Αριθμός 218/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Ν. Μ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Φωτόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. Του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, που κατοικοεδρεύει στην Μυτιλήνη, οι οποίοι ανωτέρω παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ, Θεόδωρο Ράπτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2006 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και την δια των προτάσεως ανταίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2008 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 11-5-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό. Παραμόρφωση όμως με την παραπάνω έννοια δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και αξιολογώντας το περιεχόμενό του οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων που εκφεύγει κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ τον αναιρετικό έλεγχο. 'Εγγραφα δε είναι μόνο αυτά τα οποία προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, όχι και τα διαδικαστικά. Όταν όμως σε εκκρεμή δίκη γίνεται επίκληση και προσκομιδή διαδικαστικού εγγράφου άλλης δίκης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση και προσκομίζεται προς απόδειξη κρίσιμου πραγματικού περιστατικού που πρέπει να αποδειχθεί στην εκκρεμή τότε το έγγραφο αυτό προσλαμβάνει το χαρακτήρα αποδεικτικού μέσου και η παραμόρφωσή του θεμελιώνει τον ως ανωτέρω λόγο αναιρέσεως. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι δεν είναι πρόσφορο το συγκριτικό στοιχείο που αναφέρεται στην 38/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, παρεμόρφωσε το περιεχόμενο της απόφασης αυτής διότι ενώ αυτή δέχεται ότι το προς σύγκριση ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή ... του οικισμού ... η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή ... της Κοινότητας ... Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να διαλάβει στην απόφασή του ότι το επικληθέν από την αναιρεσείουσα ως συγκριτικό στοιχείο για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και αναφερόμενο στην υπ' αριθμ. 38/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου ακίνητο βρισκόταν στην περιοχή ... της Κοινότητας ... και όχι στην περιοχή ... του οικισμού της ... δεν ανάγνωσε εσφαλμένα την απόφαση αυτή και δεν οδηγήθηκε σε διαγνωστικό σφάλμα. Τούτο δε, διότι η αναφορά του στο ακίνητο αυτό, που αφορούσε απαλλοτριωθέν ακίνητο στην περιοχή ... της ... είτε αυτή προσδιοριζόταν με τη γεωγραφική έννοια του οικισμού της ... είτε με την διοικητική έννοια της Κοινότητας ... γινόταν προδήλως στο απαλλοτριωθέν ακίνητο της υπ' αριθμ. 38/1997 ανωτέρω αποφάσεως, πολύ δε περισσότερο καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε, ότι δεν ταυτίζονται η περιοχή οικισμού ... και η περιοχή Κοινότητας ... επί πλέον δε ούτε ότι σε κάθε μία από αυτές υπήρχε ξεχωριστή θέση ..., με συνέπεια το ληφθέν υπόψη ως συγκριτικό στοιχείο ακίνητο να είναι διαφορετικό από το αναφερόμενο στην εν λόγω απόφαση. Επειδή ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα και δη τα αποδεικτικά κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, όχι όμως και τα διαδικαστικά έγγραφα της εκκρεμούς δίκης, τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως, ανεξαρτήτως του ότι στα πλαίσια της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων δέχεται ως αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, ή βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση συγκεκριμένων εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος ότι το επικληθέν ως συγκριτικό στοιχείο ακίνητο δεν είναι πρόσφορο προς σύγκριση, ως μη παρακείμενο με το απαλλοτριωθέν, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που η αναιρεσείουσα είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει ήτοι α) τη με αρ. 355/11.9.1995 απόφαση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του περιφερειακού Δ/ντή Χίου, όπου αναφέρεται η θέση του επικληθέντος συγκριτικού στοιχείου, β) τα με αριθ. Φ 913.3/1/1023Β/8.6.1990 και Φ 913.3/82/22902/5.12.1991 έγγραφα της 96 ΑΔΤΕ Χίου 4ο Επιτελικό Γραφείο από τα οποία αποδεικνύεται ότι τα ακίνητα στις θέσεις ... όπου το επίδικο και ... είναι γειτονικά και βρίσκονται εντός της ευρύτερης τουριστικής περιοχής ... πρώην κοινότητας ... και νυν Δήμου ... γ) τον κτηματολογικό πίνακα και σχεδιάγραμμα και δ) το από 16.11.1988 εξώδικο της αναιρεσείουσας προς τη Στρατιωτική Μονάδα ..., καθώς και τη με αριθ. .../30.11.1988 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Χίου … Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τα υπό στοιχεία α, β και γ έγγραφα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη γενική διαβεβαίωση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και ειδικότερα από την παρατιθέμενη σ' αυτή αιτιολογία δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και τα επίμαχα ως άνω, ενώ, όσον αφορά το υπό στοιχείο δ' έγγραφο, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί διαδικαστικών εγγράφων και όχι αποδεικτικών κατά την έννοια των άρθρων 339, 432-465 ΚΠολΔ. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε, μαζί με την σύμβαση, αρχικώς με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Εξ άλλου, στο άρθρο 13 παρ.1 εδ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΣΑ) όπως το εδάφιο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ.1 του ν. 3193/2003 ορίζεται ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου". 'Ετσι, ως κριτήριο διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής, και ο συντελεστής εμπορικότητας σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο. Αλλά η πιο πάνω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα τα λάβει υπόψη ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια, παρά μόνο παρέχει οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη γι' αυτό το σκοπό, αφού χρησιμοποιηθεί η λέξη ιδίως, κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό στοιχείο αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Εξ άλλου, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Αντιφατικότητα των αιτιολογιών η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 592/13.3.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Βόρειου Αιγαίου που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια, έκσταση συνολικού εμβαδού 1312 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου …και απεικονίζεται στο από 28.2.2006 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα. Η παραπάνω έκταση που απαλλοτριώθηκε αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 5.552,63 τ.μ. και έτσι μετά την απαλλοτρίωση του εν λόγω τμήματος απομένει υπόλοιπο 4.241 τ.μ. Η έκταση αυτή είναι χέρσα, επικλινής και άγονη και χρησιμοποιείται σήμερα ως βοσκότοπος. Επί της παραπάνω εκτάσεως δεν υπάρχουν επικείμενα. Περαιτέρω, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι μετά την απαλλοτρίωση του εδαφικού τμήματος των 1312 τ.μ. το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου εμβαδού 4.241 τ.μ. καθίσταται άχρηστο ή υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του και δεν θα χρησιμοποιείται στο μέλλον ως βοσκότοπος ή δεν θα μπορεί να ανεγερθεί κτίσμα επ' αυτού, καθ' όσον το εναπομένον τμήμα υπερβαίνει το όριο των τεσσάρων στρεμμάτων και έτσι είναι οικοδομήσιμο. Η υπ' αριθμ. 38/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, το απαλλοτριωθέν ακίνητο για το οποίο καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως με την απόφαση αυτή βρίσκεται σε άλλη περιοχή σε σχέση με το αναφερόμενο στην κρινόμενη αίτηση και συγκεκριμένα, το αναφερόμενο στην παραπάνω απόφαση, βρίσκεται στην περιοχή ... της Κοινότητας ... ενώ το απαλλοτριωθέν ακίνητο για το οποίο ζητείται να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος βρίσκεται στην περιοχή ... .... Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης από το Εφετείο της διατάξεως του άρθρου 13 παρ.1 του Ν. 2882/2001, διότι κατά τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ακινήτου της αναιρεσείουσας, δεν έλαβε υπόψη ως συγκριτικό στοιχείο, το ευρισκόμενο στη θέση ... της περιοχής ..., πρώην κοινότητας ... και νυν ... με την αιτιολογία ότι δεν ήταν παρακείμενο του απαλλοτριούμενου και στη θέση ... της αυτής περιοχής ευρισκόμενου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου. Εξ άλλου, μεταξύ της παραδοχής αναφορικά με το χαρακτήρα του απαλλοτριούμενου ως βοσκότοπου και εκείνης κατά την οποία το εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου εμβαδού 4.241 τ.μ. υπερβαίνει το όριο των τεσσάρων στρεμμάτων και έτσι είναι οικοδομήσιμο, δεν υπάρχει αντίφαση και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, και ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης διότι δεν αναφέρει την απόσταση της θέσης ... που βρίσκεται το συγκριτικό στοιχείο το αναφερόμενο στην 38/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και της θέσης ... που βρίσκεται το επίδικο απαλλοτριωθέν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί έλλειψης που ανάγεται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού ως άνω πορίσματος κατά το οποίο το απαλλοτριωθέν ακίνητο το αναφερόμενο στην ανωτέρω 38/1997 απόφαση, βρίσκεται σε άλλη περιοχή σε σχέση με το επίδικο. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και ιδιαιτέρα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ. ΑΠ 31/2005). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, ανακοπή και τριτανακοπή, αλλά και η αίτηση μειώσεως της ιδιαίτερης τιμής αποζημιώσεως, που καθορίστηκε για το απομένον τμήμα απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι με την από 27.9.2007 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου ζήτησαν α) να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του ακινήτου της αναιρεσείουσας που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω δημόσιας ωφέλειας με την υπ' αριθμ. 592/13.3.2006 απόφαση του γενικού Γραμματέα της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 263/5.4.2006 ΦΕΚ με δαπάνη του ΤΕΘΑ στο ποσό των πέντε ευρώ ανά τμ. Και β) να μειωθεί το ποσό της ιδιαίτερης αποζημίωσης στο 20% τουλάχιστον της αξίας της καθορισθησόμενης οριστικής τιμής της απολλοτριωτέας έκτασης. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τ' ακόλουθα αναφορικά με το υπό στοιχείο β' αίτημα της ένδικης αίτησης. "Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι μετά την απαλλοτρίωση του εδαφικού τμήματος των 1312 τμ. το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου εμβαδού 4.241 τμ. καθίσταται άχρηστο ή υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του και δεν θα χρησιμοποιείται στο μέλλον ως βοσκότοπος, ή δεν θα μπορεί να ανεγερθεί κτίσμα επ' αυτού, καθ' όσον, το εναπομένον τμήμα υπερβαίνει το όριο των τεσσάρων στρεμμάτων και έτσι είναι οικοδομήσιμο. Η καθ' ης η αίτηση ανταιτούσα ισχυρίζεται ότι το ως άνω απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου της, βρίσκεται στο μέσον του όλου ακινήτου, και έτσι αυτό (εναπομένον τμήμα) διασπάστηκε σε άλλα δύο τμήματα των 2.100 τμ. περίπου το καθένα, τα οποία είναι σχεδόν άχρηστα, ή υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας τους. Ο ισχυρισμός της αυτός ανατρέπεται από το κτηματολογικό διάγραμμα από το οποίο προκύπτει ότι το εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα, είναι ενιαίο, αδιαίρετο και συνεχόμενο και δεν διασπάται σε δύο τμήματα όπως αβάσιμα ισχυρίζεται". Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον στα πλαίσια του διατυπούμενου ως ανωτέρω υπό στοιχείο β' αιτήματος της ένδικης αίτησης δεν εμπεριέχεται αίτημα μη καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του ακινήτου και πρέπει επομένως, ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επειδή με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει κατά παραδοχή του έκτου λόγου της από 21.5.2009 αιτήσεως για αναίρεση της 240/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, να γίνει αυτή δεκτή κατά το μέρος αυτό και μόνο, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά διορθωτική με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012 στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας τους, όπως στο διατακτικό (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 240/2008 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ