Αριθμός 1790/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΤΕΓΚ Α.Τ.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταμόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ" (Ε.Υ.Δ.Α.Π Α.Ε), που εδρεύει στο ... νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καλλιέρου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Οκτωβρίου 2008 προσφυγή που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2255/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 10 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔικ και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2255/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρ. 13§§4&5 ν.1418/1984 υπ' αριθ. 2255/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της από 13.10.2010 προσφυγής της ήδη αναιρεσείουσας με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι ο 1ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών του δημόσιου έργου, που αυτή ανέλαβε και εκτέλεσε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, εγκρίθηκε αυτοδικαίως λόγω άπρακτης παρέλευσης τριμήνου από την υποβολή του προς έγκριση και συνεπώς η μεταγενέστερη ανασύνταξη του Πίνακα αυτού είναι άκυρη, δέχθηκε ακολούθως (η απόφαση) εν μέρει στην ουσία την προσφυγή κατά την επικουρική βάση της και αναγνώρισε ότι ανεξαρτήτως αυτοδίκαιης έγκρισης του ως άνω Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα είναι άκυρη ως αντισυμβατική η περικοπή από τον Πίνακα αυτό ποσού αμοιβής της αναιρεσείουσας 134.522.52 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 8 του ν.1418/1984, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρ. 15§2 του ν. 3212/2003 και οι τροποποιούμενες διατάξεις της εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 23§7 του νόμου αυτού και στις συμβάσεις έργων, για τα οποία δεν έχει εκδοθεί βεβαίωση περαίωσης εργασιών, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: " Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Αν προκύψει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικά ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν, κατά την εκτέλεση του έργου, αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση δ' της παρ. 3 του άρθρ. 8 του π.δ/τος 334/2000, συνάπτεται σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου. Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρ. 43 του π.δ/τος 609/1985, όπως κάθε φορά ισχύουν. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου... ". Το άρθρο 43 του π.δ/τος 609/1985, όπως μετά και τις τροποποιήσεις με το άρθρ. 19§2 του ν. 2947/2001 ισχύει, ορίζει: Στην παράγραφο 1 "Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών μόνο εργασιών σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρ. 8 ν.1418/1984... Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης", στην παράγραφο 2 "Κάθε σύμβαση επόμενης της αρχικής συνοδεύεται από Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών, που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων, τις δαπάνες του προϋπολογισμού του αρχικά ανατεθέντος έργου, του προϋπολογισμού της αμέσως προηγούμενης σύμβασης και του προϋπολογισμού της προς κατάρτιση καινούργιας σύμβασης...", στην παράγραφο 3 " Αν στο συγκριτικό (ήδη ανακεφαλαιωτικό) πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας, ο συγκριτικός πίνακας συνοδεύεται από πρωτόκολλο που κανονίζει τις τιμές για τις εργασίες αυτές..." και στην παράγραφο 5 "Οι συγκριτικοί (ανακεφαλαιωτικοί) πίνακες και τα πρωτόκολλα κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών που τους συνοδεύουν συντάσσονται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και υπογράφονται από τον ανάδοχο ανεπιφύλακτα ή με επιφύλαξη. Αν ο ανάδοχος αρνηθεί την υπογραφή, του κοινοποιείται ο συγκριτικός πίνακας και τα πρωτόκολλα σύμφωνα με το άρθρ. 29§1. Στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση που ο ανάδοχος υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα με επιφύλαξη δικαιούται να υποβάλει ένσταση. Ο συγκριτικός πίνακας και τα πρωτόκολλα νέων τιμών εγκρίνονται από την Προϊσταμένη Αρχή, στην οποία διαβιβάζεται, μαζί με την τυχόν ένσταση του αναδόχου, αιτιολογική έκθεση για την ανάγκη των τροποποιήσεων, τον τρόπο κανονισμού των τιμών και κάθε σχετική πληροφορία. Αν έχει υποβληθεί ένσταση, διατυπώνεται και η γνώμη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας στο περιεχόμενο της ένστασης αυτής. Μετά την έγκριση του συγκριτικού πίνακα ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις σχετικές εργασίες, χωρίς αυτό να θίγει τα δικαιώματά του για επίλυση της τυχόν διαφοράς". Με τις παραπάνω διατάξεις δεν ορίζεται προθεσμία για την έγκριση του Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) και των Πρωτοκόλλων Καθορισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ) από την Προϊσταμένη Αρχή που επιβλέπει την κατασκευή του έργου, όμως η έγκριση δεν μπορεί να θεωρηθεί τελικά απρόθεσμη, αφού αποτελεί προϋπόθεση για την πιστοποίηση στη συνέχεια των εργασιών που πράγματι εκτέλεσε ο εργολάβος και τη σύνταξη απ' αυτόν του λογαριασμού για την πληρωμή της αμοιβής του, η καθυστέρηση της οποίας δημιουργεί υπέρ αυτού αξίωση καταβολής τόκων υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 5§§9&10 του ν.1418/1984 (όπως οι παράγραφοι αυτές αναριθμήθηκαν με το άρθρ.1 ν. 2940/2001) και 40 του π.δ/τος 609/1985. Έτσι η έγκριση του ΑΠΕ και των ΠΚΤΜΝΕ πρέπει να ενεργείται μέσα σε εύλογο χρόνο και τέτοιος θεωρείται, κατά παγιωμένη ήδη νομολογία, ότι αποτελεί το τρίμηνο από την υποβολή τους προς έγκριση στην Προϊσταμένη Αρχή. Μάλιστα, κατά την ίδια νομολογία, η άπρακτη πάροδος του τριμήνου αυτού έχει ως συνέπεια να θεωρούνται ο ΑΠΕ και τα ΠΚΤΜΝΕ αυτοδικαίως έκτοτε εγκεκριμένα, με συνέπεια τυχόν μεταγενέστερη έγκρισή τους να είναι τυπική και να επιβεβαιώνει απλώς την προηγούμενη αυτοδίκαιη έγκρισή τους, γι' αυτό και γίνεται περαιτέρω δεκτό ότι δεν μπορεί πλέον η Προϊσταμένη Αρχή να τροποποιήσει τα στοιχεία τους (ΣτΕ 1674/1997, 4452/2001, 619/2003, 377/2006). Εξ άλλου ναι μεν η σύνταξη ΑΠΕ για εργασίες, που δεν είναι νέες, δεν προβλέπεται και είναι περιττή, όμως αν παρόλα αυτά συνταχθεί, δεν είναι άκυρος και μπορεί να αποτελέσει βάση επιμέτρησης των αντίστοιχων εργασιών. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που περιληφθούν στον ΑΠΕ νέες μεν εργασίες, οι οποίες όμως έχουν ήδη εκτελεσθεί, αφού ο ΑΠΕ πρέπει βέβαια να συντάσσεται και να εγκρίνεται πριν από την εκτέλεση των εργασιών που αφορά, όμως αν προηγηθεί η εκτέλεση των σχετικών εργασιών, δεν είναι για μόνο το λόγο αυτό άκυρος ο συντασσόμενος στη συνέχεια για τις εργασίες αυτές ΑΠΕ (πρβλ. ΑΠ 1311/2007) και μπορεί να εγκριθεί ρητά ή και σιωπηρά, δηλαδή αυτοδικαίως, με την άπρακτη πάροδο της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας, που δέχεται η σχετική νομολογία. Σιωπηρή (αυτοδίκαιη) έγκριση δέχεται η νομολογία και ως προς την τελική ή τις τμηματικές επιμετρήσεις του εκτελεσθέντος από τον ανάδοχο έργου (άρθρ. 38§§1,2&4 π.δ/τος 609/1985), αν παρέλθουν άπρακτες οι σχετικές προθεσμίες των δυο (2) ή αντίστοιχα των τριών (3) μηνών, που γίνονται νομολογιακά δεκτές ως αποκλειστικές, με την έννοια ότι αν παρέλθουν χωρίς η Διευθύνουσα Υπηρεσία να προβεί κατά τη διάρκειά τους στον έλεγχο της τελικής ή των τμηματικών επιμετρήσεων και στην κοινοποίηση τους στον ανάδοχο με τις τυχόν διορθώσεις, οι σχετικές επιμετρήσεις θεωρούνται αυτοδικαίως εγκριθείσες και η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δικαιούται πλέον να τις διορθώσει και να τις ανασυντάξει (ΑΠ 1644/2008? 1649/2008? ΣτΕ 2178/2009? 3406/2009) ούτε και κατά το στάδιο της προσωρινής παραλαβής του έργου (ΑΠ 1648/2009? ΣτΕ 1154/2006? 407/2010). Αντίθετη όμως είναι η υπ' αριθ. 1199/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά την οποία αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της τελικής επιμέτρησης του έργου, δεν θεωρείται αυτή αυτοδικαίως εγκριθείσα, ενώ κατά την υπ' αριθ. 1127/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου ναι μεν αποκλειστική είναι και η προβλεπόμενη στα άρθρ. 5§10 του ν. 1418/1984 και 40§7 του π.δ/τος 609/1985 μηνιαία προθεσμία για την έγκριση των συντασσόμενων για την πληρωμή του αναδόχου λογαριασμών (βλ. και ΑΕΔ 8/2004), όμως η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας αυτής οδηγεί σε αυτοδίκαιη έγκριση των λογαριασμών υπό την προϋπόθεση ότι έχουν όλα τα αναγκαία για τη νομιμότητά τους στοιχεία. Γενικότερα η υπ' αριθ. 1208/2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχθηκε ότι αν δεν ορίζεται από ειδική διάταξη νόμου ρητά το αντίθετο, η άπρακτη πάροδος προθεσμίας, που έχει ταχθεί για τη ρύθμιση ορισμένης σχέσης με την έκδοση σχετικής πράξης, δεν συνιστά πλασματική αποδοχή, αλλά σιωπηρή απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος. Τέτοια ειδική διάταξη είναι αυτή του άρθρ. 11§2 του ν. 1418/1984 σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρ. 53§4 και 55§2 του π.δ/τος 609/1985, σύμφωνα με τις οποίες αν παρέλθουν άπρακτες οι καθοριζόμενες σ' αυτές προθεσμίες για την προσωρινή και την οριστική παραλαβή δημόσιου έργου, οι παραλαβές αυτές θεωρούνται αυτοδικαίως συντελεσθείσες τριάντα ημέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, αφού έκρινε ότι στον ΑΠΕ, που συντάσσεται για εργασίες επιπλέον όσων περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου, δηλαδή για νέες εργασίες, δεν επιτρέπεται να περιληφθούν και εργασίες προβλεπόμενες στην αρχική σύμβαση, ούτε εργασίες που έχουν προηγουμένως πλήρως εκτελεσθεί, διαφορετικά εμποδίζεται η έγκριση του ΑΠΕ, ο οποίος γενικότερα δεν συντάσσεται όταν δεν υπάρχουν νέες εργασίες, δέχθηκε στη συνέχεια ότι κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη προσφυγή η σύνταξη του 1ου ΑΠΕ για το δημόσιο έργο , που η αναιρεσείουσα ανέλαβε και εκτέλεσε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, περιλάμβανε εργασίες που δεν ήταν νέες και επιπλέον είχαν ήδη εκτελεσθεί, με συνέπεια έτσι να είναι αδύνατη η έγκριση του ως άνω ΑΠΕ και μάλιστα η αυτοδίκαιη λόγω της άπρακτης παρέλευσης τριμήνου από την υποβολή του προς έγκριση στην επιβλέπουσα το έργο Προϊσταμένη Αρχή. Συνακόλουθα το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της ένδικης προσφυγής με αίτημα αυτής να αναγνωρισθεί ότι ο ως άνω 1ος ΑΠΕ εγκρίθηκε αυτοδικαίως λόγω της άπρακτης παρέλευσης τριμήνου από την υποβολή του προς έγκριση στην Προϊσταμένη Αρχή και συνεπώς η μεταγενέστερη ανασύνταξή του είναι άκυρη. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι ορθά μεν το Εφετείο δέχθηκε ότι με την άπρακτη πάροδο τριών μηνών από την υποβολή ΑΠΕ προς έγκριση στην Προϊσταμένη Αρχή του φορέα κατασκευής δημόσιου έργου θεωρείται αυτός σιωπηρά, δηλαδή αυτοδικαίως, εγκεκριμένος, εσφαλμένα όμως στη συνέχεια έκρινε ότι το αποτέλεσμα αυτό προϋποθέτει ότι ο ΑΠΕ αφορά αποκλειστικά νέες εργασίες, οι οποίες μάλιστα δεν θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί κατά το χρόνο της υποβολής του ΑΠΕ προς έγκριση. Σύμφωνα με όσα προηγουμένως αναπτύχθηκαν, το κύρος ΑΠΕ δεν εξαρτάται από τέτοιες προϋποθέσεις και μπορεί αυτός να εγκριθεί σε ανάλογες περιπτώσεις, ρητά ή και σιωπηρά, αν γίνει δεκτή η άποψη ότι είναι δυνατή η σιωπηρή και κατ' επέκταση η αυτοδίκαιη έγκρισή του. Με δεδομένο, ωστόσο, ότι αμφισβητείται ήδη νομολογιακά αν συνιστά πλασματική αποδοχή με αντίστοιχη διαπλαστική ενέργεια η άπρακτη πάροδος προθεσμίας, που έχει ταχθεί για τη ρύθμιση ορισμένης σχέσης με την έκδοση προς το σκοπό αυτό σχετικής πράξης και επομένως αμφισβητείται έτσι και η δυνατότητα σιωπηρής (αυτοδίκαιης) έγκρισης ΑΠΕ, ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το οποίο συνέχεται με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, γι' αυτό ως προς το λόγο αυτό πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά τα άρθρ. 563§2εδ(β) ΚΠολΔ και 23§2εδ(γ)&(δ) του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί, ειδικότερα, αν η άπρακτη παρέλευση τριμήνου από την υποβολή ΑΠΕ προς έγκριση στην Προϊσταμένη Αρχή του φορέα κατασκευής δημόσιου έργου συνεπάγεται υπό το καθεστώς του π.δ/τος 609/1985 τη σιωπηρή (αυτοδίκαιη, πλασματική) έγκριση του ΑΠΕ και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν συντρέχουν ή όχι όλα τα αναγκαία για τη σύννομη κατάρτισή του στοιχεία. Κατά τα λοιπά ως προς το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι εν μέρει μόνο δέχθηκε στην ουσία την ένδικη προσφυγή κατά την επικουρική βάση της, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να κρίνει το λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης μετά την έκδοση απόφασης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ