Αριθμός 1266/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Γεώργιο Παπαγεωργίου Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Πλατιά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Β. του Ε., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Χριστοφοράτου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Σ., κατοίκου …Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Κράγκαρη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/1/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2526/2001 μη οριστική και 4849/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4470/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/1/2011 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 125/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κορνηλία Πανούτσου ανέγνωσε την από 5/3/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αντώνιου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚπολΔ, όπως εκτιμάται, άλλως προτείνεται, και να απορριφθεί ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη, από 10.1.2011 αίτηση αναίρεσης, που φέρεται νόμιμα προς επανασυζήτηση με τη με αριθμό 125/2022 πράξη του Προέδρου αυτού του τμήματος του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η με αριθμό 4470/2010 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία μετά από συνεκδίκαση εφέσεων των ηττηθέντων εναγομένων της από 28.1.1999 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου Π. Κ., μεταξύ των οποίων και η από 8.10.2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, Β. Β.. Με τη προσβαλλομένη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η παραπάνω έφεση, εξαφανίστηκε κατά το εκκληθέν αυτής μέρος, η εκκαλουμένη με αριθμό 4849/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακρατήθηκε η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η παραπάνω αγωγή αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, λόγω αδικοπραξίας και συγκεκριμένα, απάτης τελεσθείσας από τον έκτο εναγόμενο από κοινού με τους λοιπούς συνεναγομένους (μη διαδίκους εν προκειμένω) και επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα, από τους εις ολόκληρον ενεχομένους εναγομένους, οι νόμιμοι τόκοι υπερημερίας του ποσού των 41.118.056 δραχμών ( ή 72.066,27 ευρώ) από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ημερομηνία που καταβλήθηκε το παραπάνω ποσό στον ενάγοντα, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση εκάστου των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, και τέλος, απαγγέλθηκε κατά των εναγομένων (μεταξύ των οποίων και του ήδη αναιρεσιβλήτου) προσωπική κράτηση διαρκείας δύο μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007), διότι αυτά δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 914 του ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα στα άρθρ. 297 και 298 του ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 του ΑΚ και 15 του ΠΚ, συνάγεται, ότι οι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, που προκλήθηκε. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005, ΑΠ 996/2004). Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Περαιτέρω, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία. Αδικοπρακτική συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρ. 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 140,141,147-149 του ΑΚ και 386 του ΠΚ, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί, με κάθε μέσο ή τέχνασμα, σφαλερή αντίληψη σε άλλον ως προς τα γεγονότα, εξ αιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το απατηλό μέσο που χρησιμοποιήθηκε, υπήρξε αποφασιστικό για τη δήλωση της βούλησης ή την επιχείρηση της πράξης. Η ψευδής παράσταση που συνιστά την απάτη μπορεί να αφορά σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε ( ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1758/2014, ΑΠ 1516/1999). Δεν είναι πάντως αναγκαίο η ζημία που προκλήθηκε από την απάτη να συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια γι' αυτόν που την προκάλεσε, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο, αρκεί και στην περίπτωση αυτή να υπήρξε δόλος του δράστη. Η έννοια του δόλου προκύπτει, κατά βάση, από τη διάταξη του άρθρ. 27 του ΠΚ και συντρέχει, όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 1861/2013, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 890/2010). Η απάτη μπορεί να τελεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, και από δύο ή περισσότερα πρόσωπα από κοινού. Με τον όρο "από κοινού" νοείται, ότι τα πρόσωπα ενεργούν με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και γνωρίζει, ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο, αν η πραγμάτωση της όλης άδικης πράξης γίνεται από κάθε συμμέτοχο κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια ή αν αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συναυτουργών ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ωσαύτως, η απάτη μπορεί να τελεσθεί και με τη συνδρομή άμεσου συνεργού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην, κατά τον επίμαχο χρόνο ισχύουσα, διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β ΠΚ (όπως τούτο ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του διά του νόμου 4619/2019). Άμεση συνέργεια, κατά τη διάταξη αυτή, είναι η παροχή, με πρόθεση, άμεσης συνδρομής στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης του αυτουργού και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης. Για τη στοιχειοθέτησή της απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλικής φύσης, που λαμβάνει χώρα μόνο κατά την πράξη και όχι πριν ή μετά την τέλεση αυτής, χωρίς τη βοήθεια της οποίας δεν θα ήταν δυνατή η διάπραξη με βεβαιότητα του εγκλήματος και επιπλέον δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή, θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του αυτουργού και η γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της και τη διάρκεια της ίδιας πράξης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσης ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 του ΑΚ), ήταν ικανή να επιφέρει και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα ( ΑΠ 1758/2014, ΑΠ 481/2012, ΑΠ 468/2003). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Τον Ιούνιο του έτους 1998 ο πέμπτος εναγόμενος Ι. Π., ο οποίος ήταν φίλος και συνάδελφος του ενάγοντος στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα, όπου υπηρετούσαν ως χειριστές αεροσκαφών, παρότρυνε τον ενάγοντα να επενδύσει το ποσό των 41.118.056 δραχμών, που είχε λάβει ως αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης από την ως άνω υπηρεσία, στην πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "HTC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ (ΑΕΛΔΕ)" της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος ήταν η τρίτη εναγομένη Ε. Μ., σύζυγός του, και αντιπρόεδρος ο τέταρτος εναγόμενος Δ. Μ., πεθερός του. Προκειμένου δε, ο ως άνω εναγόμενος (Ι..Π.) να πείσει τον ενάγοντα να αποφασίσει την επένδυση αυτή, τον διαβεβαίωσε ότι τα χρήματά του θα ήταν απόλυτα εξασφαλισμένα στην ως άνω εταιρεία και για το λόγο ότι τα ως άνω πρόσωπα, όπως και ο ίδιος, είχαν μεγάλη ακίνητη περιουσία. Ακολούθως, ο Ι. Π. έφερε σε επικοινωνία τον ενάγοντα με τους ως άνω εναγομένους (σύζυγο και πεθερό του) στα γραφεία της πρώτης εναγομένης εταιρείας, όπου και εκείνοι τον διαβεβαίωσαν ότι ήταν κύριοι και κάτοχοι ακινήτου περιουσίας την Ελλάδα. Τις ίδιες διαβεβαιώσεις έδωσε στον ενάγοντα και ο έκτος εναγόμενος Β. Β., πρώην χρηματιστής, ειδικός στις επενδύσεις, μέτοχος και ιθύνων νους της ως άνω ΑΕΛΔΕ, βεβαιώνοντάς τον ότι και ο ίδιος ήταν κύριος ακινήτου στη Β., αξίας 50.000.000 δραχμών. Πεισθείς ο ενάγων στις διαβεβαιώσεις των παραπάνω εναγομένων (τρίτης, τέταρτου, πέμπτου και έκτου) ότι τα χρήματά του θα τα επένδυαν ασφαλώς, για το χρονικό διάστημα ενός μηνός, στο τέλος του οποίου θα του απέδιδαν για κεφάλαιο και τόκους, συνολικά 41.664.925 δραχμές, όπως επίσης τον διαβεβαίωσαν, παρέδωσε στις 29.6.1998 το ποσό της αποζημίωσής του των 41.118.052 δραχμών, στην εκπροσωπούσα την πρώτη εναγομένη εταιρεία (ΑΕΛΔΕ) Ε. Μ., τρίτη εναγομένη ... η υπογράφουσα Ε. Μ. εξηγεί την αιτία λήψης του άνω ποσού από τον ενάγοντα ως ακολούθως: "προκειμένου να επενδυθεί αυτό με αποκλειστική ευθύνη της εταιρείας για περίοδο ενός μηνός, ανανεωμένου, δηλαδή από 5 Ιουλίου 1998 έως και 5 Αυγούστου 1998". Έτσι ... αποδείχθηκε πλήρως, ότι το ως άνω ποσό δόθηκε προς επένδυση (αγορά μετοχών, ομολόγων κλπ) και όχι λόγω δανείου, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι ως άνω εναγόμενοι, ... . Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στο τέλος της παραπάνω περιόδου (του ενός μηνός) αντί για το συμφωνηθέν ποσό της απόδοσης, του προς επένδυση ως άνω ποσού, η τρίτη εναγομένη χορήγησε στον ενάγοντα "νέα απόδειξη παραλαβής" (επιστολή κατά τον ενάγοντα) ποσού 41.664.925 δραχμών. Το ίδιο επαναλαμβανόταν στη συνέχεια με τις επισυναπτόμενες στο με αριθμό 1 σχετικό του ενάγοντος, δέκα (10) "αποδείξεις παραλαβής" που χορηγούσε η τρίτη εναγομένη στον ενάγοντα, στις οποίες αναγράφονταν τα οφειλόμενα μηνιαίως προς αυτόν ποσά ως απόδοση των χρημάτων του, χωρίς να του καταβάλλονται τα ποσά αυτά ,ενώ ο Ι. Π. τον διαβεβαίωνε ότι τα χρήματα αυτά ήταν εξασφαλισμένα. Τον Ιούλιο 1999 ο ενάγων ζήτησε από την τρίτη εναγομένη τα χρήματά του και η τελευταία του παρέδωσε μία επιταγή 64.100.000 USD, εκδόσεως 22.9.1999, από προσωπικό της λογαριασμό στην τράπεζα "Merill Lynch" του Λονδίνου, η οποία δεν πληρώθηκε κατά τη λήξη της, ελλείψει υπολοίπου. Στη συνέχεια η ίδια εναγομένη, εγχείρισε στον ενάγοντα και νέα επιταγή 20.000.000 δραχμών, εκδόσεως στις 12.10.1999, από λογαριασμό της "H.T.C. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ" στην Τράπεζα Πίστεως χωρίς να θέσει τη σφραγίδα της εταιρείας, η οποία εμφανισθείσα στις 18.10.1999, επίσης δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκούς υπολοίπου ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι μετά από καταγγελίες πελατών της πρώτης εναγομένης διενεργήθηκε έρευνα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά την οποία διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω εναγομένη: α) παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου σε επενδυτές, χωρίς να της έχει παρασχεθεί άδεια από την ως άνω Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά παράβαση των άρθρων 3 παρ. 1θ και 4 του νόμου 2396/1966 β) δεν κατέγραφε τις εντολές πελατών της γ) είχε μεγάλο έλλειμμα στο ταμείο της και δ) δεν ενέγραφε στις πινακίδες της εταιρείας την ένδειξη ΕΛΔΕ και έτσι οι επενδυτές μπορούσαν να παραπλανηθούν ως προς το αντικείμενο δραστηριότητάς της. Με τη με αριθμό 7Β/187/21.3.2000 απόφασή της, η ως άνω επιτροπή απαγόρευσε τη λειτουργία της πρώτης εναγομένης. Ο εναγόμενος Ι. Π. γνώριζε ότι η ως άνω εταιρεία (πρώτη εναγομένη)-στην οποία συμμετείχαν με τις προαναφερόμενες ιδιότητες, η σύζυγός του, τρίτη εναγομένη και ο πεθερός του, τέταρτος εναγόμενος- δεν μπορούσε να ενεργεί νόμιμα επενδυτικές πράξεις και να λαμβάνει χρήματα από επενδυτές, ωστόσο παρέστησε ψευδώς στον ενάγοντα ότι μπορούσε αυτός να επενδύσει το προαναφερθέν ποσό της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης με ασφάλεια και ότι η εταιρεία αυτή λειτουργούσε νόμιμα, ότι ήταν φερέγγυα, όπως και ο ίδιος. Όμως σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εταιρεία δεν λειτουργούσε νόμιμα και δεν θα διασφαλιζόταν το προς επένδυση δοθέν ως άνω ποσό, γεγονός που γνώριζαν και οι λοιποί εναγόμενοι, οι οποίοι διαβεβαίωσαν και αυτοί τα ίδια στον ενάγοντα, όταν ο Ι. Π. τον έφερε σε επαφή με αυτούς στα γραφεία της ως άνω εταιρείας, αποκρύπτοντάς του ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να μετέρχεται επενδυτικές πράξεις. Ψευδώς εξ άλλου ο Ι. Π., όπως και οι τρίτη, τέταρτος, και έκτος εναγόμενοι διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα ότι η επένδυσή του θα ήταν εξασφαλισμένη, λόγω της μεγάλης οικονομικής επιφάνειάς τους, με ακίνητη περιουσία, καθόσον δεν είχαν τέτοια πρόθεση, αρνούμενοι, όταν εκείνος ζήτησε την απόδοση των χρημάτων του ,να του παράσχουν εμπράγματες ασφάλειες, όπως του είχαν υποσχεθεί ... . Σχετικά εξ άλλου με τον τίτλο της αμερικανικής εταιρείας "ΚΟΓΙΟΤ ΤΗΛΕΚΟΜΙΟΥΝΙΚΕΙΣΟΝ" που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, παρέδωσε ο Ι. Π. στον ενάγοντα προκειμένου να τον πείσει να αποφασίσει την άνω επένδυση των 41.118.056 δραχμών, δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός αυτό έλαβε χώρα πριν από την απόφαση του ενάγοντος να προβεί στην ως άνω επένδυση, αλλά ότι αυτό συνέβη αργότερα, όταν δηλαδή αυτός διεκδικούσε τα χρήματά του από τους εναγομένους, η επικαλούμενη επομένως συμπεριφορά του εναγομένου Ι. Π. σχετικά με το γεγονός αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με την απόφαση του ενάγοντος να προβεί στην επένδυση των παραπάνω χρημάτων του και την επικαλούμενη ζημία του. Αποδείχθηκε τέλος, ότι οι προαναφερθέντες εναγόμενοι, προέβησαν στις ψευδείς ως άνω παραστάσεις προς τον ενάγοντα για να τον πείσουν να καταθέσει τα χρήματά του (41.118.056 δραχμές) στην πρώτη εναγομένη, προκειμένου να περιποιήσουν σ'αυτή παράνομα περιουσιακά οφέλη, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν περιουσιακή ζημία στον ενάγοντα, που κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν στο ως άνω ποσό των 41.118.056 δραχμών. Ευθύνονται επομένως, προς αποκατάσταση της ζημίας αυτής που υπέστη ο ενάγων τόσο τα ως άνω φυσικά πρόσωπα ,όσο και η πρώτη εναγομένη εταιρεία που έλαβε το ως άνω ποσό και για λογαριασμό της οποίας ενεργούσαν η τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.... Οι πρώτη και τρίτη εναγόμενες ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως αορίστως ότι είχαν επιστρέψει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 38.977.534 δραχμών, χωρίς να προσδιορίζουν ημερομηνίες επιστροφής των χρημάτων αυτών, και ότι το υπόλοιπο της οφειλής τους προς αυτόν ανερχόταν στο ποσό των 2.140.522 δραχμών. Με την έφεσή τους (τρίτο λόγο) παραπονούμενες για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επαναλαμβάνουν ότι έχουν επιστρέψει στον ενάγοντα τα χρήματα που έλαβαν ως ακολούθως: α) ποσό 2.719.534 δραχμές την 5.11.1999, β) ποσό 17.000.000 δραχμές την 12.4.2000, γ) ποσό 5.000.000 δραχμές χωρίς να επικαλούνται ημερομηνία, και συνολικά ισχυρίζονται ότι του επέστρεψαν 24.719.534 δραχμές, ή 72.544,48 ευρώ. Ο ενάγων εξάλλου πρωτοδίκως είχε συνομολογήσει ... ότι του επιστράφηκε το ποσό των 17.000.000 δραχμών, την 12.4.2000 (ήτοι μετά την κατάθεση της αγωγής) ενόψει της ποινικής δίκης που είχε ανοιγεί κατά των εναγομένων, ενώ για τα ποσά των 2.719.534 δραχμών και 5.000.000 δραχμών, πρωτοδίκως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυπτε αν και πότε καταβλήθηκαν στον ενάγοντα, καθόσον οι εναγόμενες (πρώτη και τρίτη) δεν επικαλέσθηκαν, ούτε προσκόμισαν σχετικές αποδείξεις του φερομένου ως λαβόντος αυτά ενάγοντος, η δε επικαλούμενη από αυτές από 23.3.2000 βεβαίωση της εταιρείας με την επωνυμία "EUROSEC AXE" (ήτοι τρίτης, ως προς τον ενάγοντα) δεν αποδεικνύει ότι αυτός έλαβε το ποσό των 2.719.534 δραχμών και μάλιστα πριν την άσκηση της αγωγής. Με τον τρίτο ως άνω λόγο της έφεσής του οι εν λόγω εναγόμενες ισχυρίστηκαν παραδεκτώς, για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (και ως εναγόμενες-εφεσίβλητες) κατ' άρθρο 527 παρ. 1,2 ΚΠολΔ, ότι επί πλέον των ως άνω ποσών ο ενάγων έλαβε από αυτές διά του πληρεξουσίου τους Δικηγόρου Αθαν. Καναβίδη και ποσό 90.935, 56 ευρώ από εκπλειστηρίασμα ακινήτου στην …Αττικής της πρώτης εναγομένης, σε εκτέλεση διαταγής πληρωμής, εκδοθείσας δυνάμει της με αριθμό ... επιταγής της τράπεζας "ALPHA ΠΙΣΤΕΩΣ" που είχε εκδώσει η πρώτη από αυτές, σε διαταγή του ενάγοντος. Ο ενάγων εξ άλλου με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ασαφώς ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε ο ίδιος τα ως άνω ποσά, αλλά ό,τι καταβλήθηκε πρέπει να υπολογισθεί στα έξοδα και τους τόκους. Ωστόσο, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη παραδεκτώς, όπως προαναφέρθηκε, για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό 4739/2008 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έχει λάβει από τις εναγόμενες "το κεφάλαιο των 51.000.000 δραχμών και 16.500 δολλάρια ΗΠΑ" όπως ακριβώς ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου (βλ. σελ. 21 της εν λόγω απόφασης). Επομένως, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες (πρώτη και τρίτη) έχουν αποκαταστήσει στον ενάγοντα μετά την άσκηση της αγωγής, την προκληθείσα σ'αυτόν ζημία των 41.118.056 δραχμών ή 72.066,27 ευρώ. Ο δε ισχυρισμός αυτού ότι η καταβολή των 17.000.000 δραχμών έγινε έναντι τόκων και εξόδων, πέραν της αοριστίας του, καθόσον δεν προσδιορίζει το ύψος αυτών είναι και αβάσιμος καθόσον ο ίδιος με την προαναφερθείσα κατάθεσή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ομολόγησε ότι έλαβε το κεφάλαιο της ζημίας. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς το κεφάλαιο αυτό της αποζημίωσης και να επιδικασθούν στον ενάγοντα μόνο οι αιτηθέντες με την αγωγή νόμιμοι τόκοι υπερημερίας του ως άνω ποσού της αποζημιώσεως, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ημερομηνία που εξοφλήθηκε το εν λόγω ποσό των 41.118.056 δραχμών ή 72.066,27 ευρώ". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ορθώς υπήγαγε ως προς τον αναιρεσείοντα (έκτο των εναγομένων) τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της υπαιτιότητας (ενδεχόμενος δόλος), δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των περιστατικών στις πρώτη από τις νομικές αυτές έννοιες, ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προδιαληφθέντων άρθρων του Αστικού Κώδικα, και αυτές των άρθρων 27,45 και 386 του ΠΚ, διέλαβε δε, επαρκείς και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς αιτιολογίες σχετικά με την κρινόμενη αδικοπραξία, ειδικώς δε, ως προς τον αναιρεσείοντα, ότι αυτός έχοντας κοινό δόλο με τους λοιπούς εναγομένους συνέπραξε με αυτούς στην εκτέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης, με τις προαναφερθείσες διαδοχικές ενέργειές του και δη ότι αυτός όντας έμπειρος χρηματιστής, ειδικός στις επενδύσεις και ιθύνων νους της ΑΕΛΔΕ του απέκρυψε τη πραγματική κατάσταση της εταιρείας και την αδυναμία της να μετέρχεται επενδυτικές πράξεις. Εξ άλλου, σαφείς και πλήρεις είναι οι παραδοχές της προσβαλλομένης ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ύψους της ζημίας του ενάγοντος από την άνω αδικοπραξία, η οποία ανελέγκτως δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, ότι ανέρχεται στο ποσό των 41.118.056 δραχμών, καθώς επίσης με σαφείς παραδοχές καταλήγει ότι ολόκληρο το ως άνω ποσό (41.118.056 δραχμές) καταβλήθηκε στον ενάγοντα, από τις πρώτη και τρίτη των συνεναγομένων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της σχετικής περί εξοφλήσεως ενστάσεως των τελευταίων, και ότι η καταβολή αυτή απαλλάσσει και τον αναιρεσείοντα κατ' άρθρο 483 περ. α' του ΑΚ, ώστε να καθίσταται υπόχρεος και αυτός μετά των λοιπών συνυποχρέων, μόνον ως προς τους τόκους του παραπάνω ποσού από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ημερομηνία που έγινε η καταβολή του. Δεν συνιστά δε, ασάφεια της προσβαλλομένης απόφασης, η προφανής παραδρομή της τελευταίας, ότι το ποσό των 41.118.056 δραχμών ισοδυναμεί προς 72.066,27 ευρώ, αντί του ορθού 120.669,27 ευρώ, ποσό επί του οποίου αναφέρεται και στο διατακτικό της ότι οφείλονται οι νόμιμοι τόκοι υπερημερίας, αφού το λογιστικό αυτό λάθος, είναι δυνατόν να διορθωθεί, κατ' άρθρο 315 ΚΠολΔ, από το δικαστήριο που την εξέδωσε. Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Σημειώνεται, ότι κατά το μέρος που με τους αυτούς λόγους, εκτίθενται αντίθετα, προς το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης, επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, πλήττεται απαραδέκτως η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, ενώ κατά τη παράγραφο 2 εδ. β' του ιδίου κώδικα, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη με αριθμό 12082/2009 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 318/Β/20.2.2009) που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 10 του ν. 2145/1993, και του άρθρου 62 του ν. 3944/2011 δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1.500 ευρώ (με την άνω ΥΑ αυξήθηκε το τελευταίο αυτό ποσό σε 30.000 ευρώ και ορίστηκε ότι η αύξηση αυτή ισχύει για τις δίκες, τα εισαγωγικά δικόγραφα των οποίων θα κατατίθενται από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που έγινε στις 20.2.2009, ενώ με το άρθρο 62 του ν. 3944/2011 ορίστηκε ότι δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 30.000 ευρώ, και στο άρθρο 72 παρ. 12 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε, εφαρμόζεται και στις αγωγές που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, πλην όμως οι ανωτέρω τροποποιήσεις δεν ισχύουν εν προκειμένω, αφού η μεν έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κατατέθηκε στις 9.10.2008, η δε προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30.8.2010). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ως απαίτηση από αδικοπραξία για την οποία διατάσσεται προσωπική κράτηση νοείται μόνον το επιδιωκόμενο κεφάλαιο από την αδικοπραξία όχι δε και το ποσό των τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου αυτού, αφού το τελευταίο δεν αποτελεί απαίτηση προερχόμενη άμεσα ή έμμεσα από αδικοπραξία, αλλά από την υπερημερία του οφειλέτη λόγω καθυστέρησης καταβολής στον δανειστή του οφειλόμενου κεφαλαίου (αρθ 345 και 346 του ΑΚ). Επομένως, προς εξεύρεση του αν η απαίτηση από αδικοπραξία υπερβαίνει το ποσό των 1.500 ευρώ (ήδη 30.000 ευρώ) και συνεπώς, αν επιτρέπεται ή όχι προσωπική κράτηση, δεν υπολογίζονται οι τόκοι υπερημερίας οι οποίοι ζητούνται ως παρεπόμενο αίτημα της κύριας απαίτησης, στην περίπτωση δε, που η επιδικαζόμενη απαίτηση είναι μικρότερη από το οριζόμενο στο άρθρο 1047 παρ.2 ΚΠολΔ ποσό, ή δεν επιδικάζεται κανένα ποσό από την κύρια απαίτηση διότι αυτή εξοφλήθηκε, παρά μόνον τόκοι επί της απαιτήσεως αυτής για το χρονικό διάστημα μέχρι την εξόφλησή της, οι τόκοι αυτοί δεν υπολογίζονται για την εξεύρεση του ποσού μέχρι του οποίου μπορεί να διαταχθεί, κατά την άνω διάταξη, προσωπική κράτηση, εφόσον δε, δεν επιδικάζεται κανένα ποσό για το κεφάλαιο, παρά μόνον τόκοι υπερημερίας, επί του κεφαλαίου αυτού, δεν χωρεί προσωπική κράτηση κατά την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ως προς το ζήτημα της απαγγελίας εις βάρος του αναιρεσείοντος προσωπικής κράτησης ως μέσου εκτελέσεως της απόφασης, αφού δέχθηκε αναιρετικώς ανελέγκτως ότι ο αναιρεσείων από κοινού μετά των τρίτης, τετάρτου και πέμπτου των συνεναγομένων του τέλεσε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου το αδίκημα της απάτης, και ότι εξ αιτίας της ζημιώθηκε κατά το χρηματικό ποσό των 72.066,27 ευρώ, το οποίο όμως καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από την τρίτη εναγομένη, ως εις ολόκληρον υπόχρεης προς τούτο, υποχρέωσε τους εναγομένους, μεταξύ των οποίων τον αναιρεσείοντα, στη καταβολή εις ολόκληρον έκαστο, των νομίμων τόκων υπερημερίας του παραπάνω ποσού από της επομένης που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ημερομηνία καταβολής του στον αναιρεσείοντα, απαγγέλλοντας παραλλήλως την προσωπική κράτηση των άνω εναγομένων (και του αναιρεσείοντος) διαρκείας δύο μηνών ως μέσον εκτέλεσης της καταψηφιστικής διάταξης της προσβαλλομένης. 'Ετσι που έκρινε όμως το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν προσδιορίζεται το ποσό των επιδικαζομένων τόκων, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό της άνω διάταξης και δεν δικαιολογούσαν την απαγγελία προσωπικής κράτησης, εκτός των άλλων και κατά του αναιρεσείοντος, καθόσον οι επιδικασθέντες και εις βάρος του τόκοι υπερημερίας επί του κεφαλαίου αποζημίωσης (όχι δε και του κεφαλαίου αυτού) δεν συνιστούσαν απαίτηση από αδικοπραξία , μη ούσης συνεπώς επιτρεπτής της απαγγελίας εις βάρος του προσωπικής κράτησης. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος. Περαιτέρω, και ενόψει του ότι δεν υφίσταται δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναίρεσης, πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί κατά το μέρος αυτό η από 28.1.1999 (αρ.εκθ.κατ. 972/2000) αγωγή του Π. Κ., και να απορριφθεί αυτή ως προς το κεφάλαιο της απαγγελίας προσωπικής κράτησης εις βάρος του αναιρεσείοντος Β. Β.. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ένδικης αναίρεσης και τα εν μέρει έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας επί της ως άνω αγωγής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 179, 183, 191 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, τη με αριθμό 4470/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει κατά το μέρος αυτό την από 28.1.1999 (αρ.εκθ.κατ. 972/2000) αγωγή του Π. Κ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Απορρίπτει την αγωγή ως προς το κεφάλαιο απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου Β. Β., ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ και τα εν μέρει δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ. - ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ