Αριθμός 964/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Πανταζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ζ. του Α., 2) Χ. συζύγου Γ. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μποροδήμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "EUROLIFE ERB ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και ήδη "EUROLIFE FFH ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROLIFE FFH ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4/7/2013 και 1/9/2013 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/11/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 11-11-2021 (52/26-11-2021) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 150/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται σαφώς ότι για να παραχθεί αδικοπραξία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος, απαιτείται, εκτός από την επέλευση της ζημίας α) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από τον δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (άρθρο 330 του Α.Κ.), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη τούτου και γ) να υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η συμπεριφορά αυτή, στο χρόνο και με τις συνθήκες, που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται, οπωσδήποτε, παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης. Η παράλειψη είναι παράνομη, όταν υπάρχει υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, η οποία μπορεί να πηγάζει από το νόμο, από δικαιοπραξία ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, γεγονός που συμβαίνει, ιδίως, όταν με ενέργειες του υπαιτίου δημιουργείται πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων προσώπων. Παράνομη συμπεριφορά, ως αντικειμενικό στοιχείο θεμελίωσης δικαιοπρακτικής ευθύνης, συνιστά και κάθε ενέργεια ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το αντικειμενικό μέτρο της επιμέλειας, που τηρεί ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου συναλλακτικού κύκλου με τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει και αυτός να δείξει τον ίδιο με εκείνον βαθμό επιμέλειας, ώστε να μπορεί να προβλέπει και να αποφεύγει την προσβολή των αγαθών και των έννομων συμφερόντων τρίτων προσώπων. Υπαιτιότητα του υποχρέου υφίσταται και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Για την αμέλεια, δηλαδή, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο ζημιώσας δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, υπό τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αφετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Ο ορισμός της αμέλεια, ειδικότερα, δίδεται στο άρθρο 330 εδαφ. β' του Α.Κ., κατά το οποίο, αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται από τις συναλλαγές. Επιπλέον, η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις ή από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου. Αυτός, που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα, που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών που μπορεί να προέλθουν από αυτές τις καταστάσεις σε τρίτους, εξαιτίας προσβολής απόλυτων δικαιωμάτων τους, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου. Αρκεί δε προς θεμελίωση της ευθύνης η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς το οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως να συνέβαλαν και άλλο όροι αμέσως ή εμμέσως (Ολ.Α.Π. 23/1988, Α.Π. 889/2022, Α.Π. 268/2021). ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 5 παρ. 2 εδαφ.β' του ν. 2496/1997 συνάγεται ότι, με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση). Λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο που καταρτίζει την ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή και αναλαμβάνει την καταβολή των ασφαλίστρων. Ασφαλισμένος δε είναι το πρόσωπο, που σχετίζεται με την ασφάλιση, αφού αυτή σε δικό του κίνδυνο αφορά, αλλά δεν μετέχει απαραίτητα στις ασφαλιστικές συμφωνίες. Ειδικότερα, είναι το πρόσωπο, του οποίου το συμφέρον απειλείται από τον κίνδυνο (στις ασφαλίσεις ζημιών) ή το πρόσωπο, τη ζωή ή την υγεία του οποίου αφορά η ασφάλιση (στις ασφαλίσεις προσώπων). Ωστόσο, εκτός από τα άνω πρόσωπα, με την ασφάλιση σχετίζεται και ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, εκείνος, δηλαδή, στον οποίο, όταν πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, θα καταβληθεί η ασφαλιστική παροχή. Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί να ταυτίζεται με το λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο. Αν όμως οι ιδιότητες αυτές δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει σε περίπτωση ασφάλισης ξένου συμφέροντος, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπομένη από τα άρθρα 410 επ. του Α.Κ. Στην περίπτωση αυτή, τρίτος, δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι ο ασφαλισμένος που ορίστηκε από τη σύμβαση ότι απειλείται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο και πλήττεται από την πραγματοποίησή του. Αυτός (τρίτος) είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας στον ίδιο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1287 εδαφ. α' και β' του Α.Κ., όταν το ενυπόθηκο είναι ασφαλισμένο, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται στην οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης μέχρι του ύψους της απαίτησής του που είναι ασφαλισμένη με υποθήκη, είναι αποκλειστικά ο ενυπόθηκος δανειστής και, επομένως, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, η αξίωση κατά του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος ανήκει όχι στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου, αλλά στον ενυπόθηκο δανειστή, ο οποίος και μόνος του νομιμοποιείται να εγείρει τη σχετική αγωγή κατά του ασφαλιστή, όχι δυνάμει σχέσης εκχώρησης, αλλά ως υποκατάστατος του ασφαλισμένου ενυπόθηκου οφειλέτη του. Από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997, που αντικατέστησε το άρθρο 210 του Εμπ.Ν., το οποίο ορίζει ότι εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά του τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, δηλαδή, ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στις αξιώσεις του ασφαλισμένου του έναντι του ζημιώσαντος τρίτου προσώπου, προκύπτει ο ασφαλιστής, από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ενασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου τις αξιώσεις του τελευταίου. Έτσι, ο ενάγων ασφαλιστής, ασκώντας την αγωγή, που θα ασκούσε ο ίδιος ο ασφαλισμένος κατά του υπαιτίου της ζημίας-τρίτου, αρκεί για την πληρότητά της να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης. Η αξίωση, εξάλλου, περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε. Επομένως, ο ασφαλιστής που κατέβαλε το ασφάλισμα υποκαθίσταται στη θέση, που, ακριβώς, βρισκόντα ο ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί, συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας. Στην υποκατάσταση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, δεν υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 488 του Α.Κ. και έχει το χαρακτήρα εκχωρήσεως εκ του νόμου. Στην υποκατάσταση αυτή δεν υπάρχει ανάγκη αναγγελίας, κατ' άρθρο 460 του Α.Κ., εφόσον η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση εκ του νόμου. ΙΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 και 216 του Κ.Πολ.Δ., ως ιστορική βάση της αγωγής νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων, δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης, σε τρόπον ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της αγωγής. Συνεπώς, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, πρέπει στο δικόγραφό της να αναφέρονται όλα εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημίωσης και κυρίως η παράνομη ενέργεια του υποχρέου, η υπαιτιότητα αυτού, η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της παράνομης συμπεριφοράς του, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της ζημίας του ζημιωθέντος. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για θεμελίωση αγωγικού δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.Α.Π. 18/1998). Η παραπέρα, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., μη απόρριψη της αγωγής λόγω ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, ως προς την αναφορά των περιστατικών, που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση με βάση τους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικούς λόγους, εφόσον προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 4-7-2013 (708/4-7-2013) αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες, Γ. Ζ. και Χ. συζ. Γ. Ζ., εξέθεσαν τα εξής: Ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι κύριος, νομέας και κάτοχος του στο αγωγικό δικόγραφο οικοπέδου και της επ' αυτού ισόγειας οικίας, η οποία, από το έτος 2003, αποτέλεσε τη μόνιμη οικία του ιδίου και της συζύγου του, δεύτερης των εναγόντων, από το έτος 2003. Τον Οκτώβριο του 2012, ο πρώτος των εναγόντων συμφώνησε με τον εναγόμενο, όπως τελευταίος αντικαταστάσει το παλαιού τύπου τζάκι της ως άνω οικίας με ενεργειακό, έργο, το οποίο αυτός εκτέλεσε, έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής. Ότι, λίγες ημέρες μετά την εγκατάσταση του ως άνω ενεργειακού τζακιού, παρουσιάστηκαν προβλήματα και συγκεκριμένα η μη περιστροφή του "καπέλου", το οποίο ο εναγόμενος αντικατέστησε. Ότι, την 1-12-2012, ενώ οι ενάγοντες βρίσκονταν στο καθιστικό της οικίας τους με αναμμένο το τζάκι, εκδηλώθηκε φωτιά στο πάνω τμήμα του και συγκεκριμένα στη συμβολή της καλυμμένης με γυψοσανίδα επιφάνειας και του ταβανιού, η οποία επεκτάθηκε, με συνέπεια να καταρρεύσει στο εσωτερικό του σπιτιού ολόκληρη η φλεγόμενη εσωτερική ξύλινη οροφή και ολόκληρη η στέγη. Ότι η φωτιά προκλήθηκε εξαιτίας ανάφλεξης των ξύλινων υλικών της οροφής και της στέγης, λόγω της υπερθέρμανσης της μεταλλικής καμινάδας. Ότι η υπερθέρμανση σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη μόνωσης και σε συνάρτηση με τη μικρή απόστασή της από τα εύφλεκτα υλικά της στέγης και της οροφής προκάλεσε την ανάφλεξη των ξύλων και την εκδήλωση της φωτιάς. Ότι ο εναγόμενος, κατά την τοποθέτηση του αερόθερμου ενεργειακού τζακιού και της μεταλλικής καπνοδόχου, επέδειξε, ως επαγγελματίας, εγκληματική αμέλεια, συνισταμένη στο ότι παρέλειψε, παρότι όφειλε να προβεί στην άρτια και ασφαλή τοποθέτηση του τζακιού, να μονώσει με την τοποθέτηση άκαυστων υλικών του τμήματος της μεταλλικής καπνοδόχου που τοποθέτησε καθώς και ολόκληρου του τμήματος, που, κατά την κατασκευή κάλυψε με γυψοσανίδα, μολονότι γνώριζε ότι τα ξύλινα δοκάρια της στέγης και η εσωτερική ξύλινη οροφή ήταν ιδιαίτερα εύφλεκτα υλικά, τα οποία βρίσκονταν σε ιδιαίτερα μικρή απόσταση από τη μεταλλική καπνοδόχο, παράλειψη, η οποία συνιστά την αιτία πρόκλησης της πυρκαγιάς. Περαιτέρω, στην αγωγή εκτίθενται αναλυτικά όλα τα καταστραφέντα, συνεπεία της ως άνω πυρκαγιάς και μη ασφαλισμένα κινητά πράγματα, που ανήκαν σε έναν έκαστο των εναγόντων, η αξία κτήσης τους και η πραγματική αξία ενός εκάστου, κατά το χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, η οποία συμποσούται στο ποσό των 51.628 ευρώ για τον πρώτο των εναγόντων και 2.620 ευρώ για τη δεύτερη, Επιπροσθέτως, ιστορείται στην αγωγή ότι, εξαιτίας της πυρκαγιάς, ο πρώτος των εναγόντων αναγκάστηκε να εκμισθώσει, από την 1-12-2012, οικία για την εγκατάσταση του ιδίου και της συζύγου του μέχρι την αποπεράτωση των επισκευών της πληγείσας εκ της πυρκαγιάς οικίας τους και, συνεπώς, ζητεί την καταβολή των μισθωμάτων για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, συνολικού ύψους 1.360 ευρώ. Τέλος, οι ενάγοντες διώκουν την καταβολή ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, το ποσό των 50.015 ευρώ για τον πρώτο των εναγόντων και 20.015 ευρώ για τη δεύτερη εξ αυτών. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της από 1-9-2013 αγωγής, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέθεσε: Ότι μεταξύ αυτής και του Γ. Ζ. καταρτίστηκε ασφαλιστική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ασφάλισε τη στο αγωγικό δικόγραφο (και στο δικόγραφο της ως άνω αγωγής) περιγραφόμενη ισόγεια οικία του (και όχι το περιεχόμενό της), μεταξύ άλλων και για τον κίνδυνο πυρός, με ανώτατο όριο, ανά ασφαλιστικό κίνδυνο, 91.542 ευρώ, ως δικαιούχος δε του ασφαλίσματος ορίστηκε η τράπεζα Eurobank Ergasias A.E., ενυπόθηκη δανείστρια του ασφαλισμένου. Ότι τον Οκτώβριο του 2012, ο ασφαλισμένος της, Γ. Ζ., συμφώνησε με τον εναγόμενο, όπως τελευταίος αντικαταστάσει το παλαιού τύπου τζάκι της ως άνω οικίας με ενεργειακό, έργο, το οποίο αυτός εκτέλεσε, έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής. Ότι, λίγες ημέρες μετά την εγκατάσταση του ως άνω ενεργειακού τζακιού, παρουσιάστηκαν προβλήματα και συγκεκριμένα η μη περιστροφή του "καπέλου", το οποίο ο εναγόμενος αντικατέστησε. Ότι, την 1-12-2012, ενώ οι ενάγοντες βρίσκονταν στο καθιστικό της οικίας τους με αναμμένο το τζάκι, εκδηλώθηκε φωτιά στο πάνω τμήμα του και συγκεκριμένα στη συμβολή της καλυμμένης με γυψοσανίδα επιφάνειας και του ταβανιού, η οποία επεκτάθηκε, με συνέπεια να καταρρεύσει στο εσωτερικό του σπιτιού ολόκληρη η φλεγόμενη εσωτερική ξύλινη οροφή και ολόκληρη η στέγη. Ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από την ανάφλεξη των ξύλινων στοιχείων, που βρίσκονταν, χωρίς μόνωση, σε πολύ μικρή απόσταση από τη μεταλλική καπνοδόχο του τζακιού, με συνέπεια η υπερθέρμανση, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη μόνωσης και σε συνάρτηση με τη μικρή απόστασή της από τα εύφλεκτα υλικά της στέγης και της οροφής να προκαλέσει την ανάφλεξη των ξύλων και την εκδήλωση της φωτιάς. Ότι ο εναγόμενος, κατά την τοποθέτηση του αερόθερμου ενεργειακού τζακιού και της μεταλλικής καπνοδόχου, επέδειξε, ως επαγγελματίας, εγκληματική αμέλεια, συνισταμένη στο ότι παρέλειψε, παρότι όφειλε να προβεί στην άρτια και ασφαλή τοποθέτηση του τζακιού, να μονώσει με την τοποθέτηση άκαυστων υλικών του τμήματος της μεταλλικής καπνοδόχου που τοποθέτησε καθώς και ολόκληρου του τμήματος, που, κατά την κατασκευή κάλυψε με γυψοσανίδα, μολονότι γνώριζε ότι τα ξύλινα δοκάρια της στέγης και η εσωτερική ξύλινη οροφή ήταν ιδιαίτερα εύφλεκτα υλικά, τα οποία βρίσκονται σε ιδιαίτερα μικρή απόσταση από τη μεταλλική καπνοδόχο, παράλειψη, η οποία συνιστά την αιτία πρόκλησης της πυρκαγιάς. Ότι, συνεπεία της προρρηθείσας πυρκαγιάς, προκλήθηκαν οι στο αγωγικό δικόγραφο αναλυτικά αναφερόμενες ζημίες, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται το ποσό των 39.917,43 ευρώ, το οποίο (η ενάγουσα) κατέβαλε στην προαναφερόμενη τράπεζα, ως δικαιούχο του ασφαλίσματος, με συνέπεια, δυνάμει και ειδικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, αυτή (ενάγουσα) νομιμοποιείται να διεκδικήσει το ως άνω ποσό από τον εναγόμενο. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η από 4-7-2013 αγωγή, ως τοιαύτη από αδικοπραξία, είναι ορισμένη και, εντεύθεν, παραδεκτή, καθόσον περιέχει όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του Α.Κ. καθώς και 216 του Κ.Πολ.Δ. αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας του εναγομένου, ήτοι της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του, συνισταμένης στο ότι αυτός, από αμέλειά του και παρότι ήταν υπόχρεος εκ του επαγγέλματός του, παρέλειψε να επιδείξει την επιβαλλόμενη από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τις κρατούσες (για το συγκεκριμένο επάγγελμα) συνθήκες, υποχρέωση πρόνοιας και επιμέλειας, την οποία οφείλουν και υποχρεούνται να επιδεικνύουν οι μέσοι συνετοί επαγγελματίες της αυτής επαγγελματικής ενασχόλησης, τελούσας σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της ζημίας και τα εξ αυτής ζημιογόνα αποτελέσματα καθώς και την αξία των καταστραφέντων εκ της πυρκαγιάς κινητών πραγμάτων. Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η από 1-9-2013 αγωγή είναι, ομοίως, ορισμένη και, εντεύθεν, παραδεκτή, δεδομένου ότι, κατά τα στην ως άνω νομική σκέψη εκτιθέμενα, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία νομιμοποιείται, βάσει του μηχανισμού της ασφαλιστικής υποκατάστασης, η οποία αποτελεί εκχώρηση εκ του νόμου και επέρχεται αυτοδίκαια, μετά την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης στη δικαιούχο του ασφαλίσματος, ενυπόθηκη δανείστρια του ασφαλισμένου, ως προς το ποσό που κατέβαλε σ' αυτήν. Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, με τον οποίο προσάπτονται οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έκρινε αμφότερες τις αγωγές ως ορισμένες, τυγχάνει αβάσιμος. Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, κατ' άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ.Α.Π. 2/1994), ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, με προσθήκη πραγματικών περιστατικών, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του Κ.Πολ.Δ. αρχή της τηρήσεως της προδικασίας και επάγεται το, κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής, με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση. Δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η από τον ενάγοντα, με τις προτάσεις του ή με δήλωσή του, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος, η πρόστηση κ.λ.π.), η παροχή διευκρινίσεων, συμπληρώσεων ή διορθώσεων όσων γεγονότων αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς, ελλιπώς ή ασαφώς στο αγωγικό δικόγραφο, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί να μην αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (Α.Π. 1594/2022, Α.Π.999/2022, Α.Π. 816/2022, Α.Π. 472/2022). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, επισημάνθηκε ότι εκ παραδρομής ανεγράφη στο 19ο στίχο της όγδοης σελίδας και στον τελευταίο στίχο της τελευταίας σελίδας του δικογράφου της από 4-7-2013 αγωγής τους ότι η απόσταση μεταξύ της καπνοδόχου και των εύφλεκτων υλικών είναι "μικρότερη των 20 εκατοστών", ενώ το ορθό είναι "περίπου 2 εκατοστών". Η στο στάδιο αυτό διόρθωση, που αφορά στον ακριβέστερο προσδιορισμό της απόστασης μεταξύ της καπνοδόχου και των εύφλεκτων υλικών της στέγης, ουδόλως μεταβάλλει την ιστορική βάση της αγωγής, συνιστά απλή διευκρίνιση και δεν συνεπάγεται μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, επί της οποίας θεμελιώνεται το αίτημα αυτής, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω διόρθωση, τυγχάνει αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγμα" νοείται και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό (ή λόγο έφεσης) και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.Α.Π. 12/1991), ακόμη και αν η απόρριψη έγινε σιωπηρά, με την παραδοχή των αντιθέτων και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Α.Π. 19/2022, Α.Π. 14/2022, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 377/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί του πρώτου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο προέβαλε την αιτίαση -όπως και πρωτοδίκως- ότι η από 4-7-2013 αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων στερείται νομικής βασιμότητας και έπρεπε, ως εκ τούτου, ν' απορριφθεί. Από την επισκόπηση, όμως, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παρείχε τον ως άνω ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε σιωπηρά, με την παραδοχή των αντιθέτων, δηλαδή, της κατ' ουσίαν εξέτασης της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης τυγχάνει απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008, Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005, Α.Π. 688/2019, Α.Π. 895/2011). Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποίων αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Αρκεί, λοιπόν, κατ' αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, υπό την προϋπόθεση ότι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (συνήθως έγγραφο), εφόσον αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 964/2020, Α.Π. 1203/2013, Α.Π. 847/2011, Α.Π. 1130/2010, Α.Π. 131/2005), δηλαδή, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο (κυρίως έγγραφο) δεν αντικρούεται ούτε σχολιάζεται στην απόφαση (Α.Π. 970/2017, Α.Π. 1700/2011, Α.Π. 507/2010).. Εξ ουδεμιάς διατάξεως, όμως, επιβάλλεται η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι τότε πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Ειδικώς, ναι μεν η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή του αθωωθέντος από την αστική ευθύνη, ακόμη και αν ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατικά της αστικής δίκης με αυτά της προηγηθείσας ποινικής τοιαύτης, το πολιτικό δικαστήριο, όμως, έχει υποχρέωση, να συνεκτιμήσει την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, λόγω της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου και να την αξιολογήσει, ως ισχυρό τεκμήριο, χωρίς να διαλαμβάνει κρίσεις που να σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του κατηγορουμένου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως της ορθότητας της απαλλακτικής αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 4/2020, Α.Π. 964/2020, Α.Π. 68/2020, Α.Π. 365/2019, Α.Π. 125/2018, Α.Π. 808/2017, Α.Π. 806/2017, Α.Π. 213/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί κρίσιμων πραγματικών περιστατικών δεν έλαβε υπ` όψη του, άλλως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπ` όψη του και συνεκτίμησε, πλέον των άλλων και τα υπ' αυτής νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι: α) την 643/2020 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία κηρύχθηκε αθώος εμπρησμού εξ αμελείας, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία του απέδωσαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι για να θεμελιώσουν την υπαιτιότητά του στην υπό κρίση πολιτική δίκη και β) την από 6-6-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης καθώς και τα συνοδευτικά αυτής παραρτήματα του μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου Σ. Τ.. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, διέλαβε τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, από όλα δε τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος που διατηρεί επιχείρηση εμπορίας και κατασκευής τζακιών... τον Οκτώβριο του 2012, ανέλαβε να τοποθετήσει αερόθερμο ενεργειακό τζάκι μάρκας ... στο σπίτι ιδιοκτησίας του αγοραστή πρώτου ενάγοντος στην κοινότητα Ασβεστοχωρίου Νομού Ιωαννίνων, αντί ποσού 3.300 ευρώ. Η τοποθέτηση ολοκληρώθηκε στις 26-10-2012 στην ίδια θέση του παλαιού συμβατικού τζακιού. Το νέο τζάκι έφερε μαντεμένιο εξάρτημα τεσσάρων στομίων προσαγωγής με σωληνώσεις και ανεμιστήρα που διοχέτευε θερμό αέρα σε τέσσερα δωμάτια. Το παλιό τζάκι καθαιρέθηκε, τοποθετήθηκε νέα καμινάδα, διατομής φ 200, στο εσωτερικό της διατηρηθείσας εξ αμιάντου παλαιάς, από ανοξείδωτο χάλυβα μονής ραφής με δύο ανοιχτές γωνίες από το στόμιο μέχρι την εσωτερική ξύλινη οροφή της οικίας. Επίσης εκτέλεσε εσωτερικές επενδύσεις από γυψοσανίδες και στο τμήμα καπνοδόχου-οροφής. Μετά την εγκατάσταση παρατηρήθηκαν τρεις αλλαγές στο 'καπέλο', διότι κολλούσε και δεν περιστρεφόταν, ώστε να απάγει τον καπνό της καύσης... Στις 1-12-2012 και ώρα 15.55', ενώ οι ενάγοντες βρίσκονταν εντός της οικίας με το τζάκι αναμμένο εκδηλώθηκε πυρκαγιά, που επεκτάθηκα σε ολόκληρη την ξύλινη οροφή και στέγη, που κατέρρευσαν στο εσωτερικό της κατοικίας. Η ανάφλεξη άλλως αυτανάφλεξη προκλήθηκε λόγω στενής γειτνίασης της μεταλλικής καπνοδόχου του τζακιού με την ξύλινη φέρουσα κατασκευή της στέγης, ίση με 5 εκατοστά... Οι θερμοκρασίες που αναπτύχθηκαν από την καύση του κρεόζοντος... μεγαλύτερες των 500ο C, ικανές να οδηγήσουν στην αυτανάφλεξη του ξύλου... Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδιαίτερα από την από Δεκεμβρίου του 2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού της Περιφέρειας Ηπείρου ... την 00786/29-11-2013 τεχνική έκθεση της εταιρίας ... και την από 22-12-2014 έκθεση του Β. Α., μηχανολόγου μηχανικού διορισθέντος από το ΤΕΕ. Η εκδοχή της διαφυγής καύσιμης ύλης από την καπνοδόχο και επανεισόδου της στη στέγη από τα κεραμίδια και ανάφλεξης της πολυστερίνης κρίνεται αναπόδεικτη... υποστηριχθείσα υπό του Σ. Τ.... Αποκλειστικά υπαίτιος επομένως για το συμβάν κρίνεται ο ενάγων, που κατά την τοποθέτηση του τζακιού δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ενός μέσου συνετού τεχνίτη του κλάδου του, αλλά υπέπεσε στις άνω πλημμέλειες που απετέλεσαν την μόνη ενεργό πρόσφορη αιτία πρόκλησης της πυρκαγιάς. Αντίθετα, δεν προέκυψε συνυπαιτιότητα στο πρόσωπο των εναγόντων δια της καύσεως στο τζάκι ακατάλληλων υλικών...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 97/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Πλην όμως, από τη γενική βεβαίωση, που παρατίθεται στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω παραδοχές αυτής, δημιουργείται αμφιβολία σχετικά με το αν το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ` όψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, την προαναφερθείσα 150/2021 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία ο αναιρεσείων απηλλάγη του πλημμελήματος του εμπρησμού εξ αμελείας, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία ερείδεται η επίδικη υπόθεση. Και τούτο διότι, το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά ή σχολιασμό της ως άνω αμετάκλητης ποινικής απόφασης, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, ανεξαρτήτως του ότι δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό της και ηδύνατο να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο της ως άνω ποινικής απόφασης πόρισμα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος, ως προς το πρώτο σκέλος του. Αντίθετα, δεν γεννάται αμφιβολία σχετικά με το αν η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε την από 6-6-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τα συνοδευτικά αυτής παραρτήματα του Σ. Τ., που σχολιάζεται και αντικρούεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διατυπώνονται στο δεύτερο σκέλος του ίδιο αναιρετικού λόγου τυγχάνουν αβάσιμες. Μετά ταύτα, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω δεκτού ως βάσιμου λόγου αναίρεσης, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από τον εκδόσαντα την απόφαση αυτή. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος απ' αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 106, 176, 180 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 150/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο Δικαστής, ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στον αναιρεσείοντα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ