενάγουσας προς αποζημίωση. Απομένει, ωστόσο, να ερευνηθεί ποιος θα ήταν ο προσήκων χρόνος ειδοποίησης, δεδομένου ότι στο ασφαλιστήριο δεν αναφέρεται συγκεκριμένος χρόνος, αλλά αναφέρεται γενικώς ότι αυτό θα πρέπει να συμβεί "αμέσως". Ειδικότερα, όσον αφορά την έννοια της "άμεσης ειδοποίησης", όπως αναφέρεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αυτή θα πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αναζητώντας την αληθινή βούληση των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η ενάγουσα ειδοποίησε την Αστυνομία τουλάχιστον πέντε ημέρες μετά από την ανακάλυψη της κλοπής και αυτό αφού είχε αφήσει για τρεις περίπου ημέρες το μηχάνημα αφύλακτο, ώστε να μην δύναται να καθορισθεί επακριβώς ο χρόνος της κλοπής αυτού, ενώ ειδοποίησε την εναγόμενη μια ημέρα μετά την δήλωση της κλοπής στην αστυνομία, επικαλούμενη ανυπέρβλητο κώλυμα του νομίμου εκπροσώπου της καθώς η μητέρα του είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο προκειμένου να υποβληθεί σε εγχείρηση. Με βάση τα προαναφερθέντα κρίνεται ότι η ενάγουσα καθυστέρησε αδικαιολογήτως να αναγγείλει την κλοπή του ασφαλισμένου μηχανήματος, καθόσον διάστημα πέντε ημερών για την καταγγελία της κλοπής στην Αστυνομία αποτελεί αναμφίβολα μεγάλο χρονικό διάστημα που υπερβαίνει αυτό που θα ενεργούσε ο μέσος συνετός άνθρωπος, χωρίς να ερευνάται εν προκειμένω εάν η Αστυνομία ή η ασφαλιστική εταιρεία θα μπορούσαν να είχαν προβεί σε ενέργειες εντός αυτού του χρονικού διαστήματος για την ανακάλυψη των δραστών της κλοπής, δεδομένου ότι η απλή παραβίαση αυτού του όρου απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος. Για τον ίδιο λόγο δεν ενδιαφέρει και ο λόγος της καθυστέρησης της αναγγελίας, καθόσον το κώλυμα που προαναφέρθηκε σε συνδυασμό με το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν τέτοια καθυστέρηση. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει η σχετική ένσταση της εναγόμενης δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και επομένως παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης που αφορά την απόρριψη της ένστασης απαλλαγής λόγω βαρείας αμέλειας της ενάγουσας ως προς την φύλαξη του μηχανήματος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχτεί την αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμη, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης απαλλαγής, ως ουσιαστικά αβάσιμη. 5. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 και 179 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 7 παρ.6 και 33 παρ.1 του Ν.2496/1997, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ με όρο της ένδικης σύμβασης ασφάλισης κατά του κινδύνου κλοπής του προαναφερόμενου μηχανήματος είχε εγκύρως συμφωνηθεί ότι "η υποχρέωση του ασφαλιστή υφίσταται με την προϋπόθεση ότι η απώλεια θα δηλωθεί αμέσως στην αστυνομική αρχή και την εταιρεία", παρ' όλα αυτά η αναιρεσείουσα καθυστέρησε αδικαιολογήτως να αναγγείλει την κλοπή του ασφαλισμένου μηχανήματος, παραβιάζοντας έτσι τον ανωτέρω όρο του ασφαλιστηρίου όπως ερμήνευσε αυτόν, κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, αναφορικά με την "άμεση ειδοποίηση" ως "χωρίς υπαίτια καθυστέρηση", με συνέπεια να θεμελιώνεται η ένσταση της αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος και να δικαιολογείται, κατά παραδοχή τη ένστασης αυτής, η απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία καταφάσκουν την υπαίτια καθυστέρηση της αναιρεσείουσας και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται ασφαλίσματος λόγω υπαίτιας παραβιάσεως όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (ρήτρας απαλλαγής της αναιρεσίβλητης), με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές 1) ότι η αναιρεσείουσα ειδοποίησε την Αστυνομία τουλάχιστον πέντε ημέρες μετά από την ανακάλυψη της κλοπής και την αναιρεσίβλητη μια ημέρα μετά την δήλωση της κλοπής στην αστυνομία, 2) ότι η αναιρεσείουσα καθυστέρησε αδικαιολογήτως να αναγγείλει την κλοπή του ασφαλισμένου μηχανήματος, καθόσον το διάστημα πέντε ημερών για την καταγγελία της κλοπής στην Αστυνομία αποτελεί αναμφίβολα μεγάλο χρονικό διάστημα που υπερβαίνει αυτό που θα ενεργούσε ο μέσος συνετός άνθρωπος και 3) το κώλυμα του νομίμου εκπροσώπου της που επικαλέστηκε, δηλαδή ότι η μητέρα του είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο προκειμένου να υποβληθεί σε εγχείρηση, σε συνδυασμό με το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογεί την προαναφερόμενη καθυστέρηση. Επομένως, ο πρώτος από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 6. Με τον δεύτερο από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε το άρθρο 7 παρ.6 του Ν.2496/1997 διότι στηρίχθηκε μόνον στον υπ'αριθμ.1 όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σύμφωνα με τον οποίο "Καλύπτεται η Ολική Κλοπή του μηχανήματος και όχι η αφαίρεση τμημάτων εξαρτημάτων ή ανταλλακτικών αυτού. Η υποχρέωση του ασφαλιστή υφίσταται με την προϋπόθεση ότι η απώλεια θα δηλωθεί αμέσως στην αστυνομική αρχή και την εταιρεία και γεννάται μετά την παρέλευση ενενήντα ημερών αφότου υποβληθεί η σχετική μήνυση και προσκομισθεί βεβαίωση ότι η μήνυση εκκρεμεί και δεν προκύπτει από αλλού ότι το μηχάνημα βρέθηκε στην προθεσμία αυτή", ενώ θα έπρεπε να εφαρμόσει το άρθρο 7 παρ.1 του Ν.2496/1997 και να στηριχθεί στον υπ'αριθμ.10 όρο των Γενικών Όρων του ίδιου ασφαλιστηρίου συμβολαίου με τίτλο "ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ/ΛΗΠΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΕΛΕΥΣΗ ΖΗΜΙΑΣ", σύμφωνα με τον οποίο "10.1. Ο ασφαλισμένος/λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται εντός οχτώ (8) ημερών από τότε που θα έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης να ειδοποιήσει τον Ασφαλιστή...Η υπαίτια παράβαση από τον ασφαλισμένο/λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεων των διατάξεων των παρ.10.1 και 10.2 παρέχει το δικαίωμα στην Εταιρεία να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας της", ισχυρισμός που είχε προβληθεί με τις προτάσεις της και ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Ωστόσο, οι όροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (ειδικοί όροι) υπερισχύουν των αντιστοίχων γενικών όρων και συνεπώς ορθώς το Εφετείο δέχτηκε ότι υπερισχύει ο υπ'αριθμ. 1 όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ως ρήτρα απαλλαγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7 παρ.6 του Ν.2497/1997. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 7. Με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο προαναφερθείς υπ'αριθμ.1 όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου είναι έγκυρος, επειδή πρόκειται για ασφαλιστική κάλυψη επαγγελματικού κινδύνου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ.6, 2 παρ.8 και 33 παρ.1 του ν.2496/1997, διότι αφενός ο όρος αυτός δεν ήταν προϊόν ελεύθερης διαπραγμάτευσης, αλλά της επιβλήθηκε μονομερώς από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, αφετέρου είναι καταχρηστικός και υπέρμετρα επαχθής, διότι δεν προσδιορίζει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα έπρεπε να δηλωθεί η κλοπή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι δεν είχε προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (άρθ.562 παρ.2). Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας με τις προτάσεις της τον ισχυρισμό ότι ο παραπάνω όρος του ασφαλιστηρίου τυγχάνει άκυρος αλλά και καταχρηστικός, διότι περιορίζει υπέρμετρα επαχθώς και δυσανάλογα τα δικαιώματά της προς αποζημίωση από την ασφαλιστική σύμβαση, χωρίς ν' αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με έλλειψη διαπραγμάτευσης και αοριστία του σχετικού όρου. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω όρος είναι έγκυρος, αφού, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 6 παρ. 7 του ν. 2496/1997 μπορεί με την ασφαλιστική σύμβαση να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη δε ρήτρα απαλλαγής δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ` εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 8 του ίδιου Ν.2496/1997, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού, και χωρίς την προϋπόθεση αυτή, ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του παραπάνω νόμου. Εξάλλου, και υπό την εκδοχή ότι το καθήκον ειδοποίησης του ασφαλιστή εντός ορισμένου χρόνου θεσπίζεται αποκλειστικά με στόχο την προστασία του, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να διαγνώσει ορθά και άμεσα τη ζημία και το αίτιο αυτής και βέβαια να διαπιστώσει εάν και κατά πόσο ευθύνεται, το περιεχόμενο ενός τέτοιου όρου δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ) και καθορίζεται ελεύθερα από τα μέρη. Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι και αβάσιμος. 8. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-04-2021 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ.14611/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης , τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ