Αριθμός 1797/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Κ., κατοίκων ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. συζύγου Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μ. Π. και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση που ανακάλεσε την από 4/9/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5/4/2012 και από 29/5/2012 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4585/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 22/11/2017 αίτησή τους και τους από 26/12/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 390/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2/5/2019 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1024/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 13/9/2021 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται προς συζήτηση 1) η από 22-11-2017 αίτηση αναίρεσης και 2) οι από 26-12-2018 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως που στρέφονται κατά της 4585/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί παραδεκτά, με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 31-12-2018, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναιρέσεως δικάσιμο (4-12-2019), απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί απαραδέκτου των πρόσθετων αυτών λόγων, κατ` άρθρο 28 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), διότι κατατέθηκαν από τον δικηγόρο Κ. Π. ο οποίος είναι διορισμένος στο Εφετείο, καθώς, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 4194/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 του Ν.4205/2013, ο δικηγόρος που είναι διορισμένος σε κατώτερο δικαστήριο, όπως ο προαναφερόμενος, δύναται να συντάσσει, υπογράφει και καταθέτει ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα που απευθύνονται ενώπιον ανώτερων δικαστηρίων, συνεπώς και δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτήν, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 478/1981). Αρχικά η συζήτηση των ανωτέρω αναβλήθηκε με την 390/2019 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αναφορικά με το εάν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας διαδίκου, ο οποίος, ενώ αθωώθηκε αμετάκλητα από ποινικό δικαστήριο για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, υποχρεώνεται σε αστική αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το αδίκημα, η οποία ήδη εξέδωσε επί του ζητήματος αυτού την 4/2020 απόφασή της. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 2-5-2019 κλήση του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1025/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 13-9-2021 κλήση του. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, κατά την οποία, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ` ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, που υπάγεται, κατά το άρθρο 17Α του ΚΠολΔ, στην καθ` ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.ΑΠ 5/2003, ΑΠ 382/2010, ΑΠ 1192/2010, ΑΠ 298/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς που δίκασε ως Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε την καθ' ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Πειραιώς), ενώ έπρεπε να παραπέμψει την ένδικη υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ'ύλη Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με την δική του υλική αρμοδιότητα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής". Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ. Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας. Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα. Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.). Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ' ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, ενώ στην πολιτική δίκη για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. 'Ετσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφονται το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθόσον για την επιδίκαση αποζημιώσεως σε βάρος τους καταλόγισε σ'αυτούς αξιόποινη συμπεριφορά για τα ίδια, κατά τα κρίσιμα και ουσιώδη σημεία, πραγματικά περιστατικά, για τα οποία επανειλημμένα αθωώθηκαν από τα ποινικά δικαστήρια, δημιουργώντας τόσο άμεσα, όσο και έμμεσα υπόνοιες και αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη αθώωσή τους, μη σεβόμενο κατ'αυτό τον τρόπο το τεκμήριο αθωότητάς τους. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος τα ακόλουθα: "... ... Ωστόσο αναφορικά με τον επιτρεπτώς προβληθέντα από τους εκκαλούντες κατ' εκτίμηση των προτάσεών τους οψιγενή ισχυρισμό ότι μετά τη συζήτηση και την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκαν, καθαρογράφηκαν και έγιναν αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις με τις οποίες έχουν ήδη αθωωθεί αμετακλήτως και για τις αδικοπραξίες που περιλαμβάνονται στις ένδικες αγωγές με τις προσκομισθείσες από τους εναγομένους αμετάκλητες αποφάσεις με αριθμούς 334/2013 και 335/2013 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς και 17, 35, 39, 42/2015 του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, πρέπει να σημειωθεί ότι από την επισκόπηση των εν λόγω αποφάσεων προκύπτει ότι οι εναγόμενοι αθωώθηκαν κατά πλειοψηφία και ειδικότερα στις υπ' αριθμ. 334/2013 και 335/2013 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς λόγω έλλειψης δόλου, δηλαδή λόγω έλλειψης του υποκειμενικού στοιχείου των αξιοποίνων πράξεων και όχι λόγω μη στοιχειοθέτησης της αντικειμενικής υποστάσεως των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων και στην υπ' αριθ. 17, 35, 39, 42/2015 του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς ως προς την ψευδή καταμήνυση που αποδιδόταν στον πρώτο εναγόμενο λόγω αμφιβολιών ως προς την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως και ομοίως ως προς την δεύτερη εναγομένη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα λόγω ελλείψεως δόλου. Επομένως αποδείχθηκε ότι ως προς την από η από 5-4-2012 με γενικό αριθμό κατάθεσης 2674/2012 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 168/2012 αγωγή συντρέχουν στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή της αξιόποινης πράξης της παραβίασης της επαγγελματικής εχεμύθειας και στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα. Εκ της ως άνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγόμενων ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, συνισταμένη στην ψυχική και ηθική ταλαιπωρία που υπέστη κατά την εμπλοκή του με δικαιοσύνη και από την δημοσιότητα που έλαβαν αυτά στον κοινωνικό και επαγγελματικό κύκλο του ενάγοντας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Επιπροσθέτως αποδείχθηκε ότι ως προς την από 29-5-2012 αγωγή με γενικό αριθμό κατάθεσης 4535/2012 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 240/2012 συντρέχουν στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης και στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα. Εκ της ως άνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγόμενων ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, συνισταμένη στην ψυχική και ηθική ταλαιπωρία που υπέστη κατά την εμπλοκή του με δικαιοσύνη και από την δημοσιότητα που έλαβαν αυτά στον κοινωνικό και επαγγελματικό κύκλο του ενάγοντας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις και λαμβανομένου υπόψη από το Δικαστήριο του συνόλου των περιστάσεων, του βαθμού πταίσματος της εναγομένης, του είδους της προσβολής, της βλάβης που προξενήθηκε στην τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, των συνθηκών τέλεσης της προσβολής, ενόψει και της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων πρέπει να υποχρεωθεί α) για την από 5-4-2012 αγωγή έκαστος των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και β) για την από 29-5-2012 αγωγή έκαστος των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, έστω και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων...". Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν συνεκτίμησε απλώς τις παραπάνω αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων χάριν του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, αλλά προέβη σε σχολιασμό αυτών, ερμηνεύοντας τους λόγους απαλλαγής των εναγομένων- τότε κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων και αποφάνθηκε έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας των ήδη αναιρεσειόντων για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκαν και αθωώθηκαν. Επομένως, το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμοι οι πρώτος λόγος της αναιρέσεως και τέταρτος πρόσθετος λόγος αυτής. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών (κύριων και πρόσθετων) λόγων αναιρέσεως από τους αριθμούς 1,5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί και η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 αρ.3ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106,176,183,189 αρ.1,191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμό 4585/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ' αυτούς παραβόλου. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ