Αριθμός 1973/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσοκανά, ο οποίος με τις από 18-9-2013 προτάσεις του δήλωσε ότι η αίτηση αναιρέσεως εκ παραδρομής ασκήθηκε και κατά της Σ. Μ. του Π. (υπ' αριθμ. 106 αναιρεσίβλητη) καθώς και κατά του Μ. Π. του Α. (υπ' αριθμ. 168 αναιρεσίβλητος), αφού το αναιρεσείον δεν νομιμοποιείται να στραφεί κατ' αυτών λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Κ. του Η., κατοίκου ... 2) έως και 168) Μ. Π. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 50ου, 72ου και 165ου των αναιρεσιβλήτων, που δεν παραστάθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τάγαρη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: 1) ο 50ος αναιρεσίβλητος Μ. Μ. του Σ. απεβίωσε στις 14-4-2008 και κληρονομήθηκε από τους, α) Μ. χα Μ. Μ., ) Σ. Μ. του Μ. και ) Μ. Μ. του Μ., ... που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, 2) ο 72ος αναιρεσίβλητος Σ. Σ. του Β. απεβίωσε στις 19-5-2012 και κληρονομήθηκε από την Α. Μ. του Κ., κάτοικο ... που συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, 3) ο 165ος αναιρεσίβλητος Ι. Λ. του Δ. απεβίωσε στις 2-10-2005 και κληρονομήθηκε από την Σ. Θ. του Χ., κάτοικο ... που συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, 4) το επώνυμο της 4ης αναιρεσίβλητης είναι " …" αντί του εσφαλμένου " …", που αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο, 5) το επώνυμο του 142ου αναιρεσιβλήτου είναι " …" αντί του εσφαλμένου " …" που αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο και 6) το όνομα πατρός του 168ου αναιρεσιβλήτου αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο " …" αντί του ορθού " …". Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων Μ. Μ., Σ. Σ. και Ι. Λ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6525/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 3-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 294, 295 § 1, 296, 297, 299, 495 § 1 και 573 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ολική ή μερική και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους, μπορεί να γίνει, χωρίς την συναίνεση του αναιρεσιβλήτου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο είτε από τον κατ' άρθ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθ. 94 § 1, 96 § 1, 98 ΚΠολΔ), η νομότυπη δε ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 369/2013, 223/2011, 1728/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, πριν την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, το αναιρεσείον, με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση του έχοντος σχετική προς τούτο (γενική) πληρεξουσιότητα δικηγόρου του (με αριθ. .../2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ. Αθανασοπούλου) και όπως αυτή εκτιμάται, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τους 106η (Σ. Μ.) και 168ο (Μ. Π.) αναιρεσιβλήτους, ως ασκηθείσης κατ' αυτών "εκ παραδρομής..., αφού το αναιρεσείον δεν νομιμοποιείται να στραφεί κατ' αυτών λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος" και επομένως ως προς αυτούς πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε και να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη που άρχισε με αυτήν. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 § 1δ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 286 επ. ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατ' άρθ. 573 § 1 αυτού και στην δίκη της αναίρεσης, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος πεθάνει πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση απόφασης. Η διακοπή δηλ. της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλ' απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού της διακοπής της δίκης. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση αυτή, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής απόφασης, όταν δηλ. δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγών, ούτε, επομένως, στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθ. 558 ΚΠολΔ, ν' απευθύνεται, σε κάθε περίπτωση, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι (καλούνται προς τούτο ή) εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009, 27/1987, ΑΠ 654/2012, 1046/2011, 1282/2009). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι: (1) Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε την 14-11-2012, με την κατάθεση δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθ. 495 § 1 ΚΠολΔ, με αριθ. 961/2012 έκθεση κατάθεσης), απευθύνεται και κατά των εξής αναιρεσιβλήτων, ως αντιδίκων του αναιρεσείοντος κατά την δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη 6525/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δηλ. και κατά των: (α) Μ. Μ. του Σ. (με αριθ. 50 αναιρεσίβλητος), ο οποίος πέθανε την 14-4-2008 και κληρονομήθηκε από τις Μ. χα Μ. Μ., Σ. Μ. Μ. και Μ. Μ. Μ., ως μόνες πλησιέστερες συγγενείς του (βλ. απόσπασμα της .../2008 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Χαλανδρίου, με αριθ. 8102/2013 πιστοποιητικό του ως άνω Δήμου, 16834 και 16835/2013 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) (β) Σ. Σ. του Β. (με αριθ. 72), ο οποίος πέθανε την 19-5-2012 και κληρονομήθηκε από την Α. Μ. του Κ., ως μόνη πλησιέστερη συγγενή του (βλ. με αριθ. .../2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Ιωαννίνων, με αριθ. 7863/2012 πιστοποιητικό του Δήμου Σουλίου, με αριθ. 10368, 10345, 4226/2012 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και 65705/2012 του Πρωτοδικείου Αθηνών) και (γ) Ι. Λ. του Δ. (με αριθ. 165), ο οποίος πέθανε την 2-10-2005 και κληρονομήθηκε από την Σ. Θ. του Χ. ως πλησιέστερη συγγενή του (βλ. με αριθ. .../2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος Ιωαννίνων, από 28-1-2009 και 9-9-2008 πιστοποιητικά του Δήμου Ιωαννίνων), περιστατικά, άλλωστε, που δεν αμφισβητούνται (2) Κατά την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, αντί των προαναφερθέντων αναιρεσιβλήτων, παρέστησαν οι ως άνω κληρονόμοι τους διά του αυτού, ως και οι λοιποί παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, πληρεξουσίου δικηγόρου, έχοντος ρητή προς τούτο πληρεξουσιότητα με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από αρμόδιες αρχές, που δήλωσε ότι οι εκπροσωπούμενοι απ' αυτόν κληρονόμοι των αρχικών διαδίκων "συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη" (3) Από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από τους παρισταμένους ήδη ως κληρονόμους των θανόντων ως άνω αναιρεσιβλήτων, ούτε από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, περί γνωστοποίησης του θανάτου αυτών κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου των διαδίκων αυτών πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανισθέντες ως άνω κληρονόμους τους, που προβάλλουν και υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς (χωρίς να έχει έννομη επιρροή και σημασία η δήλωση των κληρονόμων των ως άνω αρχικά αναιρεσιβλήτων, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, περί συνέχισης απ' αυτούς της βιαίως για τον λόγο αυτόν διακοπείσης δίκης, αφού στην ερευνωμένη υπόθεση και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν πρόκειται περίπτωση βίαιης διακοπής της δίκης, αλλά συζήτησης απλώς της ένδικης αίτησης με τους κληρονόμους των προαναφερθέντων αρχικά αναιρεσιβλήτων). ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1, 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 30/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 568 § 4 και 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι επί επίσπευσης της συζήτησης από τον αναιρεσείοντα, με την επίδοση εκ μέρους αυτού στον αναιρεσίβλητο αντιγράφου του δικογράφου της κατατεθείσης αίτησης και κλήσης που συντάσσεται κάτω απ' αυτό (ή και αυτοτελώς), σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου και επί περισσοτέρων κάποιου ή κάποιων απ' αυτούς, η οποία υπάρχει, κατά τα προαναφερθέντα, και όταν ο αναιρεσίβλητος εμφανισθεί κατά την συζήτηση αλλά δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και δη με πληρεξούσιο δικηγόρο έχοντα ρητή κατά τον ως άνω χρόνο πληρεξουσιότητα, εάν η αναίρεση και η κλήση για συζήτηση αυτής, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, δεν επιδόθηκαν καθόλου ή δεν επιδόθηκαν νόμιμα ή εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους πλείονες διαδίκους (και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση), σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας μεταξύ αυτών η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί ως προς τους νομίμως παρισταμένους ή κλητευθέντες διαδίκους και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (άρθ. 576 § 3 ΚΠολΔ, όπως το β' εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθ. 62 ν. 4139/2013). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94, 96, 97, 142 και 143 του ΚΠολΔ, η επίδοση προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς τον νόμιμα διορισμένο αντίκλητό του, εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα. Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 §§ 1 και 4, του ίδιου κώδικα, είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου, είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει μόνο τις σχετικές με την σύμβαση αυτή πράξεις. Επίσης, έχει την ιδιότητα του αντικλήτου και ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης. Μετά, όμως, την έκδοση της οριστικής απόφασης, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει μεν επίδοση της σχετικής κλήσης προς τον υπογράψαντα το ένδικο μέσο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όχι όμως και προς τον κατά την δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού το ένδικο μέσο, ο οποίος μετά την έκδοση της οριστικής αυτής απόφασης παύει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου, αν δεν διορίσθηκε νόμιμα αντίκλητος, κατά το άρθρο 142 §§ 1 και 4 του ΚΠολΔ (ΑΠ 29/2013). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση, κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, με επιμέλεια του νόμιμα παρισταμένου αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, η από 15-10-2012 αίτησή του για αναίρεση της 6525/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στρεφομένη κατά 168 συνολικά αναιρεσιβλήτων, με την οποία (αναιρεσιβαλλομένη) έγινε δεκτή, ενόλω ή εν μέρει κατά τις εκεί διακρίσεις, αγωγή τους (πλην των 106ης και 168ου, ως προς του οποίους, άλλωστε, το αναιρεσείον παραιτήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, από την κρινόμενη αίτηση) για την καταβολή σ' αυτούς, ως ιατρούς απασχολουμένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του προβλεπομένου από τα άρθ. 8 § 7 ν. 2470/1997 και 8 § 5 ν. 3205/2003 νοσοκομειακού επιδόματος. Από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου όλοι οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι (καθώς και οι κληρονόμοι των 50ου, 72ου και 165ου των αναιρεσιβλήτων, θανόντων, κατά τα προαναφερθέντα πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης), μη παραστάντες αυτοπροσώπως, εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Ιωάννη Τάγαρη, ως πληρεξούσιο αυτών, κατά την δήλωσή του. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας (α) δεν αποδεικνύεται η παροχή πληρεξουσιότητας προς τον ως άνω δικηγόρο εκ μέρους των 39ης, 122ου και 135ου αναιρεσιβλήτων, αφού δεν προσκομίζεται ούτε σχετική συμβολαιογραφική πράξη, ούτε ιδιωτικό έγγραφο με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους κ.λπ. (β) προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι 8ος, 38ος, 42η, 52η, 55ος, 73η, 84ος, 104ος, 117η, 119η, 121η, 124ος, 138ος, 159ος και 160η χορήγησαν μεν σχετική πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο και τον Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη με ιδιωτικά έγγραφα με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από διάφορες δημόσιες κ.λπ. αρχές, πλην όμως μετά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής νομίμως ορισθείσα δικάσιμο της 17-9-2013, και δη την 18-9-2013 (οι 38ος, 73η, 117η, 121η, 138ος, 159ος), την 19-9-2013 (οι 8ος, 42η, 52η, 55ος, 104ος, 119η, 124ος, 160η) και την 20-9-2013 (ο 84ος). Επομένως, όλοι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, με στοιχ. (α) και (β), δεν παρέστησαν κατά τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και θεωρούνται δικονομικά απόντες. Προς απόδειξη της νομότυπης κλήτευσής τους (και των λοιπών αναιρεσιβλήτων) προσκομίσθηκε με επίκληση η .../11-1-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της ως άνω δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε στον ως άνω δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη ως "αντίκλητο των καθών" (αναιρεσιβλήτων), εξ ουδενός, όμως στοιχείου προκύπτει ο διορισμός του ως άνω προς ον η επίδοση δικηγόρου ως αντικλήτου κατά το άρθ. 142 §§ 1 και 4 ΚΠολΔ, ενώ ναι μεν αυτός εκπροσώπησε όλους τους αναιρεσιβλήτους στην δευτεροβάθμια δίκη, έχοντας, επομένως, ως προς την δίκη εκείνη και την ιδιότητα του αντικλήτου τους, η ιδιότητα, όμως, αυτή έπαυσε να υπάρχει μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Κατά συνέπεια η κλήτευση των ως άνω υπό στοιχ. α' και β' αναιρεσιβλήτων δεν είναι νομότυπη και επομένως πρέπει, ως προς μεν τους αναιρεσιβλήτους αυτούς να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς δε τους λοιπούς, νομίμως παρισταμένους, εφόσον μεταξύ αυτών και των θεωρουμένων ως απόντων ως άνω αναιρεσιβλήτων υφίσταται κατά τα προεκτεθέντα απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση και το Δικαστήριο να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. ΙV. (Α) Σύμφωνα με το άρθ. 556 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής κ.λπ. (Β) Mε το άρθ. 17 §§ 1 και 2 ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31/2.3.2011, όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθ. 72 § 2 ν. 3984/2011, ΦΕΚ Α' 150/27.6.2011, 10 § 1 και 13 § 1 ν. 4052/2012, ΦΕΚ Α' 41/1.3.2012) συστήθηκε ν.π.δ.δ. (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), που αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με έναρξη λειτουργίας του 6 μήνες μετά την ως άνω δημοσίευση του νόμου, στον Οργανισμό δε αυτόν (ΕΟΠΥΥ) μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αναιρεσείοντος) με τις μονάδες υγείας, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του κ.λπ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 23 § 1Β α και β του ως άνω νόμου τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες ΙΚΑ - ΕΤΑΜ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθενείας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης κ.λπ., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερομένων φορέων στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο του ως άνω νόμου, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ κατ' άρθ. 26 § 9 του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθ. 72 § 21 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.6.2011), οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κ.λπ. μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον ΕΟΠΥΥ κ.λπ. Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την ΥΑ Φ.80000/οικ.32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/2011) από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία κ.λπ., που αποτελούν, σύμφωνα με το άρθ. 3 § 3 ΠΔ 266/1989 (όπως η §3 αντικαταστάθηκε με το άρθ. 2 του ΠΔ 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ. Τέλος, με το άρθ. 29 § 1 του ως άνω ν. 3018/2012 ορίζεται ότι ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ενώ κατ' άρθ. 33 § 9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, με την αναιρεσιβαλλομένη 6525/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες είναι ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων συνδεόμενοι με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση των οποίων προσφέρουν σ' αυτό τις υπηρεσίες τους ως ιατροί στις Τοπικές Μονάδες Υγείας αυτού, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15-5-2001 έως 30-6-2006 το εναγόμενο δεν κατέβαλλε σ' αυτούς το νοσοκομειακό επίδομα που δικαιούνται, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες, εκτός των 106ης και 168ου, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς για την παραπάνω αιτία τ' αναφερόμενα εκεί ποσά. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε την ένδικη αναίρεση την 14-11-2012 (βλ. με αριθ. 961/2012 έκθεση κατάθεσης που συνέταξε η αρμόδια γραμματέας), όταν δηλ. στην θέση αυτού είχε ήδη υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχός του και ως προς τις ως άνω υποχρεώσεις του έναντι των αναιρεσιβλήτων ο ΕΟΠΥΥ, ο οποίος και μόνο νομιμοποιούνταν για την άσκηση αναίρεσης. Επομένως, πρέπει και κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων, παραδεκτά υποβληθείσης με τις κατατεθείσες την 1-8-2013 προτάσεις τους (άρθ. 570 § 1 ΚΠολΔ), ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τα άρθ. 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957, 19 § 1 α.ν. 1846/1951, 7 και 9 ν. 2698/1953 και 5 ν. 3210/1955 σε συνδ. με την ΥΑ 134428/1993 (εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 5 § 12 ν. 1738/1987), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει καταργημένη την δίκη, που άρχισε με την από 15-10-2012 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) για αναίρεση της 6525/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσίβλητους 106η (Σ. Μ.) και 168ο (Μ. Π.). Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση αυτή της ένδικης αίτησης ως προς τους 8ο, 38ο, 39η, 42η, 52η, 55ο, 73η, 84ο, 104ο, 117η, 119η, 121η, 122ο, 124ο, 135ο, 138ο, 159ο και 160η αναιρεσιβλήτους. Απορρίπτει την ως άνω αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ