Αριθμός 1131/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Β. - Ε. Κ. Τ. Α. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «Τ. Α.Ε.", που εδρεύει στο ... όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και 2) Π. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Μ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Σ. Α. του Α. και Μ. Α. του Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Σπανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 30-07-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 22/03-08-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 2288/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ) με αριθμό 41/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την από 16-09-2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../17-09-2019 έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 165/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, στο οποίο, ως καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο, είχε παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση, με τη με αριθμό 234/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ενώπιον του οποίου είχε αρχικά ασκηθεί η από 12-03-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...16-06-2015 αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, ατομικώς και ως ασκούσας την γονική μέριμνα των ανηλίκων θυγατέρων της Σ. και Μ. Α.. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν, εξαφάνισε στο σύνολό της, την ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, και, αφού κράτησε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ , την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σε χρόνο προγενέστερο της επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα στις 10-01-2022, όπως διαλαμβάνουν στις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τις αναιρεσίβλητες (άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ), ήτοι, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης αυτής στις 12-03-2021, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος Δικαστηρίου στις 03-08-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) . Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 " Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων ", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του Εισ.Ν.Α.Κ., ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), στις οποίες περιλαμβάνονται και τα παντός είδους βιομηχανικά και βιοτεχνικά εργοστάσια, όπου γίνεται χρήση μηχανικών εργαλείων, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (Ολ. Α.Π. 1287/1986). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης, σε περίπτωση θανάτου) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας . Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ως άνω κωδικοποιηθέντος Νόμου 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ' αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 1117/1986 Α.Π. 246/2022, Α.Π. 910/2015, Α.Π. 876/2014, Α.Π. 938/2013) . Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 " Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων " συνάγεται ότι εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του Ι.Κ.Α., δηλαδή εάν το ατύχημα συνέβη στον τόπο εργασίας του, που βρίσκεται στην ασφαλιστική περιοχή του Ι.Κ.Α. (η ασφάλιση του Ι.Κ.Α. επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια με το άρθρο τρίτο του Ν. 1305/1982), ανεξαρτήτως του εάν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο παθών είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στο Ι.Κ.Α., ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπομένη, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, σχετικών με τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων . Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την, από το άρθρο 34 παρ. 2 του Α.Ν. 1846/1951, διαφορά μεταξύ του ποσού της, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών, που λόγω του ατυχήματος το Ι.Κ.Α. χορηγεί στον εργαζόμενο . Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη, δεν αφορά, όμως, και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που ο παθών υπέστη από το ατύχημα (ή, σε περίπτωση θανάτου, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενικών του προσώπων), όταν το ατύχημα προκλήθηκε από πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (Ολ. Α.Π. 1117/1986) . Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (άρθρο 922 του Α.Κ.), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης, συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (Α.Π. 88/2018, Α.Π. 81/2013), δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια, ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 (Ολ. Α.Π. 1117/1986 Α.Π. 231/2021, Α.Π. 599/2020, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 425/2018, Α.Π. 517/2017, Α.Π. 80/2016 Α.Π. 910/2015, Α.Π. 876/2014, Α.Π. 412/2008) . Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφάλειας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 του Α.Κ. (Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 218/2018 , Α.Π. 80/2016) . Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του ν. 1568/1985 " Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων ", που εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων, περί των οποίων δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση και του π.δ/τος 396/1994 . Ειδικότερα, στο νόμο 1568/1985 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο, που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, καθώς επίσης και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 στοιχ. Α' αρ. 1 και 3 του άνω νόμου), ενώ σύμφωνα με το π.δ/μα 396/1994 (ΦΕΚ A' 220/19.12.1994), με το οποίο ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις της Οδηγίας 89/656/ΕΟΚ, ο εργοδότης, στο πλαίσιο λήψης των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, είναι υποχρεωμένος να εφοδιάσει τον εργαζόμενο με τον προβλεπόμενο από το νόμο αναγκαίο εξοπλισμό ατομικής προστασίας (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του π.δ/τος 396/1994) στον οποίο (εξοπλισμό), κατά το άρθρο 10 αυτού, με τον τίτλο " Προσάρτηση παραρτημάτων " , που αφορά τον ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο διαφόρων εξοπλισμών ατομικής προστασίας, περιλαμβάνονται το προστατευτικό κράνος και η ζώνη πρόσδεσης . Περαιτέρω, στο άρθρο 7 παρ. 5 του π.δ/τος 17/1996 " Περί μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων " (ΦΕΚ Α' 11/18.1.1996), το οποίο εκδόθηκε σε εναρμόνιση με τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, ορίζεται ότι : " Στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων ", ενώ κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου ο εργοδότης υποχρεούται μεταξύ άλλων, να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. Ακόμη, στο άρθρο 10 παρ. 10.5.4 του παραρτήματος I του π.δ/τος 16/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας σε χώρους εργασίας, σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/654/ΕΟΚ" (ΦΕΚ Α' 10/1996), ορίζεται ότι: " Η πρόσβαση σε στέγες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής, καθώς και σε στέγες που δεν έχουν σχεδιασθεί και κατασκευαστεί για να είναι βατές (π.χ. κεκλιμένες στέγες, κ.λ.π.) επιτρέπεται μόνον εφόσον υφίστανται εγκαταστάσεις ή παρέχεται εξοπλισμός που προστατεύουν τους εργαζομένους από τον κίνδυνο πτώσης". Και στο άρθρο 14 παρ. 14.1 του ίδιου παραρτήματος ορίζεται ότι: "Θέσεις εργασίας, διάδρομοι, εξέδρες, πλατύσκαλα, πεζογέφυρες κεκλιμένα επίπεδα και κάθε άλλο δάπεδο που έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι και που βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο του 0,75 μέτρα πρέπει να έχει σε κάθε ελεύθερη πλευρά προστατευτικό, έναντι πτώσης, προπέτασμα . Το προστατευτικό προπέτασμα πρέπει να έχει ύψος τουλάχιστον 1,00 μέτρο από το δάπεδο, να είναι συμπαγές στηθαίο ή κιγκλίδωμα, με χειρολισθήρα (κουπαστή), θωράκιο (σοβατεπί), ύψους τουλάχιστον 0,15 μέτρα και ράβδο μεσοδιαστήματος ή αντί αυτής να έχει πλέγμα ή άλλη κατάλληλη κατασκευή που να μην επιτρέπει την, διαμέσου χειρολισθήρα και θωρακίου, πτώση εργαζομένου". Εξάλλου κατά το άρθρο 10 παρ. 10.4.3 του παραρτήματος II του ίδιου π.δ/τος, η πρόσβαση σε στέγες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής, καθώς και σε στέγες, που δεν έχουν σχεδιασθεί και κατασκευασθεί για να είναι βατές (π.χ. κεκλιμένες στέγες, κ.λ.π.) επιτρέπεται μόνον εφόσον υφίστανται εγκαταστάσεις ή παρέχεται εξοπλισμός, που προστατεύουν τους εργαζόμενους από τον κίνδυνο πτώσης . Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδαφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι : α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών. Η παράνομη, έναντι του ζημιωθέντος, συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας . Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), ικανή (πρόσφορη) και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 683/2013, Α.Π. 81/2013) Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με τη ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 367/2020, Α.Π. 1787/2014, Α.Π. 81/2013, Α.Π. 1765/2011). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος, κατά την επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης), δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα, ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 160/2021, Α.Π. 188/2015). Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου για το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχεται, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας (Α.Π. 213/2017, Α.Π. 1591/2014) . Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 252/2020, Α.Π. 1176/2019, Α.Π. 213/2017) . Τέλος, από τις ως άνω διατάξεις του Α.Κ. προκύπτει ότι εάν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος ή τρίτου, δεν οφείλεται σε αυτόν αποζημίωση και, συνακόλουθα, χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (Α.Π. 600/2020, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 331/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου . Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς . Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013) . Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στην από 12-03-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...16-06-2015 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, εξέθετε ότι ο Α. Α. του Α., με τον οποίο είχε τελέσει νόμιμο γάμο στις 29-11-2003, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τη Σ.., που γεννήθηκε την 03-08-2005 και την Μ.., που γεννήθηκε την 13-06-2008, προσλήφθηκε το έτος 1999 από την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τ. Β. - Ε. Κ. Τ. Α. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «Τ. Α.Ε.", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Π. Ρ. του Χ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου. Ότι από το έτος 2008 εργαζόταν και ως ηλεκτρολόγος, μηχανικός, χειριστής μηχανημάτων παραγωγής και συντηρητής βιολογικού καθαρισμού. Ότι στις 27-08-2012, κατόπιν εντολής του δεύτερου εναγόμενου, μετέβη μαζί με τον εργαζόμενο στην πρώτη εναγόμενη, Χ. Κ., στην οροφή του εργοστασίου της εργοδότριας εταιρείας, ύψους οκτώ (8) μέτρων περίπου, η οποία είναι κατασκευασμένη από μέταλλο και πάνελ και όπου έχουν τοποθετηθεί πολυκαρβονικά φύλλα φωτισμού, διαστάσεων 1μ. X 4μ., προκειμένου να εκτελέσουν εργασία καθαρισμού των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, που είχαν τοποθετηθεί στη στέγη . Ότι, λόγω της τοπικής σημειακής φόρτισης του πολυκαρβονικού φύλλου φωτισμού, από το βάρος του συζύγου της, αυτό έθραυσε, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει στο έδαφος εντός του εργοστασίου και να υποστεί κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες επήλθε ο θάνατός του . Ότι αποκλειστικά υπαίτιοι του θανάτου του συζύγου της είναι η πρώτη εναγόμενη, ως εργοδότρια και ο δεύτερος εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπός της, διότι ο τελευταίος, από υπαιτιότητά του, παρέλειψε, στα πλαίσια των καθηκόντων του, να λάβει τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα, ώστε να αποφευχθεί η πτώση εργαζομένων από την οροφή, κατά τα αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενα . Στη συνέχεια η ενάγουσα εξέθετε ότι, εξαιτίας του θανάτου του συζύγου της, οι ανήλικες θυγατέρες τους, στερήθηκαν τη διατροφή, που δικαιούντο να απαιτήσουν από τον πατέρα τους, αφού αυτές δεν έχουν περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και, λόγω της ηλικίας τους, αδυνατούν να ασκήσουν βιοποριστική εργασία . Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής εν μέρει σε αναγνωριστικό και εν μέρει σε καταψηφιστικό με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε για την ίδια ατομικά και ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα των ανήλικων θυγατέρων της, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, με τις αναφερόμενες ιδιότητές τους, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος αυτών, στην ίδια ατομικώς το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ και σε εκάστη των ανηλίκων θυγατέρων της Σ. και Μ. το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από το θάνατο του συζύγου και πατέρα τους, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στην ίδια ατομικώς το ποσό των εκατόν δέκα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (119.950,00) ευρώ και σε εκάστη των ανηλίκων θυγατέρων της το ποσό των εκατόν εξήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα (169.950,00) ευρώ, επιφυλασσόμενη εκάστη αυτών να ζητήσει το επιπλέον ποσό των πενήντα (50,00) ευρώ, παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα, ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων και, περαιτέρω, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων, ευθυνομένων εις ολόκληρον έκαστος αυτών, να της καταβάλουν αποζημίωση για λογαριασμό των τέκνων της, λόγω της στέρησης της διατροφής αυτών από τον θανόντα πατέρα τους έως την ενηλικίωσή τους, ανερχόμενη για μεν την ανήλικη Σ.. στο εφάπαξ ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων εκατόν πενήντα τριών (75.153,00) ευρώ, για δε την ανήλικη Μ. στο εφάπαξ ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων διακοσίων ογδόντα εννέα (85.289,00) ευρώ, όλα δε τα ως άνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επόμενη του ατυχήματος, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφλησή τους και, τέλος να απαγγελθεί προσωπική κράτηση, εις βάρος του δεύτερου εναγόμενου, διάρκειας ενός (1) έτους, ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης . Επί της αγωγής αυτής, εκθόθηκε η με αριθμό 234/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (ενώπιον του οποίου είχε αρχικά εισαχθεί η αγωγή), με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ως καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Δικαστηρίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015), εξέδωσε τη με αριθμό 165/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στην ενάγουσα, ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως ασκούσα αποκλειστικά την γονική μέριμνα των ανηλίκων θυγατέρων της, τα αναγραφόμενα στην απόφαση αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συζύγου και πατέρα αυτών, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση και στην ίδια (ενάγουσα) για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, εφάπαξ αποζημίωση για στέρηση της oφειλόμενης διατροφής από τον αποβιώσαντα πατέρα τους, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή διακρίσεις, τέλος, δε, απήγγειλε εις βάρος του δευτέρου εναγομένου προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός (1) έτους ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 16-09-2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1/17-09-2019 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία παραπονέθηκαν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 41/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση . Ειδικότερα, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο έφεσης, αφορώντα αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα του παθόντος σε ποσοστό 95% και έκρινε ότι δεν είχε προσβληθεί με λόγο έφεσης το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, εξαφάνισε στο σύνολό της [προφανώς για το ενιαίο του τίτλου εκτέλεσης], κατά παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων αυτής, που αφορούσαν αντίστοιχα το ύψος της οφειλομένης στις ανήλικες θυγατέρες του θανόντος αποζημίωσης, λόγω στέρησης διατροφής και της διάρκειας της απαγγελθείσας προσωπικής κράτησης εις βάρος του δευτέρου εναγομένου, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ , την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και : α) υποχρέωσε τους εναγομένους, ευθυνόμενους εις ολόκληρον έκαστος αυτών, να καταβάλουν στην ενάγουσα, για την ίδια ατομικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της και για λογαριασμό τους, το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ για έκαστο αυτών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, β) αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγόμενων, ευθυνόμενους εις ολόκληρον έκαστος αυτών, να καταβάλουν, για την ίδια ως άνω αιτία, στην ενάγουσα, για την ίδια ατομικά το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της και για λογαριασμό τους, το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000,00) ευρώ για έκαστο αυτών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και επιπλέον στην ενάγουσα με την ιδιότητά της ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της Σ. και Μ. και για λογαριασμό τους, ως αποζημίωση για τη στέρηση της διατροφής τους παρά του θανόντος πατέρα τους και για το από την 27-08-2012 έως 15-10-2018 χρονικό διάστημα, το ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ μηνιαίως για τη Σ. και το ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ μηνιαίως για τη Μ., του συνολικού ποσού καταβαλλομένου εφάπαξ, με το νόμιμο τόκο κατά μεν το συνολικό ποσό που αφορούσε σε προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής χρόνο, από την επίδοση της αγωγής, κατά δε τα ποσά που αφορούσαν το χρόνο από την επίδοση της αγωγής έως τη συζήτησή της, από την καθυστέρηση εκάστου επιμέρους ποσού, καταβλητέο εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα έως την εξόφληση και τέλος γ) απήγγειλε εις βάρος του δεύτερου εναγόμενου προσωπική κράτηση, διάρκειας έξι (6) μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης . Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει, με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης .Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων, που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση, σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία, κατά νόμο, εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 824/2022, Α.Π. 727/2017, Α.Π. 781/2017, Α.Π. 845/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο . Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των προβλεπομένων λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (Α.Π. 1352/2021, Α.Π. 183/2014, Α.Π. 114/2009) . Η ανωτέρω διάταξη, όμως, αφορά " ισχυρισμούς" και όχι εφαρμοστέους νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στην περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλουμένων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (Α.Π. 518/2022, Α.Π. 362/2019, Α.Π. 133/2018, Α.Π. 318/2017) . Στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με τα αγωγικά κονδύλια αποζημίωσης για στέρηση της οφειλομένης διατροφής των, υπό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εκπροσωπουμένων ανηλίκων τέκνων της, Σ. και Μ., παρά του θανόντος πατέρα τους, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του επεδίκασε για λογαριασμό τους τα ως άνω αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 " Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων ", 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 " Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ", καθόσον με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή δεν είναι νόμιμη, ως προς το κεφάλαιο αυτό . Τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτενώς αναφερόμενα στην μείζονα νομική σκέψη, εφόσον η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη και τα υπ' αυτής εκπροσωπούμενα ανήλικα τέκνα της, δεν επικαλούνται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε δόλο του δευτέρου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρίας (η οποία, ως νομικό πρόσωπο, ευθύνεται για τις πράξεις της νομίμου εκπροσώπου της), ούτε επικαλούνται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση και η θέληση αυτών, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εργατικού ατυχήματος, παρά ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, λόγω μη τήρησης της υποχρέωσης πρόνοιας και των μέτρων ασφαλείας, οι τελευταίοι απαλλάσσονται τόσο της κατά το κοινό δίκαιο ευθύνης προς αποζημίωση (Α.Κ. 298, 929), όσο και της προβλεπόμενης από το Ν. 551/1915 ειδικής αποζημίωσης, καθόσον ο θανών, συνδεόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, υπαγόταν, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., η απαλλαγή δε αυτή καλύπτει και την περίπτωση της ειδικής αμέλειας, κατά την οποία το ατύχημα έγινε γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως νόμιμα τα ανωτέρω κονδύλια αποζημίωσης, είναι βάσιμος. Σημειώνεται ότι, ο με τις από 12-04-2022 νομότυπα κατατεθείσες, είκοσι και πλέον ημέρες, πριν από την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, προτάσεις (άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επειδή, παρά τα όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ουδέποτε προβλήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, είναι αβάσιμος . Και διότι τούτο διότι, η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε "ισχυρισμούς" και όχι σε νομικούς κανόνες, οι δε επικαλούμενες στον αναιρετικό αυτό λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, αφορούν τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και την εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τη συνδρομή των οποίων ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia, ανεξαρτήτως δηλαδή της ενώπιόν του προβολής σχετικών ισχυρισμών από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, με συνέπεια το, από το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, απαράδεκτο να μην ευρίσκει έδαφος εφαρμογής . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ. Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες . Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020 Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε . Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν " αιτιολογία ", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019) . Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013) . Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019 Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Ο Α. Α. του Α. προσλήφθηκε την 4/1/1999 από την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία [ήδη αναιρεσείουσα], νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων], με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί, ως υπάλληλος γραφείου, στο εργοστάσιό της, παραγωγής τσιμεντοπροϊόντων, που βρίσκεται στα ..., Νομού Ηρακλείου. Ήταν υπεύθυνος του προγράμματος παραγωγής του εργοστασίου, της τήρησης εγγράφων του συστήματος ποιότητας και ενίοτε της έκδοσης παραστατικών και χειριστής μηχανών παραγωγής του εργοστασίου, έχοντας αρμοδιότητες βοηθητικές του υπεύθυνου του εργοστασίου. Όπως και οι εναγόμενοι αποδέχονται, επρόκειτο για υπάλληλο, που, λόγω της πολυετούς και ευδόκιμης παροχής των υπηρεσιών του στην πρώτη εναγόμενη, ετύγχανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του δεύτερου εναγόμενου, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας και ο συνδετικός κρίκος και ο δίαυλος επικοινωνίας, μεταξύ αυτού και των υπόλοιπων εργαζόμενων της πρώτης εναγόμενης . Είναι χαρακτηριστικό ότι τις εργασίες που έπρεπε καθημερινά να διεκπεραιωθούν ανέθετε στους υπόλοιπους εργαζομένους ο Α. Α., κατόπιν βέβαια συνεννόησης με τον προϊστάμενό του δεύτερο εναγόμενο . Για το λόγο αυτό, στους εργαζομένους στο εργοστάσιο παραγωγής της πρώτης εναγόμενης, ο Α. Α. έδινε την εντύπωση του "προϊσταμένου", αν και ουδέποτε απέκτησε διευθυντικά καθήκοντα, διότι βρισκόταν πάντα υπό τις εντολές και τον έλεγχο του δεύτερου εναγόμενου και αναφερόταν σε αυτόν, χωρίς να αποδεικνύεται ότι μπορούσε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, εν αγνοία του δεύτερου εναγόμενου . Το κεντρικό κτήριο που στεγάζεται το εργοστάσιο της πρώτης εναγόμενης είναι μεταλλικής κατασκευής και στην στέγη του, η οποία είναι κεκλιμένη και απέχει περί τα 7,5 μέτρα από το έδαφος, υπάρχουν πολυκαρβονικά φύλλα φωτισμού, διαστάσεων 1μ. X 4μ. Νότια του κτηρίου αυτού και εφαπτόμενο σε αυτό βρίσκεται το κτήριο της κεντρικής αποθήκης, η στέγη του οποίου είναι ανάλογης κατασκευής. Στις οροφές των δύο κτηρίων η πρώτη εναγόμενη έχει εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό πάρκο, για την παραγωγή και πώληση στη Δ.Ε.Η. ηλεκτρικής ενέργειας, για ισχύ 79,81 Kwp, για τη σύνδεση του οποίου με την Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. υπέβαλε την από 12/12/2008 αίτηση. Την 5/8/2010 υπογράφηκε η σχετική σύμβαση σύνδεσης, την 12/11/2010 υπογράφηκε το συμβόλαιο πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας και την 21/12/2010 έγινε η σύνδεση του φωτοβολταϊκού πάρκου, ενώ η έκδοση των λογαριασμών πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας άρχισε από την 1/1/2011.'Οπως σαφώς εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα απεικονίσεις της στέγης του εργοστασίου της πρώτης εναγόμενης και επιβεβαιώνεται τόσο από την υπ' αριθμ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μηχανολόγου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού Χ. Γ., που η ενάγουσα προσκομίζει και επικαλείται, όσο και από την από 30/10/2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ηλεκτρολόγου Μηχανικού Κ. Π., που οι εναγόμενοι προσκομίζουν και επικαλούνται, το φωτοβολταϊκό πάρκο διαθέτει συνολικά δέκα σειρές ηλιακών συλλεκτών, κατανεμημένες στις στέγες των δυο κτηρίων, σε κάθε μια των οποίων έχουν εγκατασταθεί πέντε παράλληλες σειρές, οι δε ηλιακοί συλλέκτες είναι συνολικά 348 Μετά από την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών, τοποθετήθηκαν ξύλινοι διάδρομοι κυκλοφορίας πλάτους περίπου 40 εκ., οι οποίοι είναι κεκλιμένοι, λόγω της κλίσης της στέγης, για να διευκολύνεται η επισκεψιμότητα στους ηλιακούς συλλέκτες και εγκαταστάθηκε σύστημα παροχής νερού, ώστε να εκτελείται ο απαραίτητος περιοδικός καθαρισμός τους, τουλάχιστον δυο φορές ετησίως. Την 27/8/2012 και περί ώρα 08:30', ο δεύτερος εναγόμενος έδωσε εντολή στον εργαζόμενο στην επιχείρηση Χ. Κ. του Ι., να μεταβεί στη στέγη του εργοστασίου, για να προβεί στον καθαρισμό των ηλιακών συλλεκτών . Σημειώνεται ότι οι διάδικοι δεν διευκρινίζουν αν η εντολή δόθηκε για τον καθαρισμό όλων των κατόπτρων και στις δυο στέγες ή μόνο αυτών, που βρίσκονται στη στέγη του κεντρικού κτηρίου . Κατά τους κανόνες της λογικής όμως, η εργασία αυτή, που ήταν αναγκαία για την καλύτερη απόδοση του φωτοβολταϊκού πάρκου αφορούσε το πλύσιμο όλων των συλλεκτών και όχι μόνο των 161 συλλεκτών, που είχαν εγκατασταθεί στη στέγη του κεντρικού κτηρίου . Παράλληλα, έδωσε εντολή και στον Α. Α. να δώσει στον Χ. Κ. σκούπες και να τον συνοδεύσει στη στέγη ώστε αφενός μεν να επιβλέπει την εργασία του, διότι ο τελευταίος ασχολείτο πρώτη φορά με τον καθαρισμό των φωτοβολταϊκών και αφετέρου να παράσχει τη συνδρομή του, όπου αυτή χρειαζόταν. Πράγματι, οι δυο άνδρες μετέβησαν στη στέγη και ξεκίνησαν την εργασία αυτή. Ο καθαρισμός αυτός γίνεται με τη ρίψη νερού σε κάθε ένα συλλέκτη, με τη χρήση πράσινου λάστιχου ποτίσματος, η μια άκρη του οποίου συνδέεται στην παροχή του νερού, που υπάρχει στην αρχή κάθε μιας σειράς συλλεκτών και η άλλη άκρη του στο ειδικά διαμορφωμένο κοντάρι, το οποίο είναι κούφιο, όπου προσαρμόζεται ειδική για το σκοπό αυτό μαλακή βούρτσα, ώστε το νερό να διέρχεται μέσα από το κοντάρι και να εκχύεται από τη βούρτσα. Με τον τρόπο αυτό, γίνεται η ρίψη του νερού στους συλλέκτες και ταυτόχρονα η απομάκρυνση της σκόνης, του χώματος, των περιττωμάτων των πτηνών και λοιπών ρύπων, που επικάθονται στους συλλέκτες, δια της τριβής τους με τη μαλακή βούρτσα . Την εργασία αυτή εκτελούσε ο ένας από τους δύο, ενώ ο δεύτερος με τη χρήση καθαριστή τζαμιών, απομάκρυνε τα ύδατα από τους συλλέκτες, ώστε να μην αφήνονται στίγματα κατά την εξάτμισή τους . Περί την ώρα 09:00', ο Χ. Κ. ειδοποιήθηκε ότι πρέπει να κατέλθει στο χώρο του εργοστασίου, προκειμένου να εκτελέσει περιορισμένης διάρκειας εργασία. Πράγματι, αυτός αποχώρησε από τη στέγη, με την προοπτική όμως της επιστροφής του, όπου παρέμεινε μόνος του ο Α. Α., συνεχίζοντας την εργασία καθαρισμού . Σε κάποια στιγμή, μετά από την πάροδο ελάχιστων λεπτών, για λόγο που δεν αποδεικνύεται πλήρως, ο Α. Α. απώλεσε την ισορροπία του και επέπεσε στο πολυκαρβονικό φύλλο, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στον κεκλιμένο ξύλινο διάδρομο κυκλοφορίας (από την άλλη πλευρά του διαδρόμου βρίσκονται τα φωτοβολταϊκά), στον οποίο την ώρα εκείνη βρισκόταν, με αποτέλεσμα λόγω της απότομης πτώσης του σε αυτό και της τοπικής σημειακής φόρτισής του από το βάρος του, το φύλλο να θραύσει και ο Α.., διερχόμενος μέσα από αυτό, να επιπέσει από τη στέγη στο έδαφος, ανάμεσα στον ηλεκτρονικό πίνακα της μηχανής λειάνσεως πλακιδίων και του μηχανήματος λειάνσεως, χτυπώντας πρώτα σε αυτό, κρατώντας στο χέρι του το λάστιχο ποτίσματος, του οποίου τη μια άκρη συμπαρέσυρε πέφτοντας ενώ η άλλη άκρη του παρέμεινε συνδεδεμένη στη σκούπα καθαρισμού. Από την πτώση του ο Α. Α. υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες επήλθε, ως μόνης γενεσιουργού αιτίας, ο θάνατός του . Η επέλευση του ως άνω αποτελέσματος οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου, ως νόμιμου εκπρόσωπου της πρώτης εναγόμενης εργοδότριας του θανόντα, ο οποίος, αν και είχε, με την ως άνω ιδιότητά του, τη νομική υποχρέωση, δεν έλαβε από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ώστε να προβλέψει το πιο πάνω αξιόποινο αποτέλεσμα, τα κατάλληλα μέτρα, για την ασφαλή χρησιμοποίηση του ως άνω ξύλινου διαδρόμου, όχι μόνο για την πλύση των φωτοβολταικών, αλλά και για οποιαδήποτε άλλη εργασία συντήρησης ή επισκευής αυτών. Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης συνίσταται στο ότι, ενώ γνώριζε, υπό την ως άνω ιδιότητά του, ότι η στέγη του κτιρίου του εργοστασίου της πρώτης εναγόμενης αποτελείται από μεταλλικά πάνελ πολυουρεθάνης και δεν έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί για να είναι βατή, αφού παρουσιάζει σημαντική κλήση, όπως εμφανίζεται σε όλες τις φωτογραφίες, περιελάμβανε δε αυτή και διαφώτιστα πάνελ, διαστάσεων 1μ. X 4μ., για το φυσικό φωτισμό του εσωτερικού του κτιρίου, δηλαδή από υλικό κατασκευής ανεπαρκούς αντοχής υπό την έννοια ότι, αν πατούσε κάποιος πάνω στο διαφώτιστο, θα ήταν βέβαιη η θραύση και η υποχώρησή του, ότι στη στέγη αυτή, όπως και στη στέγη του κτηρίου της αποθήκης, η πρώτη εναγόμενη είχε εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό πάρκο, ότι για να είναι δυνατή η προσέγγιση στο χώρο των συλλεκτών για τον καθαρισμό ή τη συντήρησή τους είχαν τοποθετηθεί ξύλινοι διάδρομοι διερχόμενοι από δυτικά και έμπροσθεν κάθε σειράς, οι οποίοι είχαν επίσης κλίση, πλάτους 40 εκ. δηλ. λιγότερο από το ελάχιστο απαιτούμενο για λόγους ασφαλείας πλάτος των 70 εκ. και ότι ακριβώς δίπλα στο διάδρομο, που βρίσκεται στο τμήμα του φωτοβολταϊκού πάρκου, που έχει εγκατασταθεί στη στέγη του εργοστασίου, υπάρχει διαφώτιστο πάνελ, παρέλειψε, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να εξασφαλίσει την εφαρμογή των προβλεπόμενων από το νόμο μέτρων ασφαλείας . Ειδικότερα, δεν φρόντισε ώστε, μετά την κατασκευή των ξύλινων διαδρόμων να τοποθετηθεί στο διαφώτιστο διάζωμα κατάλληλη προστατευτική διάταξη, για να αποτραπεί ο κίνδυνος πτώσης των εργαζόμενων, που θα αναλάμβαναν εργασία επισκευής ή συντήρησης των φωτοβολταικών, η οποία θα μπορούσε να γίνει με την τοποθέτηση κιγκλιδώματος, με τις αναφερόμενες πιο πάνω προδιαγραφές ή δικτύου ασφαλείας, περιμετρικά του ξύλινου διαδρόμου κυκλοφορίας, ώστε ο εργαζόμενος να εκτελεί με ασφάλεια τις εργασίες στο συγκεκριμένο σημείο της στέγης. Σε κάθε περίπτωση, επειδή η στέγη αποτελούνταν από υλικά ανεπαρκούς αντοχής, όφειλε να είχε απαγορεύσει την πρόσβαση των εργαζομένων σε αυτή, εφόσον δεν υφίσταντο εγκαταστάσεις, που να τους προστατεύουν από την πτώση (άρθρο 10 παρ. 1 παραγρ. 10.5.4 του Π.Δ. 16/1996) . Επιπλέον, ο δεύτερος εναγόμενος δεν μερίμνησε, στα πλαίσια των ίδιων καθηκόντων του, για την τοποθέτηση σήμανσης στη στέγη, που θα οριοθετούσε την επικίνδυνη ζώνη και επέτρεψε στους εργαζομένους να ανέβουν στη στέγη, για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, χωρίς να φέρουν ζώνη πρόσδεσης και κράνος, που πιθανώς θα μείωναν τις συνέπειες της πτώσης. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το διαφώτιστο που έθραυσε, δεν ήταν πολυκαρβονικό φύλλο, όπως εκθέτει η ενάγουσα και αναφέρεται στην υπ' αριθμ…..2012 έκθεση έρευνας της τεχνικής επιθεωρήτριας του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Ηρακλείου και στην από 27/8/2012 έκθεση αυτοψίας των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων του Α.Τ. Περιφέρειας Ηρακλείου, αλλά φύλλο πολυεστερικού υλικού "fiberglass", όπως αναφέρει ο Κ. Π., στην πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το οποίο είναι μεγαλύτερης αντοχής, διότι είναι ανθεκτικότερο και σκληρότερο, σε σχέση με το πολυκαρβονικό φύλλο. Όμως για τη στοιχειοθέτηση της υπαιτιότητας των εναγόμενων, είναι αδιάφορο το υλικό κατασκευής του διαφώτιστου πάνελ. Τούτο διότι, ανεξάρτητα του βαθμού της αντοχής του υλικού κατασκευής ή αν είχε ή όχι φθαρεί από την έκθεσή του στις καιρικές συνθήκες, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται το αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι αυτό έθραυσε και υποχώρησε εν μέρει, επειδή δέχθηκε το βάρος του σώματος του θανόντα, λόγω της πτώσης του σε αυτό, οφειλόμενη στην παράλειψη λήψης μέτρων ασφαλείας. Επίσης, δεν ασκεί ουσιώδη ρόλο το γεγονός ότι, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, το μοναδικό σημείο στη στέγη που θα μπορούσε να εγκυμονεί κίνδυνο ατυχήματος ήταν εκείνο που βρίσκεται στο συγκεκριμένο διαφώτιστο φύλλο και, επομένως, δεν υπήρχε λόγος να προβλεφθούν μέτρα ασφαλείας, ούτε ότι, έως την ημέρα του ατυχήματος, δεν είχε συμβεί άλλο παρόμοιο περιστατικό, αν και έως τότε τα κάτοπτρα είχαν πλυθεί 2 - 3 φορές, διότι, εφόσον ο δεύτερος εναγόμενος, με την ως άνω ιδιότητά του, γνώριζε ότι θα έπρεπε, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, να μεταβαίνει κάποιος εργαζόμενος της πρώτης εναγόμενης στη στέγη για το πλύσιμο των συλλεκτών, όφειλε και είχε τη δυνατότητα, να είχε προβλέψει την καθόλου απίθανη περίπτωση, ο εργαζόμενος, που είχε αναλάβει το πλύσιμο των συλλεκτών, να απωλέσει, για οποιαδήποτε λόγο, την ισορροπία του στο σημείο αυτό (είτε από αδέξια κίνηση, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, είτε λόγω αδιαθεσίας, ζάλης, κούρασης, κ.λ.π.), οπότε θα έπρεπε να είχε λάβει τα απαραίτητα προβλεπόμενα, από τις ανωτέρω διατάξεις, προστατευτικά μέτρα, ακριβώς για την αποφυγή του κινδύνου αυτού . Άλλωστε, για το εν λόγω εργατικό ατύχημα, ο δεύτερος εναγόμενος, με την ως άνω ιδιότητά του, καταδικάστηκε για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τελούμενης δια παραλείψεως, τόσο με την υπ' αριθμ. 629/2018 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, όσο και, κατόπιν έφεσης με την υπ' αριθμ. 58/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη (βεβαίωση με ημερομηνία 12/10/2020 της Γραμματέα του ανωτέρω Δικαστηρίου περί μη άσκησης κατά αυτής ένδικου μέσου) . Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο Α. Α. μετέβη στη στέγη του εργοστασίου της πρώτης εναγόμενης, για να συνδράμει τον Χ. Κ. στον καθαρισμό των φωτοβολταϊκών, κατόπιν εντολής του δεύτερου εναγόμενου και όχι αυτοβούλως, ωθούμενος από επαγγελματικό ζήλο και επαγγελματική ευσυνειδησία, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται , αρνούμενοι την υπαιτιότητά τους στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος. Τούτο, διότι, δεν συνάδει με τους κανόνες της λογικής ο Α. Α., ο οποίος πράγματι χαρακτηριζόταν από επαγγελματική ευσυνειδησία και πρόσφερε τις υπηρεσίες του, σε όλους τους τομείς λειτουργίας της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης, ασκώντας και βοηθητικά διοικητικά καθήκοντα, αλλά και καθήκοντα σχετικά με τη λειτουργία και το χειρισμό των μηχανών του εργοστασίου, όπως σαφώς κατέθεσε ο εργαζόμενος στο ίδιο εργοστάσιο, Κ. Θ., τόσο ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να εγκατέλειψε αυτοβούλως τα πολλαπλά καθήκοντά του, για να ασχοληθεί, αν και δεν όφειλε, με τον καθαρισμό των ηλιακών συλλεκτών και μάλιστα να συνεχίσει να ασχολείται, ακόμα και όταν ο Χ. Κ. αποχώρησε παροδικά από τη στέγη. Πολύ δε περισσότερο που, όπως οι εναγόμενοι εκθέτουν στις προτάσεις τους, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου αυτού, ο δεύτερος εναγόμενος είπε στον Α. Α. να δώσει τις κατάλληλες σκούπες πλυσίματος στον Χ. Κ. και, στη συνέχεια, να προσέλθει στο γραφείο του, για να οργανώσουν το πλάνο εργασιών της τρέχουσας εβδομάδας . Δεν συνάδει, επομένως με την υπευθυνότητα που τον διέκρινε, ο Α. Α., αν και γνώριζε ότι ο προϊστάμενός του τον ανέμενε στο γραφείο του, να σπεύσει να απασχοληθεί, εν αγνοία του προϊσταμένου του και για άγνωστο χρόνο με άλλη εργασία, η οποία είχε ανατεθεί σε άλλο εργαζόμενο. Εκτός τούτου, όπως ο Χ. Κ. κατέθεσε, εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο και των δυο πιο πάνω ποινικών Δικαστηρίων, ήταν η πρώτη φορά που αυτός αναλάμβανε την εργασία του καθαρισμού των φωτοβολταϊκών και επειδή δεν γνώριζε τον τρόπο που θα έπρεπε να εργαστεί ο Α. Α. θα του έδειχνε πώς θα τα καθάριζε, όχι όμως ότι θα τον βοηθούσε στο πλύσιμο . Τον ίδιο ισχυρισμό υιοθετούν και οι εναγόμενοι, αρνούμενοι όμως ακόμα και ότι έδωσαν εντολή στον Α. Α. να δείξει στον Χ. Κ. τον τρόπο πλυσίματος, επικαλούμενοι ότι ο ως άνω περιγραφόμενος τρόπος πλυσίματος, καθιστά τη συγκεκριμένη εργασία απλή και δυνάμενη να εκτελεσθεί από ένα μόνο άτομο. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως ανακριβής, διότι δεν είναι δυνατόν ο δεύτερος εναγόμενος να ανέθεσε μια επίπονη και καθόλου απλή εργασία καθαρισμού 348 ηλιακών συλλεκτών, μόνο στο Χ. Κ., ο οποίος δεν είχε ασχοληθεί στο παρελθόν με το πλύσιμό τους, χωρίς καν να τον ενημερώσει για τον τρόπο πλυσίματος και να μην κάλεσε και τον Α. Α., ο οποίος είχε επιμεληθεί του πλυσίματος των φωτοβολταϊκών, τουλάχιστον δυο φορές, σε πολύ πρόσφατο χρόνο στο παρελθόν, λαμβανομένου υπόψη ότι από την ενεργοποίηση της σύνδεσής τους έως το χρόνο του ατυχήματος, μεσολάβησε χρονικό διάστημα μόλις 20 μηνών να είναι, αν μη τι άλλο, παρών, για να του δείξει τον σωστό τρόπο πλυσίματος και να του προσφέρει, ως έμπειρος, κάθε βοήθειά του. Σε κάθε περίπτωση, από την ύπαρξη του καθαριστή τζαμιών, ο οποίος στις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες εμφανώς εμφαίνεται να έχει αφεθεί στο κεκλιμένο διάδρομο, από όπου ο Α. έχασε την ισορροπία του και κυρίως από το γεγονός ότι ο θανών, κατά το χρόνο της πτώσης του, κρατούσε το λάστιχο ποτίσματος και μάλιστα το συμπαρέσυρε, κατά την πτώση του στο έδαφος, πιθανόν προσπαθώντας να κρατηθεί από αυτό αποδεικνύει ότι ο Α. εργαζόταν και μετά την αποχώρηση του Κ. στον πλύσιμο των κατόπτρων . Επιπλέον, σύμφωνα με την κατάθεση του Χ. Κ., ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, όταν περί ώρα 09:00' κλήθηκε να μεταβεί στο χώρο του εργοστασίου και αποχώρησε από την οροφή, βρισκόταν στη δεύτερη σειρά των φωτοβολταϊκών και είχε αποπερατώσει το πλύσιμο 15-20 ηλιακών συλλεκτών. Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης κατέθεσε ότι είχε καθαρίσει 15-20 φωτοβολταϊκά, χωρίς να διευκρινίσει σε ποια σειρά βρισκόταν. Οι καταθέσεις του αυτές είναι ανακριβείς, διότι όπως εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες λήφθηκαν μετά από το ατύχημα, η βούρτσα που χρησιμοποιείτο παρέμεινε εναποθετημένη σε ένα ηλιακό συλλέκτη, στην αρχή της τρίτης, από βορρά προς νότο, σειράς των κατόπτρων, που σημαίνει ότι ήδη είχε ολοκληρωθεί το πλύσιμο δυο σειρών (η πρώτη από βορρά προς νότο σειρά στη στέγη του εργοστασίου αποτελείται από 33 συλλέκτες και κάθε μια των υπολοίπων στην ίδια στέγη από 32 συλλέκτες). Το ότι ήταν αδύνατον να είχε ολοκληρώσει το πλύσιμο των ανωτέρω ηλιακών συλλεκτών μέσα σε λιγότερο από τριάντα λεπτά, εργαζόμενος μόνος τους, όπως ο ίδιος και οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας από την υπ' αριθμ. 26.739/1.11.2012 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Α. του Γ., που κατέθεσε με επιμέλεια των εναγόμενων, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κ. Σ., η οποία συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων . Σε αυτή ο Α. Α., ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης της εταιρίας, που, στα πλαίσια σχετικής σύμβασης, στέλνει συνεργείο για τον καθαρισμό του φωτοβολταϊκού πάρκου της πρώτης εναγόμενης, κατέθεσε ότι το συνεργείο αυτό αποτελείται πάντα από δυο άτομα, για εξοικονόμηση χρόνου, διότι, αν έστελνε ένα άτομο, ο καθαρισμός δεν θα ολοκληρωνόταν σε μια εργάσιμη ημέρα, λόγω του μεγάλου αριθμού των κατόπτρων, ενώ με την ταυτόχρονη εργασία δυο ατόμων, σε διαφορετικά σημεία της στέγης, μπορεί να ολοκληρωθεί εντός 4-5 ωρών . Με δεδομένο, επομένως, ότι ο παντελώς άπειρος Κ., δεν θα μπορούσε να έχει την ίδια απόδοση, με αυτή των δυο εξειδικευμένων στον καθαρισμό των φωτοβολταϊκών και εξοπλισμένων με επαγγελματικά μέσα καθαρισμού, εργαζομένων του συνεργείου καθαρισμού, η εντός τριάντα λεπτών ολοκλήρωση του πλυσίματος δύο σειρών προϋποθέτει, κατά λογική αναγκαιότητα, τη σύμπραξη δυο ατόμων, δηλ. του Α. και του Κ. . Τα ως άνω αποδειχθέντα δεν μπορούν να αντικρουστούν ικανά από την προανακριτική κατάθεση του εργαζόμενου Ν. Σ., ούτε από τις καταθέσεις (ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και των ποινικών Δικαστηρίων) του εργαζόμενου Κ. Θ., οι οποίοι δεν κατέθεσαν κάτι συγκεκριμένο, εκτός του ότι αντιλήφθηκαν τον Α. στην οροφή, από την εικασία της πιο πάνω τεχνικής επιθεωρήτριας Α. Κ., που διατύπωσε στην έκθεσή της, ότι ο Α. ανέβηκε την ταράτσα "πιθανόν λόγω του ζήλου του και του ενδιαφέροντός του", ούτε από το περιεχόμενο του ρεπορτάζ του τηλεοπτικού σταθμού "...", λίγες ώρες μετά το ατύχημα, στο οποίο φιλοξενήθηκαν δηλώσεις του προέδρου του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου, Σ. Β., σύμφωνα με τον οποίο δεν εντοπίστηκε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα στην ασφάλεια του εργοστασίου, αφού, πρωτίστως, σύμφωνα με την έκθεση επιθεώρησης, η έλλειψη των ανωτέρω εκτεθέντων μέτρων ασφαλείας, η οποία αιτιωδώς συνδέεται με το επίδικο εργατικό ατύχημα, πράγματι εντοπίστηκε. Επιπλέον τούτων, από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε και η συνυπαιτιότητα του θανόντα, ο οποίος, αν και γνώριζε πολύ καλά την οροφή και την κατασκευή της, αμελώς πάτησε επάνω στο διαφώτιστο φύλλο. Τούτο, διότι, όπως όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν κατά την πτώση του το σώμα του Α. δεν ήταν κάθετο σε σχέση με το έδαφος αλλά οριζόντιο, που σημαίνει ότι το διαφώτιστο φύλλο δεν έθραυσε επειδή ο Α. το πάτησε, αλλά επειδή επέπεσε σε αυτό με το σώμα του, λόγω της απώλειας της ισορροπίας του, οφειλόμενη είτε σε παραπάτημά του, είτε σε διολίσθησή του στο ξύλινο κεκλιμένο διάδρομο. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ιατροδικαστική έκθεση, στην οποία προσδιορίζεται, ως αιτία του θανάτου του, οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, λόγω των πολλαπλών εκτεταμένων συντριπτικών καταγμάτων στο θόλο του κρανίου, ενώ στα κάτω άκρα τα οποία, σε μια κάθετη πτώση, θα έπρεπε να πληγούν με συντριπτικά κατάγματα, ανευρέθηκαν μόνο εκδορές και κάταγμα στη δεξιά κνήμη . Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι, σε κάθε περίπτωση, ο Α. Α. όφειλε στα πλαίσια της υποχρέωσής του για μη αυτοδιακινδύνευση, να είχε λάβει ο ίδιος τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα, για την ατομική ασφάλειά του είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι εναγόμενοι ουδέποτε έθεσαν στη διάθεσή του τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό (κράνος και ιμάντα ασφαλείας), τον οποίο θεωρούσαν περιττό για τη συγκεκριμένη εργασία, όπως οι ίδιοι αναφέρουν [...] " . Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιοι στην επέλευση του επίδικου εργατικού ατυχήματος ήταν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, η μεν πρώτη ως εργοδότρια του θανόντος, ο δε δεύτερος, ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και, μετά ταύτα, απέρριψε, ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, τον αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής ισχυρισμό τους, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος, καθώς και την ένσταση συνυπαιτιότητας αυτού, στην επέλευση του ατυχήματος και στον θανάσιμο τραυματισμό αυτού, κατά ποσοστό 95%, την οποία επικουρικά προέβαλαν, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με συνοπτικού περιεχομένου δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με αναλυτική αναφορά στις κατατεθείσες στο ακροατήριο πρωτόδικες προτάσεις τους, επικυρώνοντας, ως προς το ζήτημα αυτό, την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου . Με τις κρίσεις του αυτές και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 του Α.Κ., 1 και 16 του Ν. 551/1915, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 662 του Α.Κ. [ ως και τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 10.5.4 και 14 παρ. 14.1 του Παραρτήματος Ι και 10 παρ. 10.4.3 του Παραρτήματος ΙΙ του π.δ/τος 16/1996 ], τις οποίες, αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, στις οποίες στηρίχθηκε, αναφορικά με ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου των αναιρεσειόντων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε . Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του δευτέρου αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρείας, εξειδίκευσε τις αόριστες νομικές έννοιες της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της συμπεριφοράς του και του προκληθέντος αποτελέσματος, δεχόμενο ότι η αμελής συμπεριφορά έγκειται στο ότι αυτός δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και ειδικότερα ότι, ενώ ήταν υποχρεωμένος, με βάση τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, για την προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, έτσι ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος και της παροχής των αναγκαίων μέσων, παρέλειψε να λάβει τα μέτρα αυτά και να παράσχει ατομικά μέσα προστασίας (ζώνη πρόσδεσης, κράνος), κατά την ανατεθείσα εργασία και δεν μερίμνησε μετά την κατασκευή των ξύλινων διαδρόμων κυκλοφορίας, δυτικά και έμπροσθεν κάθε σειράς φωτοβολταικών (οι οποίοι μάλιστα είχαν μικρότερο πλάτος από το νόμιμο), να έχει τοποθετηθεί κατάλληλη προστατευτική διάταξη στο διαφώτιστο διάζωμα, είτε με την τοποθέτηση κιγκλιδώματος ή δικτύου ασφαλείας περιμετρικά του ξύλινου διαδρόμου κυκλοφορίας, τα οποία θα απέτρεπαν την πτώση των εργαζομένων και ότι, συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρίας, για την οποία ευθύνεται παράλληλα και η τελευταία, επήλθε το θανάσιμο αποτέλεσμα του τραυματισμού του Α. Α.. Συγκεκριμένα, δε, το Εφετείο προσδιόρισε με σαφήνεια και χωρίς να υποπέσει σε καμία αντίφαση το είδος της εντολής που έδωσε ο δεύτερος των εναγομένων και ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων στον αποβιώσαντα, η οποία συνίστατο αφενός μεν στην επίβλεψη του Χ. Κ., για το λόγο ότι ο τελευταίος ασχολείτο πρώτη φορά με τον καθαρισμό των φωτοβολταικών, αφετέρου δε να παράσχει την συνδρομή του όπου αυτή χρειαζόταν και περιγράφει με λεπτομέρεια τον τρόπο καθαρισμού των κατόπτρων από τους ως άνω εργαζόμενους, χωρίς τούτο να δημιουργεί αντίφαση, καθόσον δεν αποκλείεται η δοθείσα εντολή να περιλαμβάνει τόσο την επίβλεψη του άλλου εργαζομένου, όσο και την παράλληλη παροχή συνδρομής, στην εκτέλεση της ανατεθείσας εργασίας από τον επιβλέποντα. Σε κάθε περίπτωση και καθο μέρος οι αναφερόμενες στον παραπάνω δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Δικαστήριο στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του δευτέρου των αναιρεσειόντων, τα οποία, ομοίως, δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά. Εξάλλου, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της κατά τα άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος, δηλαδή του θανάσιμου τραυματισμού του Α.Α. θεμελιώνεται στο ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο δεύτερος των αναιρεσειόντων δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, έτσι ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος και της παροχής των αναγκαίων μέσων, γεγονός το οποίο, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανό (πρόσφορο) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο όντως επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ως άνω παραλείψεις αποτέλεσαν πράγματι και την αιτία του θανάσιμου τραυματισμού του Α. Α., κατά την εκτέλεση του ανατιθεμένου (και) σε αυτόν έργου, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν ελέγχεται αναιρετικά. Τέλος, το ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Α. Α. συνέχισε μόνος του, μετά την αποχώρηση του Χ.Κ. το ανατεθέν έργο καθαρισμού των φωτοβολταικών και ότι μετά την πάροδο ελάχιστων λεπτών απώλεσε την ισορροπία του και κατέπεσε από τη στέγη στο έδαφος, δεν μπορεί αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να οδηγήσει στην διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του δευτέρου των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος . Ειδικότερα, ο Α. Α., ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ήταν έμπειρος και είχε επιμεληθεί του πλυσίματος των φωτοβολταικών στο πρόσφατο παρελθόν, συνέχισε την εργασία που του είχε ανατεθεί, όχι με προσωπική επιλογή του αλλά διότι ο Χ. Κ. αποχώρησε από την στέγη του εργοστασίου, κατ' εντολήν της εργοδότριας εταιρείας, προκειμένου να εκτελέσει άλλη, περιορισμένης διάρκειας εργασία, με την προοπτική να επιστρέψει . Επομένως, εφόσον το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, από τους αριθμούς 1 εδαφ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, για ευθεία παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (Ολ. Α.Π. 2/2008). Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 60/2022, Α.Π. 1373/2022, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 1512/2014, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 208/2011) . Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το οικείο αυτού σκέλος, λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες διατυπώνουν την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ) . Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται στο ότι, ακόμα και εάν ο αποβιώσας είχε λάβει την εντολή να καθαρίσει με τον υπάλληλο Χ. Κ. τα κάτοπτρα, δεν θα είχε προβεί στον αδέξιο χειρισμό, αν ανέμενε αυτόν να επιστρέψει από την ολιγόλεπτη εργασία του, ώστε να χειρίζεται ο καθένας από ένα εργαλείο . Ότι, καίτοι ο θανών είχε σαφή γνώση της οροφής και της κατασκευής της, επέλεξε να καθαρίσει τη σειρά των κατόπτρων που βρίσκονταν στην άκρη της οροφής, ενώ αν είχε συνεχίσει, μετά την αποχώρηση του ετέρου υπαλλήλου, την εργασία καθαρισμού, σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της οροφής, ακόμα και σε περίπτωση αδέξιου χειρισμού των εργαλείων, η πτώση του θα γινόταν στον ξύλινο διάδρομο, που είχε προβλεφθεί και κατασκευαστεί για τη διέλευση και προστασία των εργαζομένων. Ότι, ακριβώς λόγω της αποδεδειγμένης εμπειρίας του, όφειλε να λαμβάνει τις απαραίτητες προφυλάξεις, για την προσωπική του ασφάλεια και να απέχει από την εργασία καθαρισμού, ιδίως μετά την αποχώρηση του εν λόγω υπαλλήλου, ενόψει και του ότι γνώριζε, από την προηγούμενη εμπειρία του, ότι η σκεπή ήταν επικλινής και ότι, στο σημείο εκείνο, στην άκρη της σειράς των κατόπτρων, δεν υπήρχε κιγκλίδωμα και ήταν, συνεπώς, προφανές ότι υπήρχε κίνδυνος πτώσης του. Ότι, ενώ είχε απομείνει μόνος στη στέγη, εξακολούθησε την εργασία καθαρισμού και επιχείρησε να συντονίσει και τα δύο εργαλεία καθαρισμού (μαλακιά βούρτσα και καθαριστή τζαμιών), με αποτέλεσμα να πέσει, λόγω της στιγμιαίας απώλειας της ισορροπίας του και της ανυπαρξίας των κατά νόμο αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, από το συγκεκριμένο σημείο της στέγης και να τραυματιστεί θανάσιμα, θέτοντας έτσι εν γνώσει του τον εαυτό του σε αυτοδιακινδύνευση, κατά παράβαση του άρθρου 114 παρ. 5 του π.δ/τος 1073/1981. Τους ίδιους ως άνω ισχυρισμούς προέβαλαν οι αναιρεσείοντες, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, και για τη θεμελίωση της ένστασης του οικείου πταίσματος του θανόντος (άρθρο 300 Α.Κ.) στο ένδικο ατύχημα. Ωστόσο, οι παραπάνω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, με την έννοια που προεκτέθηκε και συγκεκριμένα διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη αιτιάσεις, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορούν την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και την διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν . Επομένως, υπό το περιεχόμενο αυτό, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την, από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος . Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, περί του ότι ο Α. Α., με τις ενέργειές του, συνετέλεσε στον θανάσιμο τραυματισμό του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος . Και τούτο διότι το Εφετείο, με τις παραδοχές ότι: " ... από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε και η συνυπαιτιότητα του θανόντα, ο οποίος, αν και γνώριζε πολύ καλά την οροφή και την κατασκευή της, αμελώς πάτησε επάνω στο διαφώτιστο φύλλο ... Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι σε κάθε περίπτωση, ο Α. Α. όφειλε, στα πλαίσια της υποχρέωσής του για μη αυτοδιακινδύνευση, να είχε λάβει ο ίδιος τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα, για την ατομική ασφάλειά του, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι εναγόμενοι ουδέποτε έθεσαν στη διάθεσή του τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό (κράνος και ιμάντα ασφαλείας), τον οποίο θεωρούσαν περιττό για τη συγκεκριμένη εργασία, όπως οι ίδιοι αναφέρουν ...", δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες, αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την, εκ του άρθρου 300 του Α.Κ., ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντα στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και δη κατά ποσοστό 95%, την οποία παραδεκτώς προέβαλαν οι εναγόμενοι, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφεραν με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους . Κατά το μέρος δε, που, οι διαλαμβανόμενες ως άνω αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην παραπάνω διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) . Αυτονόητη προϋπόθεση της παραβίασης της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, κατά τον προσδιορισμό της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου, της ψυχικής οδύνης) από αδικοπραξία (άρθρο 932 του Α.Κ.) και συνακόλουθα ίδρυσης του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, είναι ο καθορισμός αυτής είτε σε ιδιαίτερα χαμηλά, είτε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα να έγινε από το δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μετά από έρευνα από αυτό της ουσίας της διαφοράς κατά το εν λόγω κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης και, αφού το τελευταίο έλαβε υπόψη του, με βάση τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική, προσωπική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς, όμως, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού να τηρήσει την ως άνω αρχή (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 170/2020, Α.Π. 989/2018 Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2017). Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει μεταβιβασθεί σε αυτό, με λόγο έφεσης, το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που αφορά το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης) από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συνακόλουθα αυτό δεν κατέστη αντικείμενο της έκκλητης δίκης, με συνέπεια να περιορισθεί στο να προσδιορίσει το ύψος αυτής στο ποσό που είχε πρωτοδίκως επιδικασθεί, χωρίς περαιτέρω να προβεί στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ως προς το κεφάλαιο αυτό . Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι δεν είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με λόγο έφεσης το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που αφορούσε την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση στους αναιρεσίβλητους, προς αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης από τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου και πατέρα αυτών στο πιο πάνω εργατικό ατύχημα, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, κατά τον προσδιορισμό των οφειλομένων σε αυτούς ποσών, καθότι δεν έλαβε υπόψη του τις επιμέρους συνθήκες του ατυχήματος και την οικονομική καταστροφή των αναιρεσειόντων, από την επιδίκαση τόσο υψηλών ποσών, ισχυρισμό που αυτοί πρότειναν και με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου . Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν είχε προσβληθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, που επιδικάσθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν τη διαφορά, ως προς το κεφάλαιο αυτό και περιορίστηκε (προφανώς για το ενιαίο του τίτλου της εκτέλεσης) στο να προσδιορίσει τα ποσά αυτής, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, στο ίδιο ύψος με αυτά που είχαν πρωτοδίκως γίνει δεκτά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της αναιρεσιβαλλόμενης. Επισημαίνεται ότι η επίκληση της αρχής της αναλογικότητας με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προϋποθέτει, σε κάθε περίπτωση, ότι το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης είχε μεταβιβασθεί με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και, συνακόλουθα, είχε ήδη καταστεί αντικείμενο της έκκλητης δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ. Α.Π. 23/2008). Για να στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης και όχι να την έχει απορρίψει ως απαράδεκτη ή νομικά αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει στην έρευνα πραγματικών περιστατικών (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1498/2021, Α.Π. 496/2020, Α.Π. 633/2017 Α.Π. 446/2004), το ίδιο δε ισχύει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς επί συγκεκριμένου κεφαλαίου, μετά από κρίση ότι αυτό δεν είχε μεταβιβασθεί ενώπιόν του, στο πλαίσιο του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διαλαμβανόμενο στο λόγο αυτό έγγραφα, που αφορούσαν την οικονομική κατάσταση των αναιρεσειόντων (ισολογισμούς εταιρικών χρήσεων της πρώτης εξ αυτών, σημειώματα τραπεζικής ενημερότητας της πρώτης εξ αυτών, βεβαίωση μισθοδοσίας, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του δευτέρου εξ αυτών, κ.λ.π.), που επικαλέστηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν, τα οποία ήταν ουσιώδη για την έρευνα της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και συνακόλουθα για τον προσδιορισμό του ύψους των χρηματικών ποσών, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία, εάν ελάμβανε υπόψη, θα οδηγείτο σε διαφορετική κρίση, ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, άλλως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά . Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν είχε προσβληθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάσθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν τη διαφορά, ως προς το κεφάλαιο αυτό και περιορίστηκε (προφανώς για το ενιαίο του τίτλου της εκτέλεσης) στο να προσδιορίσει τα ποσά αυτής στο ίδιο ύψος με αυτά που είχαν πρωτοδίκως γίνει δεκτά . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ " Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 12/2000) . Υπό τον όρο " απαράδεκτο " νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Α.Π. 69/2022, Α.Π. 504/2018, Α.Π. 516/2018 Α.Π. 862/2011), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 400/2022, Α.Π. 1274/2021) . Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων, καθώς και των προσθέτων λόγων έφεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης . Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως " πράγματα " θεωρούνται οι νόμιμοι παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. "Πράγμα", επομένως, είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι επιμέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (Ολ. Α.Π. 22/2005, Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997 , Α.Π. 1516/2021, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 845/2011), όχι όμως και οι αρνητικοί της διαφοράς ισχυρισμοί, που δεν έχουν αυτοτέλεια, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ. Α.Π. 469/1984) . Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου . Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (Α.Π. 261/2012) . Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 του ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης, με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης, έξω από τα όρια αυτής ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης συνιστούν πλημμέλειες, που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος, που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (Α.Π. 231/2021, Α.Π. 782/2019, Α.Π. 207/2017, Α.Π. 1344/2015), εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ. Α.Π. 22/2005) . Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι στο πλαίσιο του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, όταν προσβάλλεται απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με λόγο έφεσης, που αφορά τη συνδρομή συνυπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευση του ατυχήματος ή των συνεπειών του ή μεταβολή του ποσοστού αυτής, σε σχέση με τα όσα έγιναν πρωτοδίκως δεκτά, συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ακόμα και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, υπό την έννοια ότι η ουσιαστική παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του λόγου έφεσης, ως προς την συνδρομή συνυπαιτιότητας ή η μεταβολή του ποσοστού αυτής, σε σχέση με τα όσα έγιναν πρωτοδίκως δεκτά, επάγεται αναγκαίως τη μεταβολή του ποσού της επιδικαστέας αποζημίωσης/χρηματικής ικανοποίησης, ενόψει του ότι ο εκκαλών (ζημιώσας) προβάλλοντας λόγο έφεσης, αναφορικά με τη συνδρομή συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του παθόντος ή αύξηση του ποσοστού αυτής, επιδιώκει όχι μόνο την κήρυξη του παθόντος (ζημιωθέντος) ως συνυπαιτίου στην έκταση της βλάβης ή των συνεπειών της, κατά το αιτούμενο ποσοστό, αλλά, παράλληλα, και στη μείωση του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης / χρηματικής ικανοποίησης . Διαφορετικά θα προέκυπτε το παράδοξο αποτέλεσμα, να αναγνωρίζεται, κατά παραδοχή του σχετικού κεφαλαίου της έφεσης, ο παθών συνυπαίτιος του ατυχήματος ή των συνεπειών αυτού ή να μεταβάλλεται (αυξάνεται) το ποσοστό αυτής και παρόλα αυτά να μη θίγεται το κεφάλαιο της πρωτοδίκως επιδικασθείσας αποζημίωσης / χρηματικής ικανοποίησης, γιατί δεν προσβλήθηκε το τελευταίο με ειδικό λόγο έφεσης (Α.Π. 600/2021, Α.Π. 632/2010, Α.Π. 442/2002) . Η κατά τα άνω μείωση, όμως, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του ποσού της επιδικασθείσας αποζημίωσης, κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του παθόντος ή ο περιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω του βαθμού συνυπαιτιότητας του παθόντος, σε σχέση με τα όσα έγιναν πρωτοδίκως δεκτά, τελεί υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση να γίνει δεκτός, ως κατ' ουσίαν βάσιμος, ο λόγος έφεσης, σχετικά με τη συνδρομή συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του ζημιωθέντος ή να αυξηθεί το ποσοστό αυτής, σε σχέση με τα όσα είχαν γίνει πρωτοδίκως δεκτά, διότι μόνο στην περίπτωση αυτή η συντρέχει ο ανωτέρω δικαιολογητικός λόγος, που επιβάλλει την αλλαγή της επιδικασθείσας αποζημίωσης/χρηματικής ικανοποίησης, σε σχέση με τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά . Σε διαφορετική περίπτωση, δεν καταλείπεται έδαφος αυτοτελούς έρευνας της διαφοράς, ως προς το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης / χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον με την έφεση δεν έχει προσβληθεί αυτοτελώς, με κύριο ή πρόσθετο λόγο, το κεφάλαιο αυτό . Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι δεν είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με λόγο έφεσης, το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που αφορούσε την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση στους αναιρεσίβλητους, προς αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης, από τον αιφνίδιο θάνατο του συζύγου και πατέρα αυτών στο πιο πάνω εργατικό ατύχημα, αφενός μεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό των οφειλομένων σε αυτούς ποσών, αφετέρου δε εσφαλμένως έκρινε ότι η υπόθεση δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο και κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, καθότι με τον πρώτο λόγο έφεσης ζητήθηκε η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων, ως προς τη συνδρομή αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια το θάνατο αυτού, άλλως ως προς τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος σε ποσοστό 95% στο πρόσωπο αυτού, με συνέπεια να έχει μεταβιβασθεί στο Εφετείο και το κεφάλαιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ανεξαρτήτως του ότι αυτό δεν είχε προσβληθεί ειδικά με λόγο έφεσης . Περαιτέρω, με τον όγδοο και τελευταίο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι αφενός μεν, παρά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν έλαβε υπόψη των ισχυρισμό αυτών περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, ως προς το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των αναιρεσίβλητων, τον οποίο επικαλέστηκαν με τις προτάσεις αυτών, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, αν και μειώθηκαν τα ποσά της επιδικασθείσας αποζημίωσης, για την απώλεια της οφειλόμενης διατροφής των ανηλίκων θυγατέρων από τον πατέρα τους, λόγω του θανάτου αυτού και αφετέρου ότι εσφαλμένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των αναιρεσίβλητων, αν και με τον πρώτο λόγο έφεσης αυτών ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων, ως προς τη συνδρομή αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια το θάνατο αυτού, άλλως, ως προς τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος, κατά ποσοστό 95%, στο πρόσωπο αυτού, επιδιώκοντας συγχρόνως τη μείωση της επιδικαζόμενης αποζημίωσης, με συνέπεια να έχει μεταβιβασθεί στο Εφετείο και το κεφάλαιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ανεξαρτήτως του ότι αυτό δεν είχε προσβληθεί ειδικά με λόγο έφεσης . Ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας αφορά διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και συνακόλουθα δεν ιδρύει λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ωσαύτως, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ όγδοος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος πρέπει να απορριφθεί, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, με το να κρίνει ότι δεν είχε προσβληθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης και, συνακόλουθα να περιορισθεί στο να προσδιορίσει τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό του το ύψος αυτής στα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά, δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν το κεφάλαιο αυτό και, κατά συνέπεια, ορθώς δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με τον προβληθέντα με τις προτάσεις τους ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, αφού ενόψει των προαναφερθέντων (κρίση ότι το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης δεν είχε προσβληθεί με την έφεση) ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της έκκλητης δίκης. Η μείωση δε των ποσών της αποζημίωσης για στέρηση της οφειλόμενης διατροφής των θυγατέρων του θανόντος πατέρα τους, εξαιτίας του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος (επί των οποίων αξιώσεων η αρχή της αναλογικότητας δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής) έλαβε χώρα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι με τον δεύτερο λόγο της από 16-09-2019 και με αριθ. καταθ. 1/17-09-2019 έφεσης των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι επικαλούμενοι τις κατ' αυτούς διατροφικές ανάγκες των αναιρεσίβλητων και τις οικονομικές δυνατότητες της μητέρας τους, έπλητταν την εκκαλουμένη απόφαση ειδικά κατά το εν λόγω κεφάλαιο στην ουσία . Τέλος, οι από τους αριθμούς 14 και 8 έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον πρώτο λόγο έφεσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευση του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι το εν λόγω εργατικό ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων, με συνέπεια να μην καταλείπεται έδαφος αυτοτελούς έρευνας του κεφαλαίου της επιδικασθείσας σε βάρος αυτών χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των αναιρεσίβλητων, ως προς το ύψος αυτής, κρίνοντας έτσι ορθά ότι το κεφάλαιο αυτό δεν είχε προσβληθεί (αυτοτελώς) με λόγο έφεσης . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο που επιδίκασε στην ενάγουσα, υπό την ιδιότητα αυτής ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων θυγατέρων της και για λογαριασμό αυτών, αποζημίωση λόγω στέρησης της οφειλομένης από τον θανόντα πατέρα τους διατροφής, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά . Ενόψει δε του ότι η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνηση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή κατά το μέρος αυτό και, στη συνέχεια, να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη η αγωγή κατά το κεφάλαιο καταβολής αποζημίωσης στην ενάγουσα υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά της λόγω στέρησης της οφειλόμενης από τον θανόντα διατροφής των ανηλίκων θυγατέρων του, στο πλαίσιο του, από το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ανεξαρτήτως του ότι με το σχετικό (δεύτερο) λόγο της από 16-09-2019 και με αριθ. καταθ. 1/17-09-2019 έφεσης, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες περιορίσθηκαν στο να προσβάλλουν μόνο την επί της ουσίας κρίση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς το κεφάλαιο αυτό. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της μερικής ήττας αυτών, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 178 παρ. 1, 183 εδαφ. β' και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 41/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδίκασης αποζημίωσης, λόγω στέρησης της οφειλόμενης διατροφής των αναιρεσιβλήτων ανηλίκων τέκνων Σ. και Μ. Α., παρά του αποβιώσαντος πατέρα τους Α. Α.. Κρατεί και δικάζει την από 12-03-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...16-06-2015 αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό . Απορρίπτει την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό. Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ . ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ