Αριθμός 789/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. - Σ. Π. του Κ., πρώην κατοίκου ... Νομού και Περιφερειακής ... και ήδη κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκανιά. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ... ... Νομού και Περιφερειακής .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Σοφιανό. Κοινοποιουμένη προς: τη μονοπρόσωπη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία "Π..Μ.. Λ. Μ..Ι..Κ..Ε.., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή αυτής Θ. Μ.. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής, τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2019 ανακοπή και τους από 29-8-2019 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκε η απόφαση 155/2020 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-9-2020 αίτησή του και τους από 27-11-2021 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004). Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 500/2023, ΑΠ 831/2022, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 11-9-2020 αίτησης για αναίρεση της 155/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ορίστηκε η δικάσιμος της 11-4-2022, ο δε αναιρεσείων άσκησε προσθέτους λόγους με το από 27-11-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 19-1-2022 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την 31-1-2022, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο (βλ. την υπ' αριθμ. 5746ΣΤ'/31-1-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Β. Β., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων). Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με το από 11-9-2020 κυρίως δικόγραφο, να ερευνηθούν περαιτέρω, με την επισήμανση ότι αμφότερα τα εν λόγω δικόγραφα έχουν κοινοποιηθεί και στη μη διάδικο στην παρούσα δίκη Μ. Κ. Ε. "ΠΜ Λ. ΙΚΕ", ομόδικο του αναιρεσείοντος στην πρωτόδικη δίκη (βλ. 9724Β/4-2-2022 και 9725Β'/4-2-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου ... Ό. Ε.). Κατά το άρθρο 574 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 ΠΔ 34/1995), με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο διαρκεί η μίσθωση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 574 και 593 του ΑΚ, υπομίσθωση είναι η δυνάμενη κατ' άρθρο 11 ΠΔ 35/1995 να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, και επί εμπορικής μίσθωσης, σύμβαση, με την οποία ο μισθωτής, ενεργώντας ως εκμισθωτής, παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, την οποία απέκτησε με την κύρια μίσθωση, σε τρίτον (υπομισθωτή) με ορισμένο αντάλλαγμα -μίσθωμα και για ορισμένο χρόνο, που, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 361 του ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να είναι το μίσθωμα και ο χρόνος, που συμφωνήθηκαν με την κύρια μίσθωση (Α.Π. 569/1996). Πρόκειται, επομένως, περί συμβάσεως με όλα τα χαρακτηριστικά της μισθώσεως, η οποία, όμως, είναι νέα μεταξύ του μισθωτή και του τρίτου και άσχετη τελείως με την κύρια μίσθωση, η οποία δεν αλλοιώνεται υποκειμενικώς, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή, και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή και ο δεύτερος την ιδιότητα του μισθωτή (ΑΠ 1957/2006). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593 και 599 παρ. 2 του ΑΚ συνάγεται, ότι η υπομίσθωση είναι σύμβαση ξένη (res inter alios acta) έναντι του εκμισθωτή (ΑΠ 1153/2022, ΑΠ 612/2006). Συνεπώς, η ενοχική σχέση της υπομίσθωσης είναι παρεπόμενη αναφορικά προς την κύρια μίσθωση, από την οποία και εξαρτάται, με αποτέλεσμα αν αυτή η τελευταία είναι για οποιονδήποτε λόγο άκυρη, να μην μπορεί η υπομίσθωση λόγω ακριβώς του παρεπομένου χαρακτήρα της, να προβληθεί έναντι του εκμισθωτή, ακόμα και αν η ίδια είναι μεταξύ υπεκμισθωτή και υπομισθωτή κατά πάντα έγκυρη (ΑΠ 281/2020, ΑΠ 1192/2013). Ο υπομισθωτής δεν προστατεύεται αυτοτελώς έναντι του εκμισθωτή. Έτσι, αν υπάρχει υπομίσθωση, ο εκμισθωτής μπορεί να απαιτήσει το μίσθιο από τον υπομισθωτή και, συνεπώς, κατά την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη της κύριας αστικής ή εμπορικής σύμβασης μισθώσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρ. 599 § 2 Α.Κ. να απαιτήσει το μίσθιο ακίνητο, όχι μόνον από τον μισθωτή, αλλά και από τον μη συνδεόμενο μετ' αυτού διά συμβάσεως υπομισθωτή (ΑΠ389/2022, ΑΠ 281/2020), έστω και αν η μεταξύ του μισθωτού και υπομισθωτού σύμβαση υπομισθώσεως είναι εκ των εις τα άρθρ. 1, 2 του Ν. 813/78 διαλαμβανομένων (ΑΠ 306/2014, ΑΠ 1226/2012). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η εμπορική υπομίσθωση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση προς την κύρια μίσθωση, με την έννοια ότι δεν μπορεί να συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της κύριας μίσθωσης (Ολ.ΑΠ 14/1992, ΑΠ281/2020, ΑΠ 554/2001), και για το κύρος της είναι αναγκαία η συναίνεση του εκμισθωτή (άρθρ. 11 § 1 του Π.Δ. 34/1995). Τέλος, λύση της εμπορικής μισθώσεως είναι δυνατόν να επέλθει, μετά την κατάρτιση αυτής, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με νεότερη συμφωνία των μερών, η οποία υπάρχει και όταν, προ της παρελεύσεως του συμβατικού ή νομίμου χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει, με σκοπό την λύση της μισθώσεως, για την απόδειξη δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 5 του Π.Δ. 34/1995 (ΑΠ971/2022, ΑΠ 1193/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139 και 180 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, χαρακτηρίζεται ως εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής νομικής κατάστασης, χωρίς να υπάρχει πράγματι στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δικαιοπραξία, όχι μόνο όταν είναι μονομερής, αλλά και όταν είναι σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος (ΑΠ 1427/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 681/2016). Για την ακυρότητα, ως εικονικής, μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται (ΑΠ 563/2016). Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής συμφώνως προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 502/2018). Στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεώς της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας (ΑΠ 1659/2006, ΑΠ 1169/2003, ΑΠ 874/1996). Ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας μπορεί να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα της δικαιοπραξίας απ` αυτή τόσο κατά του αντισυμβληθέντος όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι δε και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτή (ΑΠ 794/2008). Η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ. Με τις παραπάνω διατάξεις γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, όταν δηλαδή οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία καμιά έννομη μεταβολή, και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ` αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015, ΑΠ1426/2007). Όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας είναι και συστατικός τύπος αρκεί ότι ο τύπος αυτός να τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτό και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτομένης δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ36/1998, ΑΠ1438/1995) αλλ' αυτά αποδεικνύονται με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ831/2022). Η εικονικότητα, εξάλλου, δεν εμποδίζεται, αν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού αυτός είναι εντεταλμένος απλώς να πιστοποιεί τη δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στη δικαιοπραξία (ΑΠ 563/2016, ΑΠ 1615/2013). Σε περίπτωση καταχωρημένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεως εκμισθώσεως ακινήτου, αν οι αντίστοιχες για τη μίσθωση δηλώσεις βουλήσεως, αφενός του εκμισθωτή και αφετέρου του μισθωτή ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνον έγιναν φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν, είτε να μην υπάρχει υποχρέωση του εκμισθωτή να παραδώσει το εκμισθούμενο ακίνητο και η υποχρέωση του μισθωτή να πληρώσει το μίσθωμα, είτε να μην υπάρχει μία μόνον από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση αυτή λόγω της εικονικότητας είναι άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη. Στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στην εικονικότητα της μίσθωσης είναι: η μεγάλη, σε σχέση με τη συνηθιζόμενη στις συναλλαγές, διάρκειά της, η προκαταβολή μισθωμάτων πολλών μηνών, το μικρό μίσθωμα σε σχέση με το ελεύθερο της αγοράς, η μη καταβολή εγγύησης, η πρόβλεψη μικρής αναπροσαρμογής του μισθώματος. Η ανωτέρω ακυρότητα χωρεί ipso jure και δεν απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, όμως, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει σχετική αναγνωριστική αγωγή για να κηρυχθεί η ακυρότητα αυτή από το δικαστήριο (ΑΠ 382/2009, ΑΠ 1332/2005). Επίσης, εικονική μπορεί να είναι όχι μόνο σύμβαση μίσθωσης κατά την έννοια του άρθρου 573 επ. ΑΚ, αλλά και εμπορική μίσθωση διεπόμενη από τον Ν. 813/1978 και ήδη ΠΔ 34/1995 (ΑΠ1995/2017, ΑΠ 382/2009). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, χωρίς να παρεμποδίζεται η γέννηση ή να επέρχεται η απόσβεση αυτού, υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος, έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η άσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 33/2005, ΑΠ 939/2019, ΑΠ 1179/2017, ΑΠ 1484/2014). Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 33/2005, ΑΠ1452/2021). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 414/2018, ΑΠ 1507/2011, ΑΠ 1321/2011). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ8/2018, ΑΠ 7/2002). Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη. Έτσι, ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται να προβάλει ένσταση, αντένσταση κλπ, εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ213/2023, ΑΠ 1452/2021). Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΟλΑΠ12/2009, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 939/2019, ΑΠ 261/2017). Περαιτέρω, ο δικαστικός επιμελητής στον οποίο δόθηκε η εντολή προς αποβολή του μισθωτή, νομίμως αποβάλλει από το μίσθιο οποιοδήποτε κατέχοντα τούτο, όπως ο υπομισθωτής. Η άμυνα δε των προσώπων αυτών, κατά της σε βάρος τους εκτέλεσης επιτυγχάνεται με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, μετά την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του υπομισθωτή, με εκτελεστό τίτλο, απόφαση απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου, ο τρίτος (υπομισθωτής) εναντίον του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, μπορεί να προστατευθεί με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ και να προβάλει τις αντιρρήσεις του κατά του τίτλου, της διαδικασίας ή της εκτελεστέας απαίτησης. Συνέπεια της άνω εισαγόμενης ρύθμισης, είναι η απώλεια του δικαιώματος άσκησης τριτανακοπής εναντίον της απόφασης απόδοσης μισθίου εκ μέρους του υπομισθωτή, διότι δεν θεωρείται τρίτος (άρθρο 586 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός βέβαια αν επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία μεταξύ εκμισθωτή - μισθωτή και τριτανακόψει την απόφαση, δυνάμει του άρθρου 586 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 23/1997, ΑΠ 203/1997), εάν, όμως, έχει ήδη επισπευσθεί η διαδικασία της εκτέλεσης κατά του προσώπου τους, χωρεί κατά τα προεκτεθέντα, μόνο η άσκηση της κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της εκτέλεσης (ΑΠ 1739/2022). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 918 παρ. 1 και 924 εδ. α', β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνον βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που έχει τον εκτελεστήριο τύπο (απόγραφο). Ο εκτελεστήριος τύπος συνίσταται στην έκδοση του στο όνομα του ελληνικού λαού και στη διαταγή προς όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο. Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως αρχίζει από την επίδοση στον καθ' ου η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, η οποία (επιταγή) γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση. Από δε τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915, 916, 918 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εκτελεστός τίτλος, πλην άλλων, είναι και το συμβολαιογραφικό έγγραφο, στο οποίο ο εκτελεστήριος τύπος δίνεται από τον συμβολαιογράφο, αρκεί η απαίτηση να είναι "βέβαιη" και "εκκαθαρισμένη". Βέβαιη είναι η απαίτηση, όταν δεν τελεί υπό αναβλητική αίρεση, όρο ή προθεσμία, ενώ εκκαθαρισμένη είναι, όταν από το συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτουν η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. Στην αντίθετη περίπτωση, η με συμβολαιογραφικό έγγραφο διαπιστούμενη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι δεκτική εκτελέσεως. Αναγκαία συνεπώς προϋπόθεση της εγκυρότητος της αναγκαστικής εκτελέσεως είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον εκτελεστό τίτλο της εκτάσεως, του είδους και του περιεχομένου της ενσωματουμένης αξιώσεως. Έτσι, αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (ΑΠ 205/2014, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 753/1994). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρο 68 ΚΠολΔ), η παράβαση των οποίων αφορά ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 2001/2009) και ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο (ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 932/2018, ΑΠ 1938/2017). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο λόγος αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Α.Π. 1493/2011, Α.Π. 1383/2000). Αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.Α.Π. 2/2001). Την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια μπορούν να ιδρύσουν και ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, που προβλήθηκαν με το ένδικο αυτό βοήθημα (Α.Π1249/2020, ΑΠ28/2020, Α.Π.626/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής του και το συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής (κατά την ορθή νοηματική τους εκτίμησή), ισχυρίστηκε, ότι στις 10.2.2014 συμφώνησε με τον αναιρεσείοντα να μισθώσει για 12 χρόνια πρατήριο καυσίμων με την άδεια, τον εξοπλισμό και τον περιβάλλοντα χώρο έναντι ετησίου μισθώματος 15.000 ευρώ. Ότι στις αρχές του 2015 ο αναιρεσείων, θορυβημένος από τις απειλές των πιστωτριών του τραπεζών, μετά και την απόρριψη της αίτησής του για υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 με την 75/2013 απόφαση του ειρηνοδικείου ... συνέστησε τη μονοπρόσωπη εταιρεία "φάντασμα" Π. Μ..Ι., προκειμένου να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται την περιουσία του, χωρίς να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και χωρίς να κινδυνεύει με αναγκαστική κατάσχεση, η οποία (εταιρεία) είχε μέχρι τα τέλη του 2016 μοναδικό μέτοχο και διαχειριστή τον ίδιο (αναιρεσείοντα). Ότι στις 28.4.2015 εκμίσθωσε εικονικά για 20 έτη το ήδη μισθωμένο στον αναιρεσίβλητο βενζινάδικο στη μονοπρόσωπη εταιρεία "Π. Μ..Ι.", δηλαδή στον ίδιο τον εαυτό του, υπό το μανδύα της εταιρείας του, μηδέποτε λυθείσας της ως άνω από 10.2.2014 μεταξύ τους μίσθωσης. Ότι στις 13.5.2015 η άνω εταιρεία υπεκμίσθωσε εικονικά στον αναιρεσίβλητο (ανακόπτοντα) το ίδιο μίσθιο για 15 έτη, ώστε το συμφωνηθέν μεταξύ του αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητου, με την από 10.2.2014 μίσθωση, μίσθωμα, να εισπράττεται πλέον με το ΑΦΜ της άνω εταιρείας του. Ότι είχε προβλεφθεί συμβατικά στην από 28.4.2015 (εικονική) μίσθωση ότι η λύση αυτής, δεν θα επέφερε και τη λύση της υπομίσθωσης που θα παρέμενε ενεργή αυτοτελώς ως ευθεία μίσθωση μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσίβλητου. Ότι το Δεκέμβριο του 2016 ο αναιρεσείων μεταβίβασε εκ χαριστικής αιτίας, τα μερίδια της εταιρείας του στον μέχρι τότε χειρώνακτα υπάλληλό του Μ. και άλλαξε και η επωνυμία της. Ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη σε εργασίες αναμόρφωσης του μισθίου με αποτέλεσμα να μεταβληθεί η μισθωτική του αξία και έκτοτε ο αναιρεσείων αξιώνει αυξημένο ετήσιο μίσθωμα και επειδή ο αναιρεσίβλητος αρνείται να αποδεχθεί την αύξηση, ο αναιρεσείων έκτοτε προσπαθεί με κάθε τρόπο (και δικαστικά) να επιτύχει την αποβολή του αναιρεσίβλητου από το μίσθιο, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος είναι νόμιμα εγκατεστημένος δυνάμει της από 10.2.2014 μίσθωσης που είναι ενεργή, καταβάλλοντας ανελλιπώς τα μισθώματα και χωρίς να παραβιάζει τους όρους της μεταξύ τους μισθωτικής σχέσης. Ότι παρά την κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, ο αναιρεσείων μετά και την απόρριψη της αγωγής του σε βάρος του αναιρεσίβλητου με την 50/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... για απόδοση του μισθίου λόγω κακής χρήσης του, με την αθέμιτη σύμπραξη της δικών του συμφερόντων εταιρείας "Π. Λ. Μ.ΙΚΕ" κατάρτισε την ... συμβολαιογραφική πράξη λύσης της από 28.4.2015 (εικονικής) μίσθωσης, εξέδωσε γι' αυτήν απόγραφο και στη συνέχεια κοινοποίησε στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο εκ του απογράφου μετά της παρά πόδας αυτού από 10.6.2019 επιταγής προς εκτέλεση, επιτάσσοντας αυτόν να του αποδώσει τη νομή και κατοχή του μισθίου, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο είχε αποκλειστεί κατά τα προεκτεθέντα και παρά την ισχύ της από 10.2.2014 μεταξύ τους σύμβασης. Ότι και η αμέσως ως άνω σύμβαση πρόωρης λύσης, λόγω της εικονικότητας των άνω συμβάσεων και της μεθόδευσης που χρησιμοποιήθηκε, είναι επίσης εικονική και άκυρη. Ότι σε κάθε περίπτωση, η επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του με την επίδοση της προσβαλλομένης επιταγής προς εκτέλεση, παρά την περιγραφόμενη κατάσταση που διαμορφώθηκε στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε με τις άνω εικονικές συμβάσεις και την εικονική λύση τους είναι άκυρη και ως καταχρηστική, επειδή οδηγείται στην επαγγελματική και οικονομική του εξόντωση, αφού αποστερείται αναίτια τη μοναδική πηγή βιοπορισμού του και το σύνολο της ουδόλως ευκαταφρόνητης οικονομικά επενδύσεώς του, η οποία παραμένει εντός του μισθίου. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό και για τους αναφερόμενους παραπάνω λόγους ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω επιταγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο ... με την 155/2022 προσβαλλόμενη απόφασή του, που έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, αφού δεν ασκήθηκε κατ' αυτής το ένδικο μέσο της εφέσεως εντός της νόμιμης από την επίδοσή της (12-6-2020) προθεσμίας (βλ.... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών των Εφετείων ... Ε. Χ. και ... Α.- Σ. Τ. στους καθών η ανακοπή), αφού απέρριψε την σωρευόμενη ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ ως απαράδεκτη, καθόσον ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του τρίτου, δέχθηκε την ανακοπή του τελευταίου και τους πρόσθετους αυτής λόγους και ακύρωσε την από 10-6-2019 επιταγή. Ο ως άνω λόγος της ανακοπής και ο πρόσθετος αυτής λόγος υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο δεν διαλαμβάνουν αντιφατικούς ισχυρισμούς, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αντίθετα είναι νομικά πλήρεις και επαρκείς ως προς την αναφορά των περιστατικών που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 138, 281 ΑΚ στις οποίες θεμελιωνόταν το αίτημά της, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν. Συνεπώς, το Εφετείο, μη απορρίπτοντας ως απαραδέκτους τους προεκτεθέντες λόγους της ανακοπής και των προσθέτων λόγων, δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, με την αιτίαση ότι οι ανωτέρω λόγοι εμπεριείχαν προς θεμελίωσή τους, αντιφατικούς ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 500/2023, ΑΠ 831/2022). Εν προκειμένω, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο καθού η ανακοπή Β.- Σ. Π. (αναιρεσείων) έχει στην αποκλειστική του κυριότητα, νομή και κατοχή ένα οικόπεδο ...στη ... ... εμβαδού 650 τ.μ με το εντός αυτού ισόγειο κατάστημα εμπορίας υγρών καυσίμων εμβαδού 30 τμ,..... Έχει επίσης την επικαρπία εφ' όρου ζωής ενός οικοπέδου ευρισκόμενου στη ... ... εμβαδού 930,79 τ.μ. εντός του οποίου είναι κτισμένο ένα ισόγειο κτίσμα εμβαδού 58 τ.μ. και μια τριώροφη οικοδομή με ενοικιαζόμενα δωμάτια, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 141,18 τ.μ., πρώτο όροφο εμβαδού 132,36 τ.μ. και δεύτερο όροφο εμβαδού 132,36 τ.μ.,.... Την 10.2.2014 ο Β.-Σ. Π. συνήψε με τον ανακόπτοντα Γ. Μ.... (αναιρεσίβλητο) ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, με το οποίο του εκμίσθωσε το προδιαληφθέν πρατήριο διάθεσης υγρών καυσίμων με το ισόγειο κτίσμα εμβαδού 30 τ.μ. που βρίσκονται σε ένα οικόπεδο εμβαδού 620 τ.μ. (από τα συνολικά αναφερόμενα στη σύμβαση 702 τ.μ.), εξαιρώντας από τη μίσθωση έναν χώρο εμβαδού 80 τ.μ. ευρισκόμενο αριστερά για τον προσβλέποντα το πρατήριο από τον κεντρικό δρόμο και δίπλα στο ξενοδοχείο του εκμισθωτή, καθώς και τον χώρο της σοφίτας του πρατηρίου. Σύμφωνα με τη σύμβαση το μίσθιο είχε τις ακόλουθες εγκαταστάσεις: μια κεντρική νησίδα αντλιών και μια παράπλευρη στην έξοδο του πρατηρίου, επί των οποίων ήταν εγκατεστημένες 4 αντλίες παροχής καυσίμου, τρεις διπλές και μια μονή,.... και όλα όσα περιγράφονται στη με αρ. πρωτ. 17/8108 άδεια λειτουργίας με ημερομηνία έκδοσης 25.8.2009. Επιπλέον είχε τον ακόλουθο εξοπλισμό: μια λαδιέρα αέρος, έναν γρασαδόρο αέρος, 10 πυροσβεστήρες, έναν αεροσυμπιεστή 500 λίτρων, 7 λάστιχα αντλιών, 7 μάνικες, ένα γραφείο, έναν σταθεροποιητή τάσης, ένα κλιματιστικό, ράφια και δυο στέγαστρα. Το πρατήριο και o περιβάλλων χώρος αυτού μαζί με τον εξοπλισμό του και την άδεια λειτουργίας του εκμισθώθηκε στον ανακόπτοντα για 12 έτη, από 1.3.2014 μέχρι 1.3.2026, με ετήσιο μίσθωμα 15.000 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου, σταθερό για τα πρώτα 5 έτη και κατόπιν προσαυξανόμενο κατά 3% κατ' έτος, το οποίο συμφωνήθηκε να προκαταβάλλεται την 1η Μαρτίου κάθε μισθωτικού έτους. Σύμφωνα με τη σύμβαση, ο μισθωτής βαρυνόταν με όλα τα πιθανά έξοδα ανανέωσης της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου και κάθε άλλης άδειας που ο ίδιος θα χρειαστεί, κατόπιν έγγραφης συναίνεσης του εκμισθωτή, καθώς και με την υποχρέωση να ασφαλίσει το μίσθιο για τυχόν κίνδυνο πυρκαγιάς τουλάχιστον για το ποσό των 600.000 ευρώ. Το μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί ως πρατήριο διάθεσης υγρών καυσίμων και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε τροποποίηση εντός του μισθίου από τον μισθωτή χωρίς γραπτή άδεια του εκμισθωτή, ενώ οποιαδήποτε αλλαγή πραγματοποιηθεί συμφωνήθηκε να παραμείνει μετά τη λήξη της μίσθωσης υπέρ του μισθίου. Απαγορεύθηκε η υπομίσθωση και η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτο. Ακόμη ο εκμισθωτής επιφύλαξε υπέρ του εαυτού του το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου αυτής από τον μισθωτή. Η εν λόγω σύμβαση καταχωρήθηκε την 11.02.2014 στο ηλεκτρονικό σύστημα taxis της Γ.Γ.Δ.Ε. με αριθμό δήλωσης .... Την 11.3.2014 με σχετική απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Π.Ε. ... έγινε νόμιμη αλλαγή των στοιχείων του δικαιούχου της άδειας λειτουργίας του πρατηρίου και συγκεκριμένα ανακλήθηκε η υπ' αριθ. ... απόφαση άδειας λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων του Χ. Α. του Ν. και χορηγήθηκε στον Γ. Μ. του Ε. νέα άδεια λειτουργίας πρατηρίου διάθεσης υγρών καυσίμων αόριστης χρονικής διάρκειας με αριθμό .... Σύμφωνα με την 8η παράγραφο της απόφασης o ανακόπτων είχε υποχρέωση κατά τις διατάξεις που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής με αρ. 10 και 11, να εγκαταστήσει ολοκληρωμένο σύστημα εισροών - εκροών στις προθεσμίες που αναφέρονται και να εκδώσει νέα άδεια λειτουργίας στην οποία θα περιλαμβάνεται το σύστημα εισροών εκροών μέχρι την 27.1 1.2014, διότι άλλως θα επιβάλλονταν οι νόμιμες κυρώσεις. Κατόπιν o Β. - Σ. Π. με το από 1.3.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας (Ι.Κ.Ε.), συνέστησε μονοπρόσωπη ΙΚΕ με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. Γ. Ε. - Α. - Α. Μ. Ι." και τον διακριτικό τίτλο "Π. Μ..Ι.", με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον ίδιο. Η εταιρία είχε την έδρα της στη Δημοτική Κοινότητα ... της Περιφερειακής Ενότητας ...υ της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και ..., η διάρκειά της ορίσθηκε εικοσαετής και τα εταιρικά μερίδια της εταιρίας ορίσθηκαν σε 60.000 με ονομαστική αξία ενός ευρώ έκαστο και αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφορές ύψους 60.000 ευρώ με καταβολή μετρητών. Ο μοναδικός, δε, εταίρος έλαβε 60.000 εταιρικά μερίδια που αντιστοιχούν σε ποσοστό συμμετοχής 100% στο κεφάλαιο της εταιρίας. Τέλος, σκοπός της εταιρίας ήταν η παροχή υπηρεσιών ενοικίασης δωματίων, σπιτιών, μακράς και μικρής διάρκειας, καθώς και η ενοικίαση ακινήτων που δεν προορίζονται για κατοίκηση, η παροχή υπηρεσιών μπαρ ξενοδοχείου, καφέ μπαρ, παιδότοπου, η παροχή υπηρεσιών ασφαλιστικού πράκτορα και ασφαλιστικού συμβούλου, η παροχή υπηρεσιών μεσιτικού γραφείου ακινήτων και άλλες δραστηριότητες συναφείς με χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες,..... Έκτοτε, ο Β.-Σ. Π. συνέχισε να συναλλάσσεται και να παρέχει τις ως άνω υπηρεσίες μέσω της μονοπρόσωπης ΙΚΕ που συνέστησε, η οποία φαίνεται να έχει αναπτύξει κανονικά επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως προκύπτει ιδίως από τις δηλώσεις ΦΠΑ που προσκομίζει ο Β.-Σ. Π. με τις προτάσεις του. Μάλιστα, χωρίς να έχει λυθεί με οποιονδήποτε τρόπο η προαναφερόμενη μίσθωση με μισθωτή τον ανακόπτοντα, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του καθ' ου η ανακοπή Β.-Σ. Π. ως ουσία αβάσιμων και αναπόδεικτων, και ενώ ήδη αυτός τον Μάρτιο είχε προκαταβάλει, ως όφειλε σύμφωνα με το μισθωτήριο συμβόλαιο, το ετήσιο μίσθωμα για το έτος 2015 ποσού 15.000 ευρώ, τον Απρίλιο του 2015 ο Β.-Σ. Π. εκμίσθωσε το ίδιο μίσθιο πρατήριο υγρών καυσίμων στην προαναφερόμενη μονοπρόσωπη ΙΚΕ, στην οποία μοναδικός εταίρος ετύγχανε ο ίδιος. Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης της συμβολαιογράφου ... Ευαγγελίας Παντερμαλή, που καταχωρήθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα taxis της Γ.Γ.Δ.Ε. με αριθμό δήλωσης ... ο Β.-Σ. Π. εκμίσθωσε στη μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε. με την επωνυμία "Τ.- Ξ. Ε. - Γ. Ε. - Α. - Α. Μ. Ι." τον διακριτικό τίτλο "Π. Μ..Ι.", νομίμως εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, η οποία κατά τη σύνταξη του συμβολαίου εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Καλλιόπη Συμεωνίδου του Αναστασίου...., αμφότερα τα παραπάνω ακίνητα, ήτοι τόσο το οικόπεδο έκτασης 650 τ.μ. στο οποίο είναι κτισμένο ισόγειο κατάστημα εμπορίας υγρών καυσίμων εμβαδού 30 τ.μ., όσο και το οικόπεδο έκτασης 930,79 τ.μ. επί του οποίου υφίσταται η ισόγεια κατοικία και η τριώροφη οικοδομή με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια. Η μίσθωση ορίστηκε για διάστημα 20 ετών αρχής γενομένης την 1.4.2015 και λήγουσα την 31.03.2035, οπότε η μισθώτρια έχει την υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή ελεύθερο, κενό και κατάλληλο για την εκμίσθωσή του προς τρίτους. Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι η τυχόν παραμονή της μισθώτριας στο μίσθιο μετά τη λήξη της διάρκειας αυτής ή η με οποιονδήποτε τρόπο μη απόδοση της ακώλυτης και ελεύθερης χρήσης στον εκμισθωτή καθιστά τη μισθώτρια εξωστέα και συνεπάγεται την καταβολή 20 ευρώ ημερησίως ως ποινική ρήτρα υπέρ του εκμισθωτή. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε παρεχόμενο σε είδος, και ειδικότερα η μισθώτρια ανέλαβε την υποχρέωση στο πρώτο έτος της μίσθωσης να προβεί σε όλες τις εργασίες ανακαίνισης και αγοράς των υλικών ανακαίνισης της τριώροφης οικοδομής με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και του περιβάλλοντος χώρου αυτής, οι οποίες έχουν προϋπολογισθεί να ανέλθουν στο συνολικό χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ, και η ολοκλήρωση των εργασιών θα ισοδυναμούσε με ολοσχερή εξόφληση των μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της σύμβασης. Ότι για την περίπτωση που η μισθώτρια παραμείνει στο μίσθιο και μετά τη λήξη της διάρκειας της μίσθωσης αυτής και συναφθεί νέα σύμβαση, το μίσθωμα θα καθορισθεί ελεύθερα με τη νέα αυτή σύμβαση. Το μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιείται για εκμίσθωση ενοικιαζόμενων δωματίων και εμπορία υγρών καυσίμων. Με σχετικό όρο επιτράπηκε η παραχώρηση με οποιονδήποτε τρόπο ολικά ή μερικά σε άλλον της χρήσης του μισθίου με ή χωρίς αντάλλαγμα, όπως επίσης και η υπεκμίσθωση (μερική ή ολική) ή η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης εν όλω ή εν μέρει που αφορά το μίσθιο. Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι πτώχευση της αρχικής μισθώτριας δεν συνεπάγεται λύση της μίσθωσης, η οποία παραμένει ισχυρή υπέρ του υπομισθωτή, φυσικού ή νομικού προσώπου, ο οποίος θα υπεισέρχεται πλήρως και αυτοτελώς στη μίσθωση αυτή, παρεχόμενης στη μισθώτρια της ανέκκλητης εντολής και πληρεξουσιότητας με το παρόν να συνάπτει περαιτέρω υπομισθώσεις αυτοτελώς και στο όνομα του εκμισθωτή, αναγνωριζόμενου από τώρα ρητά του δικαιώματος αυτού (στη μισθώτρια) και θεωρούμενης της υπομίσθωσης ως να έγινε από τον εκμισθωτή και η εκάστοτε νέα υπομίσθωση θα θεωρείται αυτοτελής ως να έγινε από τον εκμισθωτή. Ότι η λύση της παρούσας μίσθωσης για οποιονδήποτε λόγο δεν συνεπάγεται λύση και της τυχόν υφιστάμενης υπομίσθωσης, διότι αυτή θεωρείται αυτοτελής μίσθωση, δυνάμει της εντολής και πληρεξουσιότητας που παρέχεται προς τη μισθώτρια με το συμβόλαιο αυτό, υπό τον όρο ότι η τυχόν νέα αυτή μισθωτική σύμβαση δεν θα υπερβαίνει το μισθωτικό χρόνο διάρκειας που ορίζεται με το συμβόλαιο αυτό, Με τον υπ' αριθ. 4 όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ρητά ότι η μισθώτρια δύναται να επιφέρει στο μίσθιο μεταρρυθμίσεις που θα μπορούν να μεταβάλλουν την αρχική σύστασή του καθ' οιονδήποτε τρόπο, λαμβάνοντας προηγουμένως τη σχετική συναίνεση του εκμισθωτή. Ακόμη με τον υπ' αριθ. 10 όρο προβλέφθηκε ρητά ότι η παράβαση όρων της σύμβασης αυτής από τη μισθώτρια, που όλοι τους συνομολογούνται ως ουσιώδεις, συνεπάγονται την καταγγελία αυτής της μίσθωσης εκ μέρους του εκμισθωτή και επιφέρει τη λύση της με υπαιτιότητα της μισθώτριας, παρέχοντας στον εκμισθωτή όλα τα δικαιώματα που ο Νόμος επιτάσσει. Την 13.5.2015 η μονοπρόσωπη ΙΚΕ με την επωνυμία "Τ. Ξ. Ε. Γ. Ε. Α. Α. Μ. Ι.", εκπροσωπούμενη από τον πρώτο καθ' ου η ανακοπή, Β.-Σ. Π. του Κ., με σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης υπεκμίσθωσε το πρατήριο υγρών καυσίμων στον ανακόπτοντα, Γ. Μ. του Ε., και συγκεκριμένα υπεκμίσθωσε το κτίσμα των 30 τ.μ. και το λοιπό οικόπεδο μέχρι 632,60 τ.μ., εξαιρώντας και πάλι τον ίδιο χώρο 80 τ.μ. υπέρ του παρακείμενου ξενοδοχείου καθώς και τη χρήση της σοφίτας. Μαζί υπεκμισθώθηκε ο ίδιος ακριβώς εξοπλισμός που είχε εκμισθωθεί έναν χρόνο νωρίτερα από τον ενάγοντα στον δεύτερο εναγόμενο. Συγκεκριμένα, η μονοπρόσωπη ΙΚΕ δήλωσε ότι έχει στην κατοχή της και εκμισθώνει στον Γ. Μ. ένα πρατήριο υγρών καυσίμων μαζί με μία αίθουσα 30 τ.μ. που βρίσκεται σε ένα οικόπεδο συνολικής έκτασης 712,60 τ.μ. πλην όμως εκμισθώνεται μόνο έκταση οικοπέδου 632,60 τ.μ. εξαιρούμενου του χώρου που βρίσκεται δεξιά για τον προσβλέποντα το πρατήριο και τον κεντρικό δρόμο, δίπλα στην αίθουσα και δίπλα στο ξενοδοχείο, περίπου 80 τ.μ. καθώς και του χώρου πάνω από τον κύριο χώρο του πρατηρίου. Ότι το μίσθιο έχει τις ακόλουθες εγκαταστάσεις: μία κεντρική νησίδα αντλιών και μία παράπλευρη στην έξοδο του πρατηρίου, επί των οποίων ήταν εγκατεστημένες τέσσερις αντλίες παροχής καυσίμου, τρεις διπλές και μια μονή,.... Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε πλέον στα 14 έτη, από 1.4.2015 μέχρι 1.3.2029 και το μίσθωμα ορίστηκε και πάλι σε 15.000 ευρώ κατ' έτος πλέον τέλους χαρτοσήμου, καταβλητέο την 1 η Μαρτίου κάθε έτους με τραπεζική κατάθεση στο λογαριασμό όψεως της εταιρίας και προσαυξανόμενο μετά το τρίτο έτος κατά 3%, πλην των δυο τελευταίων μισθωτικών ετών. Κατά τα λοιπά διατηρήθηκαν μεταξύ των νέων συμβαλλομένων ακριβώς οι ίδιοι όροι με την προηγούμενη μίσθωση. Η νέα σύμβαση (υπομίσθωση) καταχωρήθηκε και ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων την 14.5.2015 με αριθμό δήλωσης 5489812. Ωστόσο αμφότερες οι επίδικες συμβάσεις είναι εικονικές και οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, που περιελήφθησαν σε εκάστη από αυτές, ήτοι εκμισθωτή και μισθώτριας και αντίστοιχα υπεκμισθώτριας και υπομισθωτή) δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνον φαινομενικά και άπαντες οι διάδικοι ουδόλως αποσκοπούσαν στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων των καταρτιζομένων διά των ως άνω εγγράφων δικαιοπραξιών, αλλά αντίθετα γνώριζαν και απέβλεπαν η μισθωτική σύμβαση να καταρτισθεί πράγματι όχι για τους κατ' επίφαση φερόμενους ως μισθωτή και υπομισθωτή, αλλά για τον κατά τη βούληση όλων των συμβληθέντων αληθή μισθωτή Β.-Σ. Π. και αληθή υπομισθωτή Γ. Μ., στο πρόσωπο των οποίων γεννώνται όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη μίσθωση. Την κρίση του αυτή του Δικαστήριο στηρίζε(ται) στα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα για εκάστη εξ αυτών. Ο πρώτος των καθ' ων η ανακοπή προέβη κατά το φαινόμενο, στην επίδικη μίσθωση για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών χωρίς να συμφωνηθεί συγκεκριμένο μίσθωμα, παρά την έκταση του ακινήτου το οποίο μισθώθηκε μετά των εγκαταστάσεων αυτού, αλλά και της λειτουργούσας επιχειρήσεως ενοικιαζόμενων δωματίων και πρατηρίου υγρών καυσίμων. Προς τούτο, δε, επέλεξε να συμβληθεί με επιχείρηση της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο ίδιος. Απέβλεψε, δε, σε έργα στο ξενοδοχείο αξίας 40.000 ευρώ, ώστε να καλύπτεται κατ' επίφαση η νομιμότητα της συμβάσεως, χωρίς πάντως να έχει συμφωνηθεί και εξασφαλιστεί η καταβολή ενός επωφελούς ανταλλάγματος για τη μίσθωση του πρατηρίου υγρών καυσίμων. Δεν μπορεί, όμως, να κριθεί εύλογο και ανταποκρινόμενο στη βούληση των συμβαλλομένων μερών το συμφωνηθέν μίσθωμα, που αναγράφηκε στο μισθωτήριο συμβόλαιο, ήτοι αυτό των 40.000 ευρώ για την εικοσαετή διάρκεια της μίσθωσης, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και το είδος της επιχείρησης. Και έτσι, ενώ το ακίνητο φέρεται να το εκμισθώνει στη μονοπρόσωπη ΙΚΕ τούτο γίνεται χωρίς αντίστοιχο περιουσιακό αντάλλαγμα. Είναι σαφές ότι ο Β.-Σ. Π. είχε προβεί στη σύσταση της ΙΚΕ ακριβώς για το λόγο να υποδεχθεί στη συνέχεια η τελευταία το ακίνητο και έναντι των τρίτων να εμφανίζεται τότε αυτό φαινομενικώς στο όνομά της. Στοιχείο ενίσχυσης της κρίσης του Δικαστηρίου περί του ότι φαινομενικά μόνον, χωρίς σοβαρή και σπουδαία πρόθεση προέβησαν τα μέρη (πρώτος και δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή) στην κατάρτιση της μισθωτικής αυτής σύμβασης, αποτελεί και η ευκολία και η χαλαρότητα των όρων που τέθηκαν προς όφελος της μισθώτριας εταιρίας, χωρίς τούτο να είναι σύνηθες στις συναλλαγές, όπως η μακρά διάρκεια της μίσθωσης, η δυνατότητα υπομίσθωσης ή καθ' οιονδήποτε τρόπο παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, η μη πρόβλεψη αναπροσαρμογής του μισθώματος, παρά τη μεγάλη διάρκεια της μίσθωσης, όροι οι οποίοι ουσιαστικά διευκόλυναν την περαιτέρω υπεκμίσθωση εκ μέρους της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή δια του νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον συμβεβλημένο εκμισθωτή, όπως και εν τέλει έκανε. Όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι μοναδικός σκοπός των εν προκειμένω συμβαλλομένων ήταν να εξακολουθήσει ο Β. - Σ. Π. να έχει την πραγματική διαχείριση και εκμετάλλευση του μισθίου, χωρίς ποτέ να αποξενωθεί δια της μισθώσεως του ακινήτου του από αυτό. Περαιτέρω και ως προς την καταρτισθείσα από 13.05.2015 σύμβαση υπεκμίσθωσης μεταξύ της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή και του ανακόπτοντος αποδεικνύεται αβίαστα ότι και αυτή είναι εικονική και επομένως άκυρη, καθόσον αμφότερα τα μέρη δεν επιθυμούσαν να επιφέρει έννομες συνέπειες και κατ' επίφαση προέβησαν στην κατάρτιση αυτής. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο υλοποίησης του ως άνω επιχειρηματικού του σχεδίου, ο Β.-Σ. Π. ζήτησε από τον ανακόπτοντα να συμβληθεί με την ΙΚΕ και να υπογράψει το μισθωτήριο συμβόλαιο του παραπάνω πρατηρίου ως υπομισθωτής, διαβεβαιώνοντάς τον ότι αυτός θα ήταν ο πραγματικός μισθωτής και θα είχε την διεύθυνση του ακινήτου και ότι η εταιρία θα εμφανίζονταν τυπικά μόνο στο συμβόλαιο ως υπεκμισθώτρια. Ο ανακόπτων, ο οποίος απέβλεπε στο πρόσωπο του ιδίου ως αληθινού μισθωτή, επιθυμώντας ουσιαστικά η μίσθωση να ισχύσει με αντισυμβαλλόμενο τον τελευταίο, επέδειξε εμπιστοσύνη στα λεγόμενά του και την 13.05.2015 υπογράφηκε μεταξύ του ίδιου και της εταιρίας, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ετύγχανε ο Β.-Σ. Π., το από την ίδια ημέρα ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, σύμφωνα με το οποίο, η δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή, η οποία ήταν φαινόμενη μόνο μισθώτρια, ενώ πραγματικός μισθωτής, ο οποίος θα ενεχόταν από τη μίσθωση θα ήταν ο πρώτος των καθ' ων η ανακοπή, εκμίσθωσε στον ανακόπτοντα το ως άνω πρατήριο υγρών καυσίμων με τους όρους που ως άνω αναφέρθηκαν. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, κρίνεται και η σύμβαση αυτή υπεκμίσθωσης εικονική, μη παράγουσα έννομες συνέπειες και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματική βούληση των συμβαλλομένων. Επιπροσθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου περί της γνώσης και συμφωνίας των, κατά τον χρόνο κατάρτισης της μίσθωσης και μετέπειτα υπομίσθωσης, συμβληθέντων μερών ότι οι συναφθείσες από αυτούς συμβάσεις είναι εικονικές, στηρίζεται και στα εξής γεγονότα: α) στο γεγονός ότι το πρατήριο υγρών καυσίμων εξακολούθησε και για το, μετά την κατάρτιση της μίσθωσης με την μονοπρόσωπη ΙΚΕ και της υπομίσθωσης με υπομισθώτρια την ίδια, χρονικό διάστημα να λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που λειτουργούσε και το προγενέστερο χρονικό διάστημα, με μισθωτή τον ανακόπτοντα Γ. Μ., χωρίς την οιαδήποτε ανάμειξη αυτής στη λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης, β) στο γεγονός ότι δεν υπήρχε κάποιος σημαντικός λόγος που να δικαιολογεί την, κατά το χρονικό εκείνο σημείο (Μάρτιο του έτους 2015), σύσταση της καθ' ης η ανακοπή εταιρίας και την εκμίσθωση σε αυτήν του πρατηρίου υγρών καυσίμων, ενόψει και του ότι πριν από μόλις ένα χρόνο είχε εκμισθωθεί στον ανακόπτοντα για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, γ) στο γεγονός ότι ο Β.-Σ. Π., όπως αποδείχθηκε, έσπευσε να προβεί στην κατάρτιση της μίσθωσης με τη μονοπρόσωπη ΙΚΕ (και μάλιστα ο ίδιος ήταν ταυτόχρονα από το ένα μέρος συμβαλλόμενος ως εκμισθωτής-ιδιοκτήτης του μισθίου, και από το άλλο μέρος αντισυμβαλλόμενος ως εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρίας), προκειμένου να εξασφαλίσει για τον ίδιο τη διατήρηση της ουσιαστικής διαχείρισης και εκμετάλλευσης του εν λόγω πρατηρίου. Έτι περαιτέρω, γεγονός ενισχυτικό της ως άνω κρίσης, είναι και ο όρος που συμπεριλήφθηκε στην υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης της συμβολαιογράφου ... Ευαγγελίας Παντερμαλή, σύμφωνα με τον οποίο, συμφωνήθηκε ρητά ότι η λύση της μίσθωσης για οποιονδήποτε λόγο δεν συνεπάγεται λύση και της τυχόν υφιστάμενης υπομίσθωσης, διότι αυτή θεωρείται αυτοτελής μίσθωση, υπό τον όρο ότι η τυχόν νέα αυτή μισθωτική σύμβαση δεν θα υπερβαίνει το μισθωτικό χρόνο διάρκειας που ορίζεται με το συμβόλαιο αυτό. Είναι προφανές, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν τον παραπάνω όρο, επ' ωφελεία του ανακόπτοντος, έχοντας κατά νου ότι πραγματικός μισθωτής τυγχάνει o ανωτέρω. Ειδικά, μάλιστα, εάν ληφθεί υπόψη ότι ο υπομισθωτής δεν συνδέεται ενοχικώς με τον εκμισθωτή, ως προς τον οποίο η έννομη σχέση της υπομίσθωσης τυγχάνει ξένη (res inter alios acta) (...), και άρα δεν απολαύει αυτοτελούς προστασίας έναντι του εκμισθωτή (...) αλλά η υπομίσθωση λήγει με τον καθ' οιονδήποτε τρόπο τερματισμό της μίσθωσης (...). Επομένως αποδείχθηκε ότι αμφότερες οι καταρτισθείσες συμβάσεις μίσθωσης ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του μισθωτή στην πρώτη και υπεκμισθωτή στη δεύτερη, αφού πραγματικός εκμισθωτής ήταν ο Β.-Σ. Π., διατηρώντας την πραγματική διαχείριση του πρατηρίου υγρών καυσίμων, και όχι η μονοπρόσωπη ΙΚΕ που χρησιμοποιήθηκε από τον τελευταίο, και πραγματικός μισθωτής που εκμεταλλευόταν το πρατήριο υγρών καυσίμων ήταν ο Γ. Μ., και θεωρούσαν ισχυρή την αρχική από 10.02.2014 μίσθωση που είχαν συνάψει μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις αυτές είναι άκυρες και γι' αυτό θεωρούνται σαν να μην έγιναν, ισχύοντας αντίστοιχα για τα υποκρυπτόμενα πρόσωπα, ανακόπτοντα και πρώτο καθ' ου η ανακοπή. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το Νοέμβριο του 2015 η μονοπρόσωπη ΙΚΕ με την επωνυμία "Π. Μ..Ι.", νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πρώτο καθ' ου η ανακοπή, με την από 02.11.2015 σύμβαση ανάθεσης, ανέθεσε στον ανάδοχο Κ. Π. του Κ., Πτυχιούχο Μηχανικό Δομικών Έργων Τ.Ε., τη μελέτη και επίβλεψη για το έργο "Π. ‘Κ. Ε. Β. Κ. Π. Α.", με σχετική σύμβαση ανάθεσης ανέθεσε στον Πρόδρομο Μουτσοκάπα, Πτυχιούχο Μηχανικό Γεωπληροφορικής και Τοπογραφίας Τ.Ε. τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του Β.-Σ. Π. στην Ποταμιά ...υ στο Ο. Τ. 32α με αριθμό 02, με την από 05.11.2015 σύμβαση ανάθεσης ανέθεσε στον Γ. Π., Πτυχιούχο Μηχανολόγο Μηχανικό Τ.Ε. τη μελέτη και επίβλεψη για το έργο "Π. ‘Κ. Ε. Β. Κ. Π. Α.", με την από 05.11.2015 σύμβαση ανάθεσης ανέθεσε στον Α. Μ., Πολιτικό Μηχανικό, τη μελέτη στατικών για το έργο "Π. ‘Κ. Ε. Β. Κ. Π. Α.", με την από 05.1 1.2015 σύμβαση ανάθεσης ανέθεσε στον Παναγιώτη Τσαντά, Ηλεκτρολόγο Μηχανικό Τ.Ε., τη μελέτη και επίβλεψη για το έργο "Π. ‘Κ. Ε. Β. Κ. Π. Α.". Ταυτόχρονα υπέβαλε τη με αρ. 7012/6.1 1.2015 αίτηση προς την Εφορεία Αρχαιοτήτων ... - ... κατόπιν της οποίας διενεργήθηκε αυτοψία και δοκιμαστική εκσκαφή στο μίσθιο στις 18.11.2015 παρουσία του αρχιφύλακα Μουσείου ... Α.. Κ. και χορηγήθηκε η με αρ. 7384/26.11.2015 έγκριση για την ανέγερση κτιρίου με χρήση βουλκανιζατέρ και πλυντηρίου αυτοκινήτων στο μίσθιο, η οποία κοινοποιήθηκε στην ΙΚΕ και τηρείται στο αρχείο της Πολεοδομίας ... σε σχέση με την παραπάνω οικοδομική άδεια. Μάλιστα, εκκρεμούσης της διαδικασίας έκδοσης της οικοδομικής άδειας, ο Β.-Σ. Π. προέβη στη σύνταξη της από 12.2.2016 υπεύθυνης δήλωσης με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής, απευθυνόμενης προς τη Διεύθυνση Μεταφορών Επικοινωνιών Περιφερειακής ..., με το κάτωθι περιεχόμενο: "Επιτρέπω στον Μ. Γ. του Ε. να λειτουργήσει πλυντήριο - λιπαντήριο αυτοκινήτων και βουλκανιζατέρ στο οικόπεδο ιδιοκτησίας μου στο οποίο λειτουργεί ήδη πρατήριο υγρών καυσίμων στη ... ...υ". Στις 9.3.2016 με σχετική απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και ... χορηγήθηκε στον Γ. Μ. νέα ενιαία άδεια λειτουργίας υφιστάμενου πρατηρίου διάθεσης υγρών καυσίμων σε τροχοφόρα οχήματα με αριθμό 06/21591/09.03.2016, λόγω προσθήκης ολοκληρωμένου συστήματος εισροών εκροών και λοιπών υλοποιημένων τροποποιήσεων της εγκατάστασης του πρατηρίου, στις οποίες υποχρεούταν να προβεί o ίδιος, όπως εκτίθεται ανωτέρω. Σύμφωνα με τη νέα άδεια πληρούνταν όλες οι προδιαγραφές και τα πρότυπα για τη λειτουργία του πρατηρίου του ανακόπτοντος με τις ακόλουθες εγκαταστάσεις: α) δυο νησίδες αντλιών, επί των οποίων είναι εγκατεστημένα 4 σώματα αντλιών παροχής καυσίμων (τρεις δίδυμες αντλίες και μία μονή) ως εξής: στην πρώτη νησίδα υπάρχουν δυο δίδυμες για βενζίνη αμόλυβδη Un 95, αμόλυβδη Un 95, αμόλυβδη Un 95 και αμόλυβδη σούπερ (Un 100 και στη δεύτερη νησίδα μία δίδυμη και μία μονή για πετρέλαιο κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης και πετρέλαιο κίνησης, ήτοι η διάταξη και το είδος καυσίμου ήταν ίδιο με την προηγούμενη άδεια λειτουργίας, β) πέντε ενεργές υπόγειες δεξαμενές αποθήκευσης, ήτοι ο αριθμός δεξαμενών παρέμεινε o ίδιος με την προηγούμενη άδεια στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχουν τέσσερις δεξαμενές εκ των οποίων η μία χωρίζεται εσωτερικά σε δυο μέρη, γ) ολοκληρωμένο σύστημα εισροών εκροών, δ) υπέργεια μονάδα ανάρτησης ατμών βενζίνης και βαλβίδες ασφαλείας για όλες τις αντλίες, όπως και στην προηγούμενη άδεια και ε) στεγανοποίηση των φρεατίων των δεξαμενών κατά τη σχετική Υ.Α. Τον Μάρτιο του 2016 με σχετική απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και ... εγκρίθηκαν νέα σχεδιαγράμματα υφιστάμενου πρατηρίου διάθεσης υγρών καυσίμων σε τροχοφόρα οχήματα λόγω προσθήκης πλυντηρίου-λιπαντηρίου και λοιπών τροποποιήσεων του πρατηρίου, με αριθ. πρωτ. 06/3759/31.03.2016, ισχύουσα για διάστημα έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της οικοδομικής άδειας και πάντως όχι πέραν του έτους από την έκδοση αυτής, ήτοι μέχρι την 30.03.2017, με τον όρο να γίνουν οι εγκαταστάσεις σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια που συνοδεύουν την απόφαση και τους ισχύοντες εκ του νόμου περιορισμούς, υποχρεούμενου του ανακόπτοντος να υποβάλει αίτηση για χορήγηση νέας άδειας λειτουργίας μετά την αποπεράτωση του έργου και πριν από τη λήξη της απόφασης, Στη συνέχεια, εκδόθηκε η με αριθμό 26/2016 έγκριση δόμησης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ... για το έργο "Π. Κ. Μ. Χ. Β., Λ. Κ. Π. Α. Κ. Ν. 2 Μ. Σ." με κύριο του έργου την εταιρία "Π. Μ..Ι.", με ισχύ από την 1 1.04.2016 μέχρι την 11.04.2017. Ακολούθως την 20.4.2016 εκδόθηκε η με αριθμό 36/2016 άδεια δόμησης με ημερομηνία ισχύος μέχρι την 20.4.2020, ήτοι με λήξη εννέα έτη πριν από τον συμβατικό χρόνο λήξης της υπομίσθωσης. Η δαπάνη της κατασκευής συμφωνήθηκε να καλυφθεί από τον ανακόπτοντα, o οποίος ήταν και ο μοναδικός ενδιαφερόμενος και επωφελούμενος από την προσθήκη του κτίσματος. Για το λόγο αυτό, με το από 13.05.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου ο Γ. Μ. ανέθεσε στην εταιρία "Σ. Α. Β. Ε. Τ. Κ. Ε." την κατασκευή ενός κτιρίου 110 τ.μ. με πατάρι 15 τ.μ. από μεταλλικό σκελετό και επικάλυψη με πάνελ πολυουρεθάνης στο μίσθιο, που έπρεπε να παραδοθεί μέχρι την 15.06.2016, με χρόνο έναρξης των εργασιών την 18.5.2016. Ο προϋπολογισμός του έργου ορίστηκε σε 23.438,50 ευρώ χωρίς ΦΠΑ και δόθηκε προκαταβολή 10.000 ευρώ. Πράγματι οι ως άνω εργασίες έλαβαν χώρα στο μίσθιο τον Μάιο του 2016. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών στο μίσθιο ακίνητο, τον Ιούνιο του 2016, με το από 6.12.2016" ιδιωτικό συμφωνητικό ο Β. - Σ. Π. μεταβίβασε λόγω δωρεάς, όπως αναφέρεται, το σύνολο των εταιρικών του μεριδίων επί της "Π. Μ. ΙΚΕ" αξίας 60.000 ευρώ στον Θ. Μ. του Ι, ο οποίος κατέστη ο νέος μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της εταιρίας. Με το ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε η επωνυμία της εταιρίας σε "Π.Μ. Λ. Μ.ΙΚΕ". Από το σκοπό, δε, της εταιρίας καταργήθηκαν οι υπηρεσίες εκμετάλλευσης ταξί και υπηρεσίες διεκπεραίωσης θεμάτων Υπουργείου Μεταφορών (μεταβιβάσεις αυτοκινήτων κλπ), και προστέθηκαν το χονδρικό εμπόριο ζωοτροφών και η εμπορική αντιπροσωπεία για μεσολάβηση στην πώληση ξυλείας και οικοδομικών υλικών και στην πώληση διαφόρων ειδών. Η εν λόγω τροποποίηση καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ την 8.12.2016. Ο καθ' ου η ανακοπή Β.-Σ. Π. ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε στα πλαίσια μίας ευρύτερης συμφωνίας με τον Θ. Μ. για συνολική μεταβίβαση των υπό την ως άνω εταιρική μορφή ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας και των εγκαταστάσεων αυτής. Πλην όμως o σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος καθώς δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Μόνη, δε, η επικαλούμενη πώληση του οικοπέδου μετά της οικοδομής που λειτουργεί ως ενοικιαζόμενα δωμάτια στο Θ. Μ. δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την μεταβίβαση αυτή λόγω δωρεάς. Συγκεκριμένα, όπως ως άνω αναφέρθηκε, ο Β.-Σ. Π. έχει την επικαρπία εφ' όρου ζωής ενός οικοπέδου που βρίσκεται στη ... ... στο Ο. Τ. 32α και στη θέση "…..", με αριθμό 01, και έκταση 930,88τ.μ., εντός του οποίου έχει ανεγερθεί μία τριώροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο 148,06 τ.μ., από πρώτο όροφο 132,36 τ.μ. και δεύτερο όροφο 132,36 τ.μ., που λειτουργεί ως ενοικιαζόμενα δωμάτια, ένα ισόγειο κτίσμα εμβαδού 63,80 τ.μ. που λειτουργεί ως ενοικιαζόμενα δωμάτια και έτερο ισόγειο κτίσμα εμβαδού 59,59τ.μ. που λειτουργεί ως ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πράγματι, το οικόπεδο αυτό μετά των κτισμάτων, από κοινού με τις ψιλές κυρίες Β. Π. του Β. Σ. και Κ. Π. του Β.-Σ., φέρεται να πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην μονοπρόσωπη ΙΚΕ με την επωνυμία "Π.Μ. Λ. Μ.ΙΚΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Θ. Μ. του Ι. με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο άγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου ... Ευαγγελίας Παντερμαλή, το οποίο σημειωτέον δεν προέκυψε σε ποιον τόμο και αριθμό των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...υ έχει μεταγραφεί, αντί τιμήματος 338.335,97 ευρώ, ελεύθερο βαρών εκτός από μία προσημείωση υποθήκης που έχει εγγραφεί δυνάμει της υπ' αριθ. 1663/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... στις 25/7/2008 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 48 και υπ' αύξοντα αριθμό 86 υπέρ της Α. Τ. Α..Ε.. για το χρηματικό ποσό των 780.000 ευρώ. Το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δέκα ισόποσες δόσεις των 33.833,59 ευρώ η καθεμία, εκ των οποίων η πρώτη συμφωνήθηκε να καταβληθεί στις 30 Αυγούστου 2019 και καθεμία από τις υπόλοιπες ισόποσες δόσεις την ίδια μέρα των επόμενων κατά συνέχεια ετών, τουτέστιν η καταβολή των ως άνω δόσεων συμφωνήθηκε να αρχίσει την 30η Αυγούστου 2019 και να λήξει την 30η Αυγούστου 2028. Συμφωνήθηκε, δε, ρητά ότι η πώληση τελεί υπό τον όρο διαλυτικής αίρεσης της πλήρους, ολοσχερούς και εμπρόθεσμης καταβολής του τιμήματος. Συνεπώς, εφόσον δεν καταβληθεί ολοσχερώς και εμπρόθεσμα έστω και μία από τις ως άνω αναφερόμενες τμηματικές καταβολές του τιμήματος, πληρούται η ως άνω συμφωνηθείσα αίρεση, με αποτέλεσμα την αυτοδίκαιη επάνοδο της κυριότητας, νομής και κατοχής του πωλούμενου ακινήτου στους πωλητές. Προς τούτο η πλήρωση της αίρεσης συμφωνήθηκε να αποδεικνύεται με συμβολαιογραφική πράξη την οποία υπογράφουν οι πωλητές συμβαλλόμενοι για τον εαυτό τους ατομικά και ως πληρεξούσιοι κατ' εντολή και για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρίας σύμφωνα με το άρθρο 235 ΑΚ. Από ουδέν, όμως, έτερο αποδεικτικό μέσο προέκυψε τι απέγινε με την εν λόγω πώληση και ιδίως εάν πληρώθηκε η προαναφερόμενη διαλυτική αίρεση. Τον Μάρτιο του 2017 εκδόθηκε η με αριθ. πρωτ. 06/809/10.3.2017 απόφαση του Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και ..., με την οποία χορηγήθηκε νέα άδεια λειτουργίας λόγω πλήρωσης όλων των νομίμων προυποθέσεων για τις ακόλουθες πλέον εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων πλυντηρίου, λιπαντηρίου και βουλκανιζατέρ: α) δυο νησίδες αντλιών, επί των οποίων είναι εγκατεστημένα 4 σώματα αντλιών παροχής καυσίμων (τρεις δίδυμες αντλίες και μία μονή) ως εξής: στην πρώτη νησίδα υπάρχουν δυο δίδυμες για βενζίνη αμόλυβδη, αμόλυβδη, αμόλυβδη και αμόλυβδη σούπερ (όπως και στις προηγούμενες άδειες) και στη δεύτερη νησίδα μία δίδυμη και μία μονή για πετρέλαιο κίνησης premium, πετρέλαιο κίνησης premium και πετρέλαιο θέρμανσης, ήτοι έγινε αλλαγή από πετρέλαιο κίνησης απλό σε πετρέλαιο κίνησης premium, β) πέντε ενεργές υπόγειες δεξαμενές αποθήκευσης, ήτοι ο αριθμός δεξαμενών παρέμεινε ο ίδιος με τις προηγούμενες άδειες, με αλλαγή στη μια από πετρέλαιο κίνησης απλό σε πετρέλαιο κίνησης premium, γ) υπέργεια μονάδα ανάκτησης ατμών βενζίνης stage 1, εξαερώσεις δεξαμενών πετρελαίου και ειδικές βαλβίδες ασφαλείας για όλες τις αντλίες, δ) στεγανοποίηση των φρεατίων των δεξαμενών κατά τη σχετική Υ.Α., ε) ολοκληρωμένο σύστημα εισροών εκροών, στ) πλυντήριο λιπαντήριο επιβατικών αυτοκινήτων με υδραυλικό ανυψωτικό εντός στεγασμένου χώρου και ζ) παροχές αέρα και νερού και πινακίδα σήματος και τιμών προϊόντων. Τον Ιούνιο του 2017 εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Π.Ε. ... η με αριθ. πρωτ. 06/2824/28.3.2017 βεβαίωση νόμιμης λειτουργίας συνεργείου επισκευής και συντήρησης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων στο όνομα του Γ. Μ., με την οποία βεβαιώνεται ότι στο μίσθιο λειτουργεί σύννομα συνεργείο επισκευής και συντήρησης τροχών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, ήτοι βουλκανιζατέρ. Κατά της βεβαίωσης άσκησε προσφυγή ο πρώτος των καθ' ων η ανακοπή ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας ..., η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. πρωτ. 7137/12.6.2017 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας ... για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Την απορριπτική αυτή απόφαση προσέβαλε o πρώτος των καθ' ων η ανακοπή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ... με τη με αρ. κατάθεσης 252/30.8.2017 προσφυγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 24/2018 απόφαση με την οποία το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Κατόπιν παραπομπής το ως άνω ένδικο βοήθημα έλαβε αριθμό Ε 541/2018 και η συζήτησή της προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 18 ης.09.2019, χωρίς να προκύπτει εάν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα σχετική απόφαση. Ταυτόχρονα με τις ανωτέρω ενέργειές του, ο Β.-Σ. Π. κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την από 16.5.2017 και με αρ. κατ. 174/22.5.2017 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά των "Π.Μ. Λ. Μ.Ι.Κ.Ε." και Γ. Μ. του Ε. ζητώντας την αποξήλωση - καθαίρεση του μεταλλικού κτιρίου που ανεγέρθηκε σε τμήμα του οικοπέδου του 121,16 τ.μ., επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 341/2017 απόφαση, απορρίπτοντας την αίτηση λόγω τοπικής αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Εν συνεχεία άσκησε την από 2.6.2017 και με αριθ. κατάθεσης 30/2.6.2017 αγωγή αποβολής από τη νομή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... κατά των "Π.Μ. Λύσεις Μ.Ι.Κ.Ε." και Γ. Μ. του Ε. με αίτημα την αναγνώριση του δικαιώματος νομής του επί του ως άνω αναφερόμενου οικοπεδικού τμήματος και την απόδοση της νομής σε αυτόν. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 43/2018 απόφαση με την οποία το Ειρηνοδικείο ... κήρυξε εαυτόν κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο ... το οποίο με την υπ' αριθ. 1 56/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, διότι έκρινε ότι η κατασκευή του μεταλλικού κτίσματος και η λειτουργία του πλυντηρίου λιπαντηρίου - βουλκανιζατέρ έγινε με έκδοση νόμιμης άδειας σε εκτέλεση συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ του κυρίου του οικοπέδου Β.-Σ. Π. και του υπομισθωτή Γ. Μ.. Τέλος, άσκησε την από 29.3.2017 με αρ. καΤ. 98/29.3.2017 αγωγή κατά των "Π.Μ. Λύσεις Μ.Ι.Κ.Ε." και Γ. Μ. του Ε., η οποία συζητήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... ερήμην της πρώτης εναγομένης και με την υπ' αριθ.12/2018 απόφαση παραπέμφθηκε να δικαστεί λόγω υλικής αρμοδιότητας στο Ειρηνοδικείο ... με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν τη χρήση του μισθίου λόγω κακής χρήσης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καθαιρέσουν τα ως άνω μεταλλικά κτίρια επαναφέροντας το μίσθιο στην προηγούμενη κατάσταση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 50/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι έκρινε ότι η κατασκευή του μεταλλικού κτίσματος και η λειτουργία του πλυντηρίου λιπαντηρίου - βουλκανιζατέρ δεν έγινε κατά παράβαση όρου της μισθωτικής σύμβασης, αλλά κατόπιν συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ του κυρίου του οικοπέδου Β.-Σ. Π. και του υπομισθωτή Γ. Μ.. Όσο εκκρεμούσε η έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2019, και ενώ έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση στο μίσθιο ακίνητο, οι Β. - Σ. Π. και οι "Π.Μ. Λύσεις Μ.Ι.Κ.Ε." με την υπ' αριθ. 20365/22-02-2019 συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου ... Στέλλας Ευθυμίου Αγαθοκλέους, προέβησαν στην από κοινού λύση του παραπάνω μισθωτηρίου συμβολαίου αζημίως. Αναλυτικότερα, την 22.02.2019 εμφανίσθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Στέλλας Ευθυμίου Αγαθοκλέους οι Καλλιόπη Συμεωνίδου του Αναστασίου και της Ζωής, δικηγόρος, που ενεργούσε δυνάμει του υπ' αριθ. ... πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου ... Ευαγγελίας Παντερμαλή, ως πληρεξουσία, αντιπρόσωπος και αντίκλητος, για λογαριασμό του Β.-Σ. Π. και ο Θ. Μ. του Ι. και της Ε., που ενεργούσε ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία "Π.Μ. Λ. Μ. ΙΚΕ" και δήλωσαν ότι λύουν την υφιστάμενη μεταξύ τους μίσθωση στο οικόπεδο έκτασης 650 τ.μ. που βρίσκεται στη ... ...υ και στο οποίο είναι κτισμένο ισόγειο κατάστημα εμπορίας υγρών καυσίμων εμβαδού 30 τ.μ., και έτσι το μίσθιο ακίνητο παραδίδεται στον εκμισθωτή ελεύθερο, άλλως η μισθώτρια καθίσταται εξωστέα και o εκμισθωτής θα μπορεί να παραλάβει το μίσθιο χωρίς δικαστική μεσολάβηση, αλλά απλά με εκτέλεση του παρόντος, το οποίο είναι από το Νόμο αλλά και κηρύσσεται από τους συμβαλλόμενους σήμερα τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος. Ο εκμισθωτής, δε, δήλωσε ότι έχουν εξοφληθεί όλες οι απαιτήσεις του, σε σχέση με τη μίσθωση (μισθώματα, διαφορές μισθωμάτων, τέλη χαρτοσήμου, καθαριότητας, ύδρευσης και σχετικά πρόστιμα κλπ), και ότι για τις υπόλοιπες αξιώσεις έχει ικανοποιηθεί πλήρως και κατόπιν αυτών δεν έχει ούτε διατηρεί καμία αξίωση... Την 25.02.2019 ο Β. - Σ. Π. κοινοποίησε προς τον Γ. Μ. την από 25.02.2019 εξώδικη δήλωση, με την οποία τον κάλεσε εντός τριών ημερών από τη λήψη αυτής να εγκαταλείψει το μίσθιο, εφόσον λύθηκε η αρχική μίσθωση που είχε συνάψει με την μονοπρόσωπη ΙΚΕ και εξ αυτού του λόγου και η υπομίσθωση που είχε συναφθεί μεταξύ της μισθώτριας μονοπρόσωπης ΙΚΕ και του ανακόπτοντος. Ο Γ. Μ. αρνήθηκε να αποδώσει το μίσθιο στον Β.-Σ. Π.... Τότε, επιχειρώντας να αποβάλει τον ανακόπτοντα από το ακίνητο αυτό, προέβη σε κοινοποίηση προς αυτόν την 10.06.2019 της από 10.06.2019 επιταγής προς εκτέλεση με αντίγραφο του υπ' αριθμόν 72/25.05.2019 πρώτου εκτελεστού απογράφου της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 20365/22.02.2019 συμβολαιογραφικής πράξης λύσης μίσθωσης της Συμβολαιογράφου ... Στέλλας Αγαθοκλέους, ζητώντας να του αποδώσει αυτός τη νομή, κατοχή και ελεύθερη χρήση του μισθίου ακινήτου που αναφέρεται στην παραπάνω πράξη, εφόσον λύθηκε η αρχική μίσθωση και εξαιτίας του λόγου αυτού η από 15.05.2015 υπομίσθωση που συνάφθηκε μεταξύ της μισθώτριας μονοπρόσωπης ΙΚΕ και του ανακόπτοντος. Ήδη, δε, την 22.01.2020 αποβλήθηκε βιαίως από το μίσθιο ακίνητο δυνάμει της υπ' αριθ. 4870/2020 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ... με έδρα το Πρωτοδικείο ..., Β. Β.. Ο καθ' ου η ανακοπή Β.-Σ. Π. ισχυρίζεται ότι η λύση της μισθωτικής σχέσης με την "Π. Λ. Μ.ΙΚΕ" έγινε κατόπιν σχετικής βούλησης του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή Θ. Μ. του Ι., ο οποίος αποφάσισε να μετακομίσει στον ... και να μεταφέρει εκεί την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Όπως προκύπτει από σχετικά έγγραφα που προσκομίζει, πράγματι η "Π. Λ. Μ.ΙΚΕ" από το Νοέμβριο 2019 άλλαξε έδρα και μεταφέρθηκε στον ..., επί της ... 16-18-20, σε κατάστημα που αποτελείται από ισόγειο εμβαδού 44,59 τ.μ. και υπόγειο εμβαδού 49,45 τ.μ., και καταβάλλει μηνιαίο μίσθωμα 180 ευρώ. Πλην όμως o σχετικός ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός, καθώς η μίσθωση λύθηκε τον Φεβρουάριο του 2019 και η μεταφορά της έδρας έλαβε χώρα πολύ αργότερα, το Νοέμβριο του 2019, επομένως δεν ήταν η απόφαση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας για μεταφορά της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στη ..., οι καθ' ων η ανακοπή, με την από 22.02.2019 πρόωρη λύση της μίσθωσης, δίχως την επίκληση οποιουδήποτε λόγου εκ των εμπορικών μισθώσεων, προέβησαν στην λύση της μίσθωσης, όχι με αληθινή "πρόθεση να λύσουν τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης, αλλά με προφανή σκοπό να βλάψουν τον ανακόπτοντα, επιχειρώντας να τον αποβάλουν από το πρατήριο υγρών καυσίμων, προκειμένου να εγκατασταθεί στο ακίνητο και στις εγκαταστάσεις του βενζινάδικου ο ίδιος ο καθ' ου η ανακοπή. Βάσει όλων των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, είναι φανερό πλέον πως η επίσπευση της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ανακόπτοντος από τον πρώτο των καθ' ων η ανακοπή υπερακοντίζει τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του όποιου δικαιώματός τους, παράλληλα δε καθιστά το δικαίωμά του αυτό μη ανεκτό κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, λαμβανομένου υπόψη της πραγματικής κατάστασης που δημιουργήθηκε και περιστάσεις που μεσολάβησαν, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις. Επομένως, ο σχετικός λόγος ανακοπής και δη ότι η ένδικη αναγκαστική εκτέλεση καταχρηστικώς επισπεύδεται, αφού ξεπερνά τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, να γίνει δεκτή η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να ακυρωθεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος του ανακόπτοντος δυνάμει της από 10-06-2019 επιταγής προς εκτέλεση που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω συμβολαιογραφικής λύσης μίσθωσης, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών προβαλλομένων λόγων ανακοπής καθώς και πρόσθετων λόγων αυτής καθόσον, με την ευδοκίμηση του κριθέντος λόγου ανακοπής ικανοποιείται πλήρως το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο ... δέχθηκε την ανακοπή και τους πρόσθετους αυτής λόγους και ακύρωσε την από 10.6.2019 επιταγή προς εκτέλεση. Όπως προκύπτει από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας έκανε δεκτή την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την ένδικη επιταγή προς εκτέλεση, κρίνοντας ότι η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση ήταν άκυρη τόσο λόγω εικονικότητας του τίτλου, όσο και γιατί έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 593, 138, 174 ΑΚ, 44 και 11 του π.δ34/1995, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις τους, χωρίς να αρκεσθεί σε λιγότερα στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, που δικαιολογεί την παραδοχή της ένδικης ανακοπής, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τους διαδίκους συνέδεε αποκλειστικά και μόνον η από 10.2.2014 σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης του αναφερόμενου πρατηρίου καυσίμων, η οποία δεν είχε λυθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφού οι μετέπειτα καταρτισθείσες από 28.4.2015 σύμβαση μίσθωσης μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Μονοπρόσωπης ΙΚΕ "Π. Μ..Ι." και από 13.5.2015 σύμβαση υπομίσθωσης μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και του αναιρεσιβλήτου ήσαν εικονικές τόσο ως προς τα πρόσωπα των συμβληθέντων όσο και ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω συμβάσεων, όπως εικονική ήταν και η δυνάμει της 20365/22.2.2019 συμβολαιογραφικής πράξης πρόωρη λύση της ως άνω (εικονικής) από 28.4.2015 μίσθωσης μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ως άνω ΙΚΕ, με συνέπεια, κατά τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της απόφασης, την ακυρότητα λόγω εικονικότητας του εν λόγω εκτελεστού τίτλου δυνάμει του οποίου επισπεύσθηκε η σε βάρος του αναιρεσιβλήτου αναγκαστική εκτέλεση. Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Πρωτοδικείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη της εικονικότητας των από 28.4.2015 και 13.5.2015 συμβάσεων (μίσθωσης και υπομίσθωσης) καθώς και της από 22.2.2019 σύμβασης πρόωρης λύσης της από 28.4.2015 μίσθωσης ως προς τα πρόσωπα των συμβαλλομένων και του περιεχομένου των εν λόγω συμβάσεων, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, αφού στην ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή ότι αμφότερες οι ένδικες συμβάσεις μίσθωσης και υπομίσθωσης ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του μισθωτή στην πρώτη και υπεκμισθωτή στη δεύτερη, αναλύοντας με πολλαπλά επιχειρήματα για το πως κατέληξε στην κρίση αυτή, και ότι πραγματικός εκμισθωτής της υπάρχουσας μοναδικής από 10.2.2014 σύμβασης μισθώσεως ήταν ο αναιρεσείων και όχι η μονοπρόσωπη ΙΚΕ, πραγματικός δε μισθωτής ο αναιρεσίβλητος, με συνέπεια αυτές να είναι άκυρες θεωρούμενες ως μη γενόμενες, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα: α) ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος ως εκμισθωτή και του αναιρεσίβλητου ως μισθωτή καταρτίστηκε η από 10.2.2014 σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης ενός πρατηρίου καυσίμων, διαρκείας 12 ετών με ετήσιο μίσθωμα 15.000 ευρώ, β) ότι ο αναιρεσείων εκμίσθωσε εκ νέου το ίδιο μίσθιο πρατήριο με τις εγκαταστάσεις του, μαζί με παρακείμενα ακίνητα (ενοικιαζόμενα δωμάτια) ιδιοκτησίας του, για χρονικό διάστημα 20 ετών, δυνάμει της ... συμβολαιογραφικής πράξης, στην Μονοπρόσωπη ΙΚΕ "Π. Μ..Ι.", την οποία προηγουμένως (την 1.3.2015) είχε συστήσει ο αναιρεσείων εκμισθωτής με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον ίδιο, γ) ότι την 13.5.2015 η μισθώτρια ΙΚΕ υπεκμίσθωσε στον αρχικό μισθωτή (αναιρεσίβλητο) το ίδιο μίσθιο της από 10.2.2014 μίσθωσης, δ) ότι η από 28.4.2015 μίσθωση και η από 13.5.2015 υπομίσθωση ήσαν εικονικές τόσο ως προς τα πρόσωπα των συμβληθέντων όσο και ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω συμβάσεων και πραγματικός εκμισθωτής ήταν ο αναιρεσείων και μισθωτής ο αναιρεσίβλητος, και ε) ότι εικονική ήταν και η δυνάμει της 20365/ 22.2.2019 συμβολαιογραφικής πράξης πρόωρη λύση της από 28.4.2015 μίσθωσης μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ως άνω ΙΚΕ που μετά την ανακαίνιση του πρατηρίου από τον αναιρεσίβλητο, άλλαξε επωνυμία, εταίρο και διαχειριστή με τη μεταβίβαση στις 6.12.2016 των μεριδίων του αναιρεσείοντος αξίας 60.000 ευρώ λόγω δωρεάς στον Θ.Μ.. Επομένως, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος καθ' ο μέρος ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη (κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση) για πλημμέλεια από τον αριθμό 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 138 ΑΚ, αλλά και εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 19, με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης του ίδιου άρθρου (138 ΑΚ), διότι διέλαβε στις παραδοχές του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου στον αντίστοιχο λόγο ανακοπής και τον συναφή πρόσθετο λόγο περί της εικονικότητας των επιδίκων συμβάσεων είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι η ένδικη αναγκαστική εκτέλεση καταχρηστικώς επισπεύδεται σε βάρος του αναιρεσείοντος, αφού υπερβαίνει καταφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ακυρώνοντας και για το λόγο αυτό τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύσθηκε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου δυνάμει της από 10-06-2019 επιταγής προς εκτέλεση, που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω συμβολαιογραφικής λύσης μίσθωσης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ και καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ως άνω δικαιώματος του αναιρεσείοντος. Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής του σχετικού λόγου της ανακοπής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της ως άνω διάταξης, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ο αναιρεσείων εκμίσθωσε στις 12.2.2014 στον αναιρεσίβλητο ένα πρατήριο υγρών καυσίμων σε ακίνητο ιδιοκτησίας του μέχρι την 1.3.2026 με ετήσιο μίσθωμα για τα 5 πρώτα έτη 15.000 ευρώ, προσαυξανόμενο έκτοτε κατά 3% ετησίως, β) ένα χρόνο αργότερα (1.3.2015) ο αναιρεσείων συνέστησε τη Μονοπρόσωπη ΙΚΕ "Π. Μ..Ι." με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον ίδιο, χωρίς να λυθεί η προ ενός έτους καταρτισθείσα με τον αναιρεσίβλητο μίσθωση, γ) ένα μήνα περίπου μετά την ίδρυση της ως άνω εταιρείας, ο αναιρεσείων, ως εκμισθωτής- ιδιοκτήτης του μισθίου, εκμίσθωσε στις 28.4.2015 με συμβολαιογραφική πράξη μίσθωσης το ίδιο ως άνω πρατήριο στην εν λόγω εταιρεία του, συμβληθείς ως νόμιμος εκπρόσωπός της, μαζί με παρακείμενα ακίνητά του (όπου διατηρούσε ενοικιαζόμενα καταλύματα) για διάστημα 20 ετών (μέχρι 31.3.2035), χωρίς να συμφωνηθεί μηνιαίο ή ετήσιο μίσθωμα και αναπροσαρμογή του, δ) αντί μισθώματος συμφωνήθηκε η μισθώτρια εταιρεία να ανακαινίσει το πρώτο έτος της μίσθωσης τα εν λόγω καταλύματα με προϋπολογισμό 40.000 ευρώ, που θα ισοδυναμούσε με εξόφληση μισθωμάτων για το σύνολο της 20ετίας, επιτράπηκε δε η παραχώρηση και υπεκμίσθωση του μισθίου, ε) δυνάμει ανέκκλητης εντολής στην από 28.4.2015 σύμβαση, μπορούσε η μισθώτρια εταιρεία να συνάπτει αυτοτελώς υπομισθώσεις στο όνομα του εκμισθωτή αναιρεσείοντος, που θα παρέμεναν ισχυρές σε περίπτωση πτώχευσης της μισθώτριας εταιρείας, μη συνεπαγόμενης τη λύση της μίσθωσης, υπεισερχόμενου σ' αυτή του υπομισθωτή, υπό τον όρο ότι η διάρκεια της υπομίσθωσης δεν θα υπερβαίνει τη διάρκεια της εν λόγω μίσθωσης, στ) λίγες ημέρες αργότερα, στις 13.5.2015, η μισθώτρια εταιρεία του αναιρεσείοντος υπεκμίσθωσε το ίδιο πρατήριο υγρών καυσίμων με τις ίδιες εγκαταστάσεις, για διάστημα από 1.4.2015 ως 1.3.2029 (14 έτη), με ετήσιο μίσθωμα 15.000 ευρώ, προσαυξανόμενο μετά το τρίτο έτος κατά 3%, πλην των δύο τελευταίων ετών, ζ) αμφότερες οι άνω συμβάσεις (μίσθωση και υπομίσθωση) ήταν εικονικές, οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων (εκμισθωτή - μισθώτριας και υπεκμισθώτριας- υπομισθωτή) δεν έγιναν στα σοβαρά, μόνο φαινομενικά, οι διάδικοι δεν αποσκοπούσαν στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων των άνω δικαιοπραξιών, γνώριζαν και απέβλεπαν η μισθωτική σύμβαση να καταρτισθεί όχι για τους κατ' επίφαση φερόμενους ως μισθώτρια και υπομισθωτή, αλλά για τον κατά τη βούληση όλων των συμβληθέντων αληθή εκμισθωτή Β. Π. και αληθή μισθωτή Γ. Μ. στο πρόσωπο των οποίων γεννώνται όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη μίσθωση, η) ο αναιρεσίβλητος το Μάιο του 2016 προέβη στις αναγκαίες ανακαινίσεις των εγκταστάσεων του πρατηρίου με δαπάνες του κατόπιν έγκρισης του αναιρεσείοντος, θ) μετά την έκδοση το 2017 άδειας λειτουργίας της επιχείρησης στο όνομα του αναιρεσίβλητου στο επίδικο μίσθιο ο αναιρεσείων εστράφη εναντίον του με την άσκηση διοικητικών προσφυγών, ασφαλιστικών μέτρων, αγωγής αποβολής από τη νομή του ακινήτου και αγωγής για κακή χρήση του μισθίου που δεν ευδοκίμησαν, ι) στις 22.2.2019 με την 20365/2019 συμβολαιογραφική πράξη ο αναιρεσείων και ο Μ. ως εκπρόσωπος της ΙΚΕ "ΠΜ. Λ" συμφώνησαν τη λύση της από 28.4.2015 λύση της μίσθωσης στο οικόπεδο των 650 τμ όπου βρίσκεται το πρατήριο υγρών καυσίμων και την παράδοσή του στον εκμισθωτή με το εν λόγω συμβόλαιο που κηρύχθηκε τίτλος εκτελεστός, ια) η πρόωρη λύση της μίσθωσης έγινε χωρίς την επίκληση οποιουδήποτε λόγου, δεν οφειλόταν στην απόφαση του νομίμου εκπροσώπου της ΙΚΕ να μεταφέρει την έδρα της εταιρείας, διότι η μεταφορά της έγινε στη ... 9 μήνες αργότερα (τον Νοέμβριο του 2019), έγινε δε όχι με αληθινή πρόθεση των μερών να λύσουν τη σύμβαση, αλλά με σκοπό να αποβάλουν τον αναιρεσίβλητο από το πρατήριο υγρών καυσίμων. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, η επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του αναιρεσίβλητου από τον αναιρεσείοντα υπερακοντίζει τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού, καθιστά αυτό μη ανεκτό κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε και τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, τα οποία χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις. Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ είναι και αβάσιμοι. Σύμφωνα εξ άλλου με το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, καθώς και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος (ΑΠ 1588/2007, ΑΠ 702/2008, ΑΠ499/2021), ενώ κατά το άρθρο 933 παρ.5 ΚΠολΔ, οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. (ΟλΑΠ49/2005, 10/1993, ΑΠ1856/2005, ΑΠ44/2004). Από τη διάταξη του άρθρου 933 παρ.4, που είναι ειδική και αποσκοπεί με το απαράδεκτο, το οποίο προβλέπει, στην αποφυγή παρελκύσεως της διαδικασίας της εκτελέσεως, στον περιορισμό των περί την εκτέλεση δικών, ώστε να μην αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση της εκτελέσεώς τους και στη μη παρεμπόδιση του δικαιώματος ανταποδείξεως του καθ' ου η ανακοπή, προκύπτει ότι άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, αλλά απόδειξη των αποσβεστικών της εκτελούμενης απαιτήσεως ισχυρισμών μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία (ΟλΑΠ 10/1993), σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή ο επικαλούμενος αποσβεστικός λόγος ανάγεται σε χρόνο πριν από την έκδοση του εκτελούμενου τίτλου, είτε σε μεταγενέστερο (ΑΠ 115/2001, ΑΠ 622/1999). Η άμεση απόδειξη περιλαμβάνει, εκτός των ισχυρισμών που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών, και εκείνες τις ενστάσεις που υπάγονται κατά το ουσιαστικό δίκαιο στις παρακωλυτικές της ασκήσεως του δικαιώματος, όπως είναι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεώς του από το άρθρο 281ΑΚ, η οποία δεν αναιρεί μεν το δικαίωμα και την απαίτηση που προέρχεται από αυτό, για την οποία γίνεται η εκτέλεση, αποκλείει όμως την ικανοποίησή της (ΟλΑΠ10/1993). Η διάταξη του άρθρου 933 παρ. 5 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην άμεση εκτέλεση, έχει δε επίσης εφαρμογή και όταν η εκτέλεση επισπεύδεται με τίτλο συμβολαιογραφικό έγγραφο (ΑΠ457/1975). Ως έγγραφο που αποδεικνύει αμέσως την απόσβεση της απαίτησης θεωρείται όχι μόνο το συμβολαιογραφικό αλλά και το ιδιωτικό, εφόσον προέρχεται από τον επισπεύδοντα ή ενδεχομένως κι από τρίτον, οπότε πρέπει να είναι έγγραφο διαθέσεως και όχι μαρτυρίας. Άμεση δε απόδειξη, κατ' άρθρο 445 ΚΠολΔ παρέχουν και τα ιδιωτικά έγγραφα, τα συνταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, ως προς το ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως σε αυτό ανταπόδειξη (ΑΠ 253/2002). Η παρ. 4 του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν κάνει διάκριση μεταξύ οφειλέτη (καθ' ου η εκτέλεση) και δανειστή, αλλά σκοπεί στην απόδειξη των ισχυρισμών που προβάλλονται και από τις δύο πλευρές και αναφέρονται στην καθ' οιονδήποτε τρόπο απόσβεση της απαίτησης αμέσως, μόνο με έγγραφα και ομολογία, χωρίς άλλη διαδικαστική παρέμβαση του δικαστηρίου (εξέταση άλλων αποδεικτικών μέσων). Το απαράδεκτο, δηλαδή, των μη παραχρήμα αποδεικνυομένων ισχυρισμών, δεσμεύει και τους δανειστές, καλύπτει δε και τις αντενστάσεις που προτείνουν αυτοί κατά των αποσβεστικών της απαίτησης ισχυρισμών (ΑΠ1203/2020, ΑΠ 583/1993). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι από τα αποδεικτικά μέσα (δικαστική ομολογία και έγγραφα) που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος παρέχεται ή όχι άμεση απόδειξη των ισχυρισμών του αποτελεί εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων μη υποκειμένη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 419/2013, ΑΠ748/1987). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το απαράδεκτο της παρ. 5 του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν καταλαμβάνει ισχυρισμούς που ανάγονται στη γένεση της απαίτησης, λ.χ την εικονικότητα ή την πλάνη, ισχυρισμούς αναφερόμενους αποκλειστικά στο κύρος του τίτλου ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, αντενστάσεις, ακόμη και όταν βάλλουν εναντίον ενστάσεων για τις οποίες θα επιβαλλόταν η άμεση απόδειξη, εκτός αν έχουν αποσβεστικό χαρακτήρα των προσβαλλομένων με τις ενστάσεις απαιτήσεων (πρβλ. ΑΠ 351/1998, ΑΠ1007/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με τον τρίτο πρόσθετο λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ μη κηρύσσοντας απαράδεκτο, διότι οι διαλαμβανόμενοι στην ανακοπή και τον συναφή πρόσθετο λόγο ανακοπής ισχυρισμοί α) περί εικονικότητας του τίτλου και β) περί καταχρηστικότητας της επισπευδόμενης εκτέλεσης, δεν αποδεικνύονταν "παραχρήμα" με έγγραφα ή δικαστική ομολογία. Επίσης, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας ότι υπέπεσε στην ίδια ως άνω πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.14 μη κηρύσσοντας απαράδεκτο, παρά το γεγονός ότι "στην ένδικη ανακοπή και τους προσθέτους αυτής λόγους ο αναιρεσίβλητος δεν ισχυριζόταν ότι οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτούς ως άνω ισχυρισμοί αποδεικνύονται με έγγραφα ή ομολογία, ούτε επικαλέσθηκε ότι προσκομίζει συγκεκριμένα έγγραφα ή ομολογία τα οποία αποδεικνύουν άμεσα τους εν λόγω ισχυρισμούς του". Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι προεχόντως απαράδεκτοι, ως ερειδόμενοι επί ανακριβούς προϋποθέσεως, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που αφορούν απόσβεση της απαιτήσεως για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 933 παρ. 5 ΚΠολΔ, καθόσον ο προβαλλόμενος περί εικονικότητας ισχυρισμός αφορά τη γένηση της απαίτησης και εντεύθεν το κύρος του τίτλου, ενώ και ο περί καταχρηστικότητας ισχυρισμός αφορά αποκλειστικά τη διαδικασία της εκτέλεσης που επισπεύδεται με άκυρο (εικονικό) τίτλο και επομένως αμφότεροι δεν εμπίπτουν, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, στο ως άνω απαράδεκτο. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου και τρίτος πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτοι, διότι δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι παρέχεται ή όχι άμεση απόδειξη από τα αποδεικτικά μέσα (εν προκειμένω έγγραφα) που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, αφού αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Ανεξαρτήτως αυτών οι ως άνω λόγοι, όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εν λόγω ισχυρισμός αποδεικνυόταν αποκλειστικά από τα νοµίµως προσκοµισθέντα έγγραφα, που µνηµονεύονται ειδικά στην προσβαλλόµενη απόφαση, αφού ρητά σ' αυτή αναφέρεται, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, διότι δεν αποτελούν παραχρήμα απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού. Περαιτέρω, και ο δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγει το Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.11α, λαμβάνοντας υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, με την αιτίαση ότι "για την απόδειξη των ισχυρισμών περί εικονικότητας και καταχρηστικότητας που διαλαμβάνονταν στους επίμαχους ως άνω λόγους (ανακοπής και πρόσθετου αυτής λόγου) στηρίχθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και σε τεκμήρια, καθόσον από τα παρατιθέμενα στον οικείο λόγο (και στις παραδοχές της απόφασης) έγγραφα, δεν προκύπτει ότι οι συμβάσεις είναι εικονικές ούτε ότι η αναγκαστική εκτέλεση είναι καταχρηστική", είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αναγόμενος στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (βλ ΑΠ 419/2013). Και τούτο διότι με τον ως άνω λόγο διατυπώνονται απλώς παράπονα του αναιρεσείοντος που ανάγονται στην ουσία της υπόθεσης, σε σχέση με την γενομένη από το δικαστήριο εκτίμηση, την οποία, αμφισβητεί με την επίκληση των παρατιθέμενων εγγράφων, όπως επίσης αμφισβητεί και τα μνημονευόμενα ως προσαχθέντα από τον αντίδικό του αποδεικτικά μέσα, επιδιώκοντας να πλήξει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη, που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας (ΑΠ 901/2019, ΑΠ 1679/2018). Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ, συνεπάγεται δε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του λόγου αυτής ως απαράδεκτου (ΑΠ 98/2017, ΑΠ 2136/2014, ΑΠ 589/2009). Εξάλλου, αίτημα της προβλεπόμενης από το άρθρο 933 του ΚΠολΔ ανακοπής είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλεται με αυτήν (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 337/2006). Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ' αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1352/2022, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1464/2012). Κατ' ακολουθίαν αυτών, αν γίνει δεκτός ως βάσιμος ένας από τους προβαλλόμενους λόγους της ανακοπής, παρέλκει η έρευνα των λοιπών, που και αυτοί αποβλέπουν στο ίδιο αίτημα (ακύρωση της ορισμένης διαδικαστικής πράξης), αφού η έννομη συνέπεια που επιδίωξε να διαπλάσει ο ανακόπτων με την ανακοπή του έχει ήδη επέλθει (ΑΠ 1943/2017). Επομένως, επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή, κατά παραδοχή περισσοτέρων λόγων ανακοπής, και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη με αυτούς πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, η απόρριψη της αναίρεσης, καθό μέρος προσβάλλεται με αυτήν κάποιος από τους γενόμενους δεκτούς λόγους ανακοπής, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλονται οι λοιποί, επίσης, δεκτοί γενόμενοι λόγοι ανακοπής, αφού η ακύρωση της διαδικαστικής πράξης, που επιδίωξε ο ανακόπτων με την ανακοπή του έχει ήδη επέλθει με την αμετάκλητη πλέον παραδοχή του λόγου ανακοπής που έγινε δεκτός. Επομένως, ενόψει του ότι κατά τα προεκτεθέντα, η αιτιολογία περί εικονικότητας του τίτλου που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, πλήττεται ανεπιτυχώς, καθ'ο μέρος με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους (πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο κατά το αντίστοιχο μέρος, καθώς και τους προσθέτους αυτής λόγους, πρώτο, δεύτερο και τρίτο κατά το οικείο μέρος), πλήττεται η απόφαση ως προς την αιτιολογία περί καταχρηστικότητας της εκτέλεσης είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11.9.2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 27.11.2021 προσθέτους αυτής λόγους κατά της 155/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ