ΑΡΙΘΜΟΣ 1419/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Δ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 2042/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "ΑΤΕΧ ΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Σεπτεμβρίου 2011 και 10 Φεβρουαρίου 2012, αντίστοιχα, δυο (2) αιτίσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 271/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να απορριφθεί ως αβάσιμος η πρώτη, από 28-9-2011 αίτηση αναιρέσεως και β) να απορριφθεί ως απαράδεκτος η δεύτερη, από 10-2-2012 αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ' ΚΠΔ, δευτέρα αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται κατά της ιδίας αποφάσεως. Κατά το αρχικό κείμενο της διατάξεως αυτής "δευτέρα αίτηση αναιρέσεως της αυτής αποφάσεως ουδέποτε επιτρέπεται". Το κείμενο αυτό, κατά το άρθρο 36 παρ.3 Ν.1406/1983 επικρατεί του διατυπωθέντος στη δημοτική κατά την μεταγλώττιση με το Π.Δ. 258/1986, το οποίο με το να ορίζει ότι " δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ιδίας απόφασης" δεν περιλαμβάνει το επίρρημα ποτέ. Κατά την σαφή έννοια της διατάξεως αυτής, εκτός ορισμένων εξαιρετικών περιπτώσεων, δεν επιτρέπεται δευτέρα αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως από το εάν εκείνη που ησκήθη προηγουμένως απορρίφθη ως αβάσιμη ή απαράδεκτη. Εντεύθεν και κατά την επίσης αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δευτέρας αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τοιαύτη κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται, εντός της νομίμου προθεσμίας δευτέρα αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 138 επ. 371 και 145 παρ.3 ΚΠΔ συνάγεται ότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, περιέχει την σύνθεσή του, τις παραστάσεις των συνηγόρων των διαδίκων, συνοπτική περιγραφή της υποθέσεως, δηλαδή το διαδικαστικό ιστορικό, τις αιτιολογίες και το διατακτικό της, διακρίνεται δε ως αυτοτελής διαδικαστική πράξη, από τα πρακτικά της δίκης, έτσι ώστε η απόφαση με την οποία γίνεται διόρθωση των λαθών ή συμπλήρωση των ελλείψεων που υπάρχουν στα πρακτικά δεν αφορά ούτε θίγει την οικεία απόφαση, η οποία και μετά την ως άνω διόρθωση ή συμπλήρωση παραμένει η ιδία, (ενώ περαιτέρω, η απόφαση που εκδίδεται κατά το άρθρο 145 δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με εκείνη την οποία διόρθωσε ή συμπλήρωσε). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγιος, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Δια της υπ'αριθμ. 2042/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατεδικάσθησαν ο Χ. Ν. για ψευδορκία μάρτυρος και ο Λ. Δ. για ηθική αυτουργία εις αυτήν σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών έκαστος, ανασταλείσαν επί τριετία. Η απόφαση αυτή κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του άνω δικαστηρίου την 21/9/2011, όπως φαίνεται από την από 9/12/2011 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως, κατ'αυτής δε ο Λ. Δ. ήσκησε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Νικολάου Αναγνωστοπούλου την από 28/9/2011, αναίρεση, δια δηλώσεως επιδοθείσης στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 30/9/2011 η οποία προσδιωρίσθη για συζήτηση στη δικάσιμο της 14/2/2012. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 26/1/2012 πρότασή του επρότεινε την απόρριψη αυτής της δηλώσεως αναιρέσεως, διότι ο άνω δικηγόρος Νικόλαος Αναγνωστόπουλος δεν είχε δικαίωμα να την ασκήσει δια λογαριασμό του άνω αναιρεσείοντος, αφού δεν είχε παραστεί στη συζήτηση κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη νυν απόφαση, προς δε δεν είχε ο συνήγορος αυτός σχετικώς ειδική εντολή-πληρεξουσιότητα προς άσκησή της. Μετά την πρόταση αυτή και πριν συζητηθεί η υπόθεση μετ'αναβολή κατά τη δικάσιμο της 9/10/.2012 ενώπιον του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων εζήτησε την διόρθωση της αποφάσεως τόσο κατά το ονοματεπώνυμο του αναιρεσείοντος από του εσφαλμένου Δ. (όνομα) Λ. (επώνυμο) στο ορθό Λ. (όνομα) Δ. (επώνυμο), όσο και κατά τα ονοματεπώνυμα των παραστάντων πληρεξουσίων δικηγόρων των κατηγορουμένων, προκειμένου να αναγραφεί ότι συνήγορος του αναιρεσείοντος ήτο ο Νικόλαος Αναγνωστόπουλος και όχι η 'Ελλη Ανδριανάκη η οποία ήτο συνήγορος του Χ. Ν., εδιορθώθη δε η απόφαση, δια σχετικής διορθωτικής επισημειώσεως επ'αυτής (αποφάσεως), την 2/2/2012, ενώ μετά ταύτα ο αναιρεσείων ήσκησε την επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 10/2/2012 δευτέρα αίτηση αναιρέσεως. Ακολούθως το άνω ΣΤ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, εν όψει του ότι το επώνυμο του αναιρεσείοντος ήτο Δ. και όχι Λ. και αφού έλαβε υπ'όψη του το άρθρο 23 παρ.3 Ν.1756/1988 κατά το οποίο "στο προηγούμενο κατά σειρά αρίθμησης τμήμα εισάγονται οι αιτήσεις αναιρέσεως στις οποίες, κατά την προσβαλλομένη απόφαση ... το επώνυμο του κατηγορουμένου... αρχίζει από τα γράμματα Α μέχρι και ΚΑ" απέσχε να αποφανθεί επί της ενώπιόν του από 28/9/2011 αιτήσεως αναιρέσεως και διέταξε, δια της υπ'αριθμ. 1272/2012 αποφάσεώς του, την εισαγωγή της ενώπιον του παρόντος Ε' Ποινικού Τμήματος και την συνεκδίκασή της, με την από 10/2/2012 (δευτέρα)αίτηση αναιρέσεως, η οποία προσδιορισθείσα για την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη συνεδρίαση κρίνεται σήμερα. 'Ομως η αίτηση αυτή δεν ησκήθη εμπροθέσμως κατά της υπ' αριθμ. 2042/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατά τ'άνω εξακολουθεί και μετά την διόρθωσή της να είναι η ίδια και παραμένει αμετάβλητη, η δε αίτηση ησκήθη μετά την πάροδο της κατά το άρθρο 473 β,γ' Κ.Π.Δ. εικοσαημέρου προθεσμίας (από 21/9/2011) εντεύθεν δε δεν δύναται να θεωρηθεί συμπληρωματική της πρώτης, μηπω εισέτι συζητηθείσης. Συνεπώς η κρινομένη αίτηση από 10/2/2012 εκπρόθεσμη ούσα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ'άρθρα 476 παρ.1, 513 παρ.1 Κ.Π.Δ. Η πρώτη αίτηση αναιρέσεως, από 29/9/2011, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως από της κατά την 21/9/2011, καταχωρίσεώς της στο ειδικό βιβλίο, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Για την κατ'άρθρο 224 παρ.2 Π.Κ. στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστου του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσταστα συνδεδεμένες προς τα γεγονός που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων επληροφορήθη και ως εκ τούτου γνώριζε. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α' Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξ αυτού προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, φορτικότητα, απειλή ή παραινέσεις επιβολή ή επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητος και της θέσεώς του ή της σχέσεώς του με τον φυσικό αυτουργό κ.τ.λ., β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση θέληση, ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών αλλ'απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριον έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ'επιλογήν όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 2042/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ'όψη του (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο ο πρώτος κατηγορούμενος με την υπόδειξη, τις προτροπές και τις παραινέσεις του δεύτερου κατηγορουμένου με τον οποίο εργάζονταν μαζί στο Ξενοδοχείο President, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση αυτού, όταν εκδικαζόταν εργατική αγωγή του δευτέρου κατηγορουμένου κατά της εγκαλούσας εταιρείας, διαδικασίας εργατικών διαφορών, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε πρόσθετες αποδοχές για παράλληλη απασχόληση καθηκόντων διευθυντή προσωπικού του ξενοδοχείου "ASTOR" που ανήκει στην εγκαλούσα εταιρεία κατέθεσε τα εξής: "ο ενάγων εργαζόταν και στο "ASTOR" και έκανε αυτή τη δουλειά...Παράλληλα πήγαινε και στο "PRESIDENT" για κάποιες δουλειές, ήταν στο "ASTOR" 6 ώρες, γύριζε στο "PRESIDENT" και τελείωνε τις δουλειές του.... Είχε γραφείο στο ημιώροφο, στο "ASTOR".. Τα γεγονότα της κατάθεσης αυτής αποδεικνύονται ψευδή και κατατέθηκαν εν γνώσει της αναληθείας τους από τον μάρτυρα, πρώτο κατηγορούμενο, προς εξυπηρέτηση του συναδέλφου του, δεύτερου κατηγορουμένου, μετά από φορτικότητα. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ειδικότερα ότι η εταιρεία που εκμεταλλεύεται το Ξενοδοχείο "PRESIDENT" είναι κοινών συμφερόντων με την εγκαλούσα εταιρεία που της ανήκει το "ASTOR" που βρίσκεται στην οδό .., στο Σύνταγμα, υπόψη ότι στο ως άνω πρώτο ξενοδοχείο στεγάζονται οι υπηρεσίες, τα γραφεία και το λογιστήριο του δεύτερου. Τα καθήκοντα της ιδιότητας του προσωπάρχη του ξενοδοχείου "PRESIDENT" διεκπεραίωνε ο δεύτερος κατηγορούμενος και για το ξενοδοχείο "ASTOR" από τη θέση του και το γραφείο που διατηρούσε στο πρώτο ξενοδοχείο, μεταβαίνοντας προς επί τόπου έλεγχο στο δεύτερο ξενοδοχείο περίπου μια φορά την εβδομάδα, όπου παρέμεινε κάποιες ώρες χρησιμοποιώντας το γραφείο του εκεί Διευθυντή. Γι' αυτό, άλλωστε, ο δεύτερος κατηγορούμενος ελάμβανε μισθό ενισχυμένο πέραν των ισχυουσών συλλογικών συμβάσεων εργασίας της εποχής εκείνης. Επομένως ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν εκτελούσε πρόσθετη εργασία ώστε να δικαιούται εξ αυτής πρόσθετο ειθισμένο για αυτή μισθό, όπως δέχθηκε και η υπ'αριθμ.5316/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έλυσε τελεσιδίκως την μεταξύ των συνδεομένων με εργασιακή σχέση διαδίκων, ήδη δευτέρου κατηγορουμένου και εγκαλούσας εταιρείας. Μετά από αυτά πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που κατηγορούνται, αναγνωρισθεί δε σε αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' Π.Κ.". Μετά ταύτα εκήρυξεν ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στην …στις 03/06/2005 τέλεσαν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Α) Ο πρώτος των κατηγορουμένων, Χ. Ν., στον ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενόρκως ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση αυτού της 3-6-2005, όταν εκδικαζόταν η από 29-9-2004 αγωγή εργατικών διαφορών του δεύτερου κατηγορουμένου Δ. Λ. κατά της Α.Ε. με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΤΕΞ (HOTEL ASTOR) που εδρεύει στην …και κατά της Α.Ε. με την επωνυμία "ΓΕΚΕ Α.Ε. (HOTEL PRESIDENT) ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" που εδρεύει στην .., κατέθεσε εν. γνώσει του ψευδώς (ο πρώτος κατηγορούμενος) ότι: "Ο ενάγων εργαζόταν και στο ASTOR και έκανε αυτή τη δουλειά....Παράλληλα πήγαινε και στο ΠΡΕΖΙΝΤΕΝΤ για κάποιες δουλειές. Ήταν στο ASTOR για 6 ώρες και γύριζε στο ΠΡΕΖΙΤΕΝΤ και τελείωνε τις δουλειές του....Είχε γραφείο στον ημιώροφο (στο ASTOR....)". Τα ως άνω κατέθεσε ο κατηγορούμενος ενώ τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους καθότι γνώριζε ότι αυτά δεν ήταν αλήθεια, αφού ο Δ. Λ. εργαζόταν ως προσωπάρχης, με πλήρες ωράριο εργασίας, μόνο στο ξενοδοχείο ΠΡΕΖΙΤΕΝΤ, ιδιοκτησίας της ΓΕΚΕ Α.Ε., όπου και διατηρούσε το γραφείο του. Β) Ο δεύτερος των κατηγορουμένων, Δ. Λ., στον ως άνω τόπο και χρόνο με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον και δη στο συγκατηγορούμενό του Χ. Ν. την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτός διέπραξε και συγκεκριμένα με συμβουλές και παραινέσεις που έδωσε σε αυτόν και με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισε να καταθέσει ψευδώς όσα προεκτέθηκαν στο υπό στοιχ. Α του παρόντος κατηγορητηρίου." Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι το χρόνο που τελέστηκε η πράξη έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (αρθρ. 84 παρ.2α Π.Κ.). Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 46 παρ.1, 224 Π.Κ. που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ'όψη του, τα αληθή περιστατικά τα οποία εγνώριζεν ο αναιρεσείων, αφού αφορούσαν ακριβώς αυτόν ως και την αγωγή του που επεδίωκε να γίνει δεκτή και τα οποία παρότρυνε και έπεισε με πειθώ και φορτικότητα τον Χ. Ν. να καταθέσει σε αρμοδία αρχή και συνεπώς εξειδικεύεται ο δόλος του ως ηθικού αυτουργού, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται πλείονα περιστατικά των άνω ενεργειών, φορτικότητος κ.τλ. όπως αβασίμως περί του αντιθέτου όλων των ανωτέρω, αιτιάται ο αναιρεσείων και, εντεύθεν, η αιτιολογία δεν είναι εντελώς τυπική ή ανύπαρκτη χωρίς παράθεση πραγματικών περιστατικών, όπως επίσης αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Μετά ταύτα ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση εν εκτάσει εκτιθέμενος και εν πολλοίς επαναλαμβανόμενος είναι αβάσιμος. Πρέπει εντεύθεν να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως κατ'ουσίαν αβάσιμος. Μετά την απόρριψη αμφοτέρων των αιτήσεων πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 Κ.Π.Δ.) ως και την δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 28/9/2011 και 10/2/2012 αιτήσεις του Λ. Δ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.2042/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα εις τα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250) ως και την δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης εξ ευρώ πεντακοσίων (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ