Αριθμός 707/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Aldi (ΑΛΝΤΙ) Ελλάς Supermarket (ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ) Συμμετοχική ΕΠΕ & Σία ΕΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πέππα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ι. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τσιάντο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 21376/2011 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 23-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 21376/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί παραδεκτά, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενόψει του ότι κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα την 20-9-2011 και κατατέθηκε στο εκδόσαν αυτήν πιο πάνω πρωτοδικείο την 18-11-2011, ήτοι μετά την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως, γεγονός που συνομολογούν οι αναιρεσίβλητοι, κατέστη τελεσίδικη.. Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Έτσι κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες αυτούς το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Η αναιρεσείουσα είναι εταιρία με αντικείμενο το λιανικό εμπόριο τροφίμων μέσω αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Προσέλαβε τον πρώτο αναιρεσίβλητο στις 15-7-2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως Διευθυντής Ανάπτυξης Δικτύου στη Βόρεια Ελλάδα και στην Κύπρο και τον δεύτερο αναιρεσίβλητο την 1-7-2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως Διευθυντής Ανάπτυξης Δικτύου στη Νότια Ελλάδα. Στις συμβάσεις εργασίας των είχε περιληφθεί και ο 5.3 όρος, ο οποίος προέβλεπε επί λέξει τα εξής: "ο διευθυντής υποχρεούται, μέχρι την παρέλευση ενός έτους από τη λήξη της σύμβασης εργασίας, να μη δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα ή στις χώρες στις oπoίες η εταιρία, οι ιδιοκτήτες/μέτοχοι αυτής και εταιρίες στις οποίες συμμετέχει αυτή, δραστηριοποιούνται ή πρόκειται να δραστηριοποιηθούν μέχρι το έτος 2010 στον επιχειρηματικό κλάδο αυτών (λιανικό εμπόριο τροφίμων) ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας ή ως μισθωτός. Η εταιρία επιφυλάσσεται, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, χωρίς υπαιτιότητα του διευθυντή, να επιμείνει στην τήρηση της ρήτρας ανταγωνισμού με συνέχιση καταβολής της αμοιβής, που ελάμβανε τελευταία ο διευθυντής". Τον Ιούλιο του 2010 η αναιρεσείουσα αποφάσισε να σταματήσει τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα και στις 19-7-2010 όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο και στις 15-7-2010 όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, καταβάλλοντάς τους την αποζημίωση απόλυσης που τους όφειλε. Ακολούθως, στις 19-7-2010 και 20-7-2010 αντίστοιχα η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στους αναιρεσιβλήτους εξώδικη δήλωση με την οποία τους καλούσε να τηρήσουν την υποχρέωση εχεμύθειας που προβλεπόταν στον όρο 6. των συμβάσεων εργασίας τους. Το γεγονός όμως ότι στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση δεν αναφερόταν τίποτα σχετικά με την υποχρέωσή τους που πήγαζε από τον όρο 5.3 των συμβάσεων εργασίας τους, δεν σήμαινε ότι τους απήλλαξε από την υποχρέωσή τους αυτή. Εξάλλου με την από 3-8-2010 εξώδικη πρόσκλησή τους οι αναιρεσίβλητοι, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 6-8-2010, την ενημέρωναν ότι εφόσον δεν τους αποδέσμευε από τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις συμβάσεις εργασίας τους, αυτοί δεν θα παραβίαζαν κανένα όρο των συμβάσεών τους και ειδικότερα αυτούς που αφορούσαν την καταβολή ποινικής ρήτρας εκ μέρους τους. Και πράγματι, σύμφωνα με τον όρο 9. των συμβάσεων εργασίας τους προβλεπόταν ότι "Για οποιαδήποτε παράβαση των υποχρεώσεων και απαγορεύσεων του διευθυντή που απορρέουν από τους όρους 5, 6, 7 και 8 της παρούσας σύμβασης, συμφωνείται η κατάπτωση ποινικής ρήτρας, η οποία καθορίζεται σε τρεις μηνιαίους μισθούς". Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι πράγματι οι αναιρεσίβλητοι τήρησαν τις υποχρεώσεις τους από τη σύμβαση. Ειδικότερα, αν και τους είχε προταθεί αντίστοιχη θέση από την εταιρία ΙΝΤΕΡΚΟΜ ΦΡΟΥΤ, δεν την αποδέχτηκαν λόγω της δεσμευτικής ρήτρας που υπήρχε με την αναιρεσείουσα. Ακόμη όμως και όταν οι αναιρεσίβλητοι της κοινοποίησαν την ανωτέρω εξώδικη δήλωση, η αναιρεσείουσα δεν έσπευσε να τους επιδώσει (όπως έκανε μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής) μια αντίστοιχη εξώδικη δήλωση, όπου ρητά θα τους απήλλασσε από τη συγκεκριμένη υποχρέωσή τους, αλλά έπραξε τούτο πολύ αργότερα, μετά την άσκηση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων της παρούσας αγωγής, στις 25-11-2010 και 29-11-2010 όπου ρητά αναφέρει: "ήσασταν και εξακολουθείτε να είστε ελεύθεροι να ενεργήσετε κατά βούληση, αναζητώντας εργασία δίχως κανένα περιορισμό από την Εταιρία μας". Η συγκεκριμένη δήλωση σαφώς διαφέρει από αυτήν που τους είχε αποστείλει η αναιρεσείουσα τον Ιούλιο του 2010. Με την τελευταία εξώδικη δήλωσή της η αναιρεσείουσα απάλλαξε πραγματικά τους αναιρεσιβλήτους από τον όρο 5.3 των συμβάσεων εργασίας τους. Μέχρι τότε όμως, δεν τους είχε απαλλάξει και οι αναιρεσίβλητοι εξακολουθούσαν να δεσμεύονται από τον ως άνω όρο, δέσμευση που εκφράστηκε με την απόκρουση εκ μέρους τους προτάσεως εργασίας από ανάλογη σε είδος εταιρία και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα όφειλε, κατά τα συμφωνηθέντα να τους καταβάλλει τη μηνιαία αμοιβή τους, μέχρι την ημερομηνία απαλλαγής τους, ήτοι μέχρι 25-11-2010 όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο και μέχρι 29-11-2010 όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Από τα παραπάνω που δέχτηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του δεν προκύπτει ότι τούτο (δικαστήριο) διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία σε σχέση με το περιεχόμενο του όρου 5.3 της σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων, για την ενεργοποίηση της ρήτρας μη ανταγωνισμού και ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παραβιάστηκαν οι εν λόγω διατάξεις, εφόσον το ως άνω δικαστήριο δεν προσέφυγε σ' αυτούς για την ερμηνεία του παραπάνω όρου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα) και τις, από 25-11-2010 και 29-11-2010 εξώδικες δηλώσεις της αναιρεσείουσας προς τους πρώτο και δεύτερο εκ των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα που προσκόμισε η ίδια, δεν στηρίχτηκε όμως αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, αλλά τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να τα εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα ανέγνωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει από 8-11-2011 αίτηση της υπό εκκαθάριση Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Aldi (ΑΛΝΤΙ) Ελλάς Supermarket Συμμετοχική ΕΠΕ και Σία ΕΕ" για αναίρεση της 21376/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ