ΑΡΙΘΜΟΣ 1418/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Χρυσούλας Παρασκευά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Μ. Δ. του Ε. και 2) Θ. Δ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δαμασκόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2121/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1160/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΚΠ "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στην πράξη, παράλειψη, ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος (έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της). Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Πρέπει, δηλαδή, μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του οφέλους που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα από την οποίαν (υλική αντιστοιχία) προκύπτει εναργώς ο χαρακτήρ του εγκλήματος της απάτης ως τοιούτου περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Κατά το άρθρο 45 ΠΚ "εάν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει η αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιπoί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου (ή στο βούλευμα) και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. (Ολ. Α.Π. 50/1990). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (όπως το τελευταίο ετροποποιήθη και ισχύει, με το άρθρο 2 παρ.5 Ν.2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.4 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία στοιχεία απεδείχθη η κάθε παραδοχή. Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005), το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα, αφού δεν εξηρέθησαν. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η παράλειψη της αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά ως και μεταξύ των, διότι, εις την περίπτωση αυτή, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, (δόλου που απαιτείται κατ' άρθρο 26§1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος) αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά τα οποία απαιτούνται και στο αδίκημα της απάτης. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει, όταν το δικαστήριο της oυσίας, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από τη διάταξη που εφηρμόσθη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2121/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αυτό για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, χωρίς ουδέν να εξαιρέσει ήτοι "καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και τις απολογίες των κατηγορουμένων, μεταξύ των εγγράφων (έλαβεν υπ' όψη του) και τα "επτά (7) αποδεικτικά αναλήψεων σε φωτοτυπία", ουδεμιάς αμφιβολίας υπαρχούσης περί αυτού, όπως περί του αντιθέτου αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, αφού δεν εξηρέθησαν από τα αναγνωστέα και αναγνωσθέντα. Εν συνεχεία εδέχθη, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, ότι απεδείχθησαν τα εξής: Η Χ. Χ. ετών 87 ήταν τρόφιμος του γηροκομείου Αθηνών από το έτος 1998, καθόσον ήταν άγαμη και δεν είχε οικογένεια, ούτε εγγύτερους συγγενείς. Όταν εισήλθε στο γηροκομείο ήταν καλά στην υγεία της χωρίς να παρουσιάζει κάποιο νόσημα, το οποίο να την εμποδίζει στην αυτοεξυπηρέτησή της, εκτός από ένα χρόνιο καρδιολογικό πρόβλημα για το οποίο ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Μέχρι το 2004 δεν είχε εμφανίσει δείγματα περί κινητικών προβλημάτων και προβλημάτων μνήμης, αφού μέχρι τότε εξερχόταν του Γηροκομείου και διεκπεραίωνε μόνη της τις υποθέσεις, αλλά σταδιακά και συγκεκριμένα από το Φθινόπωρο του 2004 άρχισε να εκδηλώνει καταβολή δυνάμεων, έκπτωση μνήμης και να επιθυμεί την ύπαρξη συνοδείας, για τη μετάβασή της σε Τράπεζες και εκτός Γηροκομείου. Τα ανωτέρω βεβαιώνουν ενόρκως τόσο η Ε. Κ. όσο και η Κ. Γ. που υπηρετούν ως Κοινωνικοί Λειτουργοί στο Γηροκομείο Αθηνών. Αυτές στις καταθέσεις τους ρητά βεβαιώνουν ότι από το έτος 2004 η Χ. ξεκινούσε, επαναλάμβανε συνέχεια τα ίδια πράγματα μέσα σε 20 λεπτά, χαρακτηριστικό των ανθρώπων που πάσχουν από άνοια στο αρχικό στάδιο. Εξάλλου από το από 20-12-2004 ιατρικό πιστοποιητικό του κέντρου ακτινοδιαγνωστικών απεικονίσεων του ΓΝΑ "Γεώργιος Γεννηματάς" βεβαιώνεται από την αξονική τομογραφία της προαναφερόμενης υπερήλικης ότι "παρατηρούνται στην περιοχή των βασικών γαγγλίων αριστερά ευρήματα συμβατά με ισχαιμικές αλλοιώσεις, διαχύτως υπόπυκνη απεικόνιση της κεντρικής λευκής ουσίας τόσο παρακοιλιακά, όσο και υπερκοιλιακά που θα μπορούσε να συσχετισθεί με παρουσία μικροισχιμικής λευκοεγκεφαλοπάθειας και φλοιώδης εγκεφαλική και παρεγκεφαλική ατροφία με συνοδό διεύρυνση των υπαραχνοειδών χώρων". Σύμφωνα δε με την από 10-3-2005 ιατρική βεβαίωση της ψυχιάτρου του γηροκομείου Α. Κ., η ανωτέρω υπερήλικη εξετάσθηκε για πρώτη φορά στις 24-2-2005 και διαπιστώθηκε κατά την κλινική εξέταση να παρουσιάζει νοητική έκπτωση που εκφράζεται με διαταραχές της μνήμης, της συγκέντρωσης και της προσοχής, δηλ. να πάσχει από νοητική άνοια και να μη μπορεί συνεπώς να εκτιμήσει και να διαχειριστεί τις υποθέσεις της. Είναι γεγονός ότι η εν λόγω υπερήλιξ, καίτοι διαγνώστηκε η αδυναμία της να διαχειριστεί τις υποθέσεις ήδη από το Φεβρουάριο του 2005 δεν τέθηκε υπό δικαστική συμπαράσταση, αλλά μόλις στις 18-9-2006. Τούτο όμως δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η Χ. δεν έπασχε από μερική άνοια. Περαιτέρω οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Θ. και Μ. Δ. κατά το έτος 2001 μίσθωσαν ένα διαμέρισμα στο ισόγειο της επί της οδού …αρ. …, πολυκατοικίας στην …, περιοχή …, στον πρώτο όροφο της οποίας διέθετε ιδιόκτητο διαμέρισμα η ως άνω Χ. Χ., κατά δε το έτος 2004, γνωρίζοντας ήδη τη Χ. Χ. από το έτος 2001, καθόσον αυτή μετέβαινε με ταξί στην εν λόγω πολυκατοικία για να εισπράξει το ενοίκιο του ακινήτου της, μίσθωσαν το προαναφερόμενο διαμέρισμα, μετά την αποχώρηση του προηγούμενου μισθωτή (βλ. το από 10-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, καθώς και αποδείξεις εισπράξεως ενοικίου και αποδεικτικά κατάθεσης στην ALPHA BANK). Από τις αρχές του έτους 2005 οι ως άνω κατηγορούμενοι (1η και 2ος) μισθωτές άρχισαν να εκφράζουν κάποιο ενδιαφέρον για την τρόφιμο του γηροκομείου και να την επισκέπτονται συχνά, ενώ κάποια στιγμή, πήραν την πρωτοβουλία να καλέσουν οδοντίατρο να την εξετάσει. Τον Φεβρουάριο του έτους 2005 η πρώτη κατηγορουμένη Μ. Δ. ενημέρωσε την παραπάνω κοινωνική λειτουργό Κ. Γ., ότι χρειάζεται ένα πληρεξούσιο, διότι ενδιαφερόταν να βοηθήσει την τρόφιμο του γηροκομείου και εισέπραξε την απάντηση ότι η υπερήλικη δεν έχει κοντά της συγγενικά πρόσωπα, ότι προστατεύεται από το γηροκομείο στο οποίο έχει δώσει τρία ακίνητα, ότι πληρεξούσιο δεν δίδεται σε οποιονδήποτε και ότι έπρεπε να περάσει από τη Γραμματεία του γηροκομείου για περισσότερες λεπτομέρειες. Ωστόσο την 1-3-2005 οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι χωρίς να ενημερώσουν κανένα από το ίδρυμα όπως τους είχε ζητηθεί κάλεσαν την συμβ/φο Αθηνών Ε. Π. (3η κατηγορουμένη) η οποία με την παρουσία και των λοιπών κατηγορουμένων Α. Χ. (4ης κατηγορουμένης) και Σ. Μ. (5ου κατηγορουμένου) ως μαρτύρων, που βεβαίωσαν ότι η Χ. Χ. είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων και ότι ζήτησε τη σύνταξη πληρεξουσίου, συνέταξε το με αριθμό ...1-3-2005 πληρεξούσιο. Με αυτό δινόταν η ειδική εντολή στους Θ. και Μ. Δ. να εισπράττουν από το γενικό λογιστήριο του κράτους τη μηνιαία σύνταξη της εντολέως που κατατίθετο στην ALPHA BANK, να παραλαμβάνουν, να οπισθογραφούν, να εξοφλούν και να μεταβιβάζουν επιταγές που εκδίδονται για πληρωμή συντάξεων, να την εκπροσωπούν στην αρμόδια ΔΟΥ και ενώπιον των οργανισμών κοινής ωφέλειας καθώς και να αναλαμβάνουν από τον με αριθμό ... λογαριασμό Ταμιευτηρίου της ALPHA BANK κατάστημα Αμπελοκήπων, στο όνομα Χ. Χ. του Ι., χωρίς χρονικό περιορισμό, χρήματα σε οποιοδήποτε ποσό και αν ανέρχονταν ακόμα και ολόκληρο το υπάρχον ποσό και να μηδενίζουν τον άνω λογαριασμό, όπερ και εγένετο, αφού αμέσως την επόμενη μέρα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παριστάνοντας ψευδώς στους υπαλλήλους της τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (υποκατάστημα Αμπελοκήπων) ότι τυγχάνουν ειδικοί πληρεξούσιοι - αντιπρόσωποι και αντίκλητοι της Χ. Χ. προχώρησαν σε αναλήψεις και συγκεκριμένα στις 2-3-2005 η Μ. Δ. προχώρησε σε αναλήψεις ποσών ύψους 10.000,00 ευρώ και 9.009,00 ευρώ από το λογαριασμό της υπερήλικης και στις 3-3-2005 ο Θ. Δ. ανέλαβε το ποσό των 51.566,88 ευρώ από τον λογαριασμό της μηδενίζοντάς τον. Οι κατηγορούμενοι δεν εξηγούν τον λόγο που με τέτοια βιασύνη ανέλαβαν τα παραπάνω χρηματικά ποσά από τον λογαριασμό της εντολέως τους, και ενώ αρχικά είχαν εκφράσει το ενδιαφέρον να αναλάβουν τη διαχείριση των υποθέσεών της στη συνέχεια ισχυρίζονται ότι η υπερήλικη είχε εκφράσει την επιθυμία να τους χαρίσει τα χρήματά της, χωρίς όμως να εξηγούν γιατί δεν έγινε στην περίπτωση αυτή σχετική συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και γιατί αφού τους αγαπούσε και ήθελε να τους χαρίσει τόσα χρήματα, δεν τους χάριζε τα ενοίκια της κατοικίας που τους είχε μισθώσει, οι ίδιοι δε γιατί δεν την πήραν από το γηροκομείο στο σπίτι τους, αφού όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, το μόνο που τους έλειπε ήταν η οικογένεια. Ο ισχυρισμός τους ότι το γηροκομείο είχε έννομο συμφέρον να καρπωθεί την περιουσία της υπερήλικης που τελικά απεβίωσε στις 13-2-2007 από καρδιοαναπνευστική ανακοπή, καρδιακή ανεπάρκεια κολπική μαρμαρυγή και γεροντική εξάντληση δεν αναιρεί το δόλο τους να ιδιοποιηθούν παράνομα και να ενσωματώσουν στην περιουσία τους το ποσό των 70.575,88 ευρώ κυριότητας της θανούσας. Εξάλλου από τα προαναφερόμενα πιστοποιητικά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η υπερήλικη εξέφρασε την έκπληξή της, όταν διαπιστώθηκε ο μηδενισμός του τραπεζικού της λογαριασμού, προκύπτει ότι κατά τη σύνταξη του από 1-3-2005 πληρεξουσίου η υπερήλικη βρισκόταν σε κατάσταση μερικής αδυναμίας επαφής με το περιβάλλον και είχε μειωμένη αντίληψη ουσιωδώς, η οποία ήταν εμφανής, καθόσον έπασχε από έκπτωση νοητικής λειτουργίας λόγω κακής εγκεφαλικής αιμάτωσης και συνεπώς δεν είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και η βούλησή της περιοριζόταν αποφασιστικά και δεν μπορούσε να αντιληφθεί τα συμβαίνοντα και να εκδηλώσει την επιθυμία της, ούτε μπορούσε να αντιληφθεί τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε με την κατάρτιση του πληρεξουσίου αυτού, που είχε έννομες συνέπειες, καθόσον από την ψευδή παράσταση ως παραγωγό αιτία αυτού (πληρεξούσιο) παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι της τράπεζας και επήλθε η μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων της στους πρώτη και δεύτερο των κατηγορουμένων. Άλλωστε οι πλανηθέντες υπάλληλοι δεν θα προέβαιναν στη διαθετική πράξη, αν γνώριζαν την υπάρχουσα κατάσταση. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων αυτών περί πραγματικής πλάνης όσο αφορά την δικαιοπρακτική ικανότητα της Χ. Χ., δεν αποδείχθηκε, αφού ευχερώς τρίτος θα μπορούσε να διαγνώσει την αδυναμία επαφής της Χ. με το περιβάλλον ύστερα από ολιγόλεπτη συνομιλία με αυτή, όπως ρητά βεβαιώθηκε από τους μάρτυρες-κοινωνικούς λειτουργούς, που είχαν υπό την φροντίδα τους τη Χ.. Κατόπιν των ανωτέρω στοιχειοθετείται η πράξη της απάτης που αποδίδεται στους 1η και 2° των κατηγορουμένων και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής. Μετά ταύτα εκήρυξαν ενόχους τους κατηγορουμένους με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. του ότι: " Η Μ. Δ. και ο Θ. Δ. στους ….στις 2 και 3/3/2005 με πρόθεση ενεργώντας από κοινού, ήτοι μετά από συναπόφαση και με κοινή δράση ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και ειδικότερα κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο από κοινού ενεργώντας παριστάνοντας ψευδώς στους υπαλλήλους της τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας Alpha Bank (υποκατάστημα Αμπελοκήπων), ότι τυγχάνουν ειδικοί πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι και αντίκλητοι της θανούσας στις 12-2-2007 Χ. Χ., και ακολούθως ειδικώς εξουσιοδοτημένοι να εισπράττουν και να αναλαμβάνουν από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό (ταμιευτηρίου) της, χωρίς χρονικό περιορισμό, χρήματα σε οποιοδήποτε ποσό, καθώς και να μηδενίζουν τον παραπάνω λογαριασμό προσκομίζοντας το υπ αριθμ ...1-3-2005 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π., το οποίο πληρεξούσιο ήταν ψευδές κατά περιεχόμενο, αφού η εντολέας στο παραπάνω πληρεξούσιο, Χ. Χ., βρισκόταν σε κατάσταση μερικής αδυναμίας επαφής με το περιβάλλον και είχε μειωμένη αντίληψη ουσιωδώς, η οποία ήταν εμφανής, καθώς κατά το χρόνο σύνταξης και υπογραφής του πληρεξουσίου έπασχε από έκπτωση νοητικής λειτουργίας λόγω κακής εγκεφαλικής αιμάτωσης, και συνεπώς δεν ήταν ικανή, λόγω εμφανούς ελλείψεως δικαιοπρακτικής ικανότητας, να χορηγήσει με το παραπάνω πληρεξούσιο τέτοιες εντολές, αυτοί δε γνώριζαν ότι το παραπάνω πληρεξούσιο ήταν ψευδές κατά περιεχόμενο. Αποτέλεσμα των ψευδών παραστάσεων ήταν οι υπάλληλοι του παραπάνω τραπεζικού υποκαταστήματος να πειστούν και να τους καταβάλουν χρηματικά ποσά ύψους 70.575,88 ευρώ, με συνέπεια να υποστεί ζημία η τράπεζα (από την αναζήτηση των υπ' αυτής καταβληθέντων χρηματικών ποσών από τους νόμιμους δικαιούχους του λογαριασμού) κατά το τελευταίο ποσό με αντίστοιχη δική τους ισόποση περιουσιακή ωφέλεια". Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία κατεδικάσθησαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων των ποινικών νόμων που εφήρμοσε και δη των 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1, 45 (και 84 παρ.2 α)' Π.Κ., τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος χωρίς να είναι ανάγκη να εκθέτει τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου χωριστά, τα περιστατικά της από κοινού τελέσεως της πράξεως των αναιρεσειόντων, το ψευδές γεγονός, το οποίο παρέστησαν εις τους υπαλλήλους της Τραπέζης και τους έπεισαν ότι είναι αληθές, το οποίο εγνώριζαν (ότι ήτο ψευδές) αφού το κατά περιεχόμενο ψευδές πληρεξούσιο, κατά την σύνταξη του οποίου η Χ. Χ. εφέρετο ότι είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων αυτούς ακριβώς αφεώρα, τους οποίους ενεφάνιζε ειδικούς πληρεξουσίους της και οι οποίοι εγνώριζαν την αδυναμία της προς πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα να τους διορίσει τοιούτους, ο σκοπός να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το αναληφθέν υπ' αμφοτέρων αυτών από την Τράπεζα ποσόν και η επίτευξή του με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της Τραπέζης, εκ της αναζητήσεως του ποσού ως άνω (που κατέβαλε στους κατηγορουμένους) υπό των νομίμων δικαιούχων του οικείου λογαριασμού. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της απάτης, είναι αβάσιμοι. Καθ' ό μέρος δε υπό την επίκλησή των επιχειρείται διάφορος εκτίμηση και ανάλυση της δικαιοπρακτικής ικανότητος της Χ. Χ., σε σχέση με τις παραδοχές της αποφάσεως ως προς αυτήν με την παράθεση εις μείζονα έκταση αποσπασμάτων εκ των γενομένων δεκτών περιστατικών, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες εις τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Οκτωβρίου 2012 αίτηση των Μ. Δ. του Ε. και Θ. Δ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2121/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250) έκαστον. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ