Αριθμός 204/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Λεωτσάκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1563, 3890/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 6 Ιουλίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 436/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες: α) από 12-3-2012 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Σ. Γ. και β) οι με το ξεχωριστό από 6-7-2012, από τον αυτό κατηγορούμενο προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι, κατά της υπ' αριθμ. 3890/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι Ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3)οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους KΑΙ όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 3890/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, χωρίς μετατροπή. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, αφού στην αρχή του σκεπτικού παρέθεσε τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 28.9.2004 έως 31.12.2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν.3220/2004 με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών (Α', Β', Γ') διάφορα χρέη υπέρ του δημοσίου και ειδικότερα (βλ. σελ.40α - 40ζ) ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 102.392.657,91 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Ο ισχυρισμός του κατ/νου ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της οφειλής, αναιρείται από την με ημερομηνία 22.9.2009 αίτηση, προς την Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών, το γεγονός δε ότι στην αίτηση αναφέρεται ως κάτοικος ..., αποδεικνύει ότι υπάγεται στην Δ.Ο.Υ. Π. Φαλήρου δεν αναιρεί δε την υπαγωγή του στη Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών, στην οποία απήυθυνε τη σχετική πιο πάνω αίτηση, αναφέροντας ότι είναι φορολογούμενος στη Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών, με ΑΦΜ ... . Επίσης, στον πίνακα χρεών αναφέρεται η αιτία εκάστης οφειλής αναλυτικά και πρέπει οι προβαλλόμενοι από τον κατ/νο αυτοτελής ισχυρισμός να απορριφθούν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη. Επίσης ως αόριστος πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατ/νου ότι δυνάμει της 590/6.3.97 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, καθόσον δεν προσδιορίζεται η πορεία της πτωχευτικής διαδικασίας μέχρι σήμερα δεδομένου ότι με την υπ' αριθμ. 2959/97 απόφαση του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης και ο πτωχός ανέλαβε τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας". Ακολούθως, το δικάσαν δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πιο κάτω πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-2004 έως 31-12-2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών (Α', Β', Γ') διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. βιβλίου 1/2006) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 13/2/2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 102.392.657,91, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρέσεων τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 παρ.2 ΠΚ και αρθρ. 25 παρ.1,2,3 του Ν. 1882/90, όπως αντικ .με άρθρ. 23 Ν. 2523/97, 19 παρ.2 Ν. 2948/01 και αρθρ. 34 παρ.1γ' Ν. 3220/2004 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, - εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε χρέη που ήταν βεβαιωμένα προς το Δημόσιο, ατομικά, το ποσό κάθε οφειλής, η καθυστέρηση αυτού προς καταβολή πλέον των τεσσάρων (4) μηνών, το ποσό κάθε οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, η αιτία κάθε οφειλής και η γνώση αυτού για την ύπαρξη της οφειλής, καθώς και ο δόλος του για τη μη καταβολή της οφειλής του, γενικά δε, όλα τα στοιχεία που συνιστούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος. Είναι αβάσιμες οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ειδικότερα, ότι: 1) Το δικάσαν Δικαστήριο με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής στο πρόσωπό του πραγματικής πλάνης, που συνίσταται στο ότι τελούσε σε πλήρη άγνοια της υπάρξεως του χρέους μέχρι τις αρχές του έτους 2008 και ότι δεν έλαβε υπόψη του το εν λόγω Δικαστήριο την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπισεώς του, Γ. Α. ο οποίος κατέθεσε για την πραγματική αυτή του πλάνη. Η αιτίαση, όμως, αυτή είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, διότι αφενός στο προοίμιο του σκεπτικού αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό τις δικανικής κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου, αναφέρεται δε ρητά ότι έλαβε υπόψη για τον άνω σκοπό και την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα, για τον οποίο δεν ήταν απαραίτητη η ονομαστική αναφορά ούτε ήταν απαραίτητο να αναφέρει τι προκύπτει από καθένα χωριστά από τα μέσα αυτά, αφετέρου, από το σύνολο των αιτιολογιών της απορριπτικής του άνω ισχυρισμού διατάξεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν Δικαστήριο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό πόρισμα, λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνεται και η κατάθεση του άνω μάρτυρα. 2)ο χαρακτηριζόμενος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός "ως αυτοτελής", για άρση του καταλογισμού ελλείψει δόλου, λόγω πραγματικής και νομικής του πλάνης, όπως εκτίθεται, δεν είναι αυτοτελής, αλλά, τα παραπάνω αποτελούν άρνηση της κατηγορίας διότι, από την ΠΚ 31 παρ.2 κατά την οποία, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη αυτή και η πλάνη του ήταν συγγνωστή, προκύπτει ότι περίπτωση νομικής πλάνης συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοείται ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σε αυτή και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη του κανόνα δικαίου, συντρέχει δε, υπό ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά, περίπτωση αποκλείουσα το αξιόποινο. Επιβάλλεται δε να είναι συγγνωστή η πλάνη προς αποκλεισμό του αξιοποίνου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο δράστης, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως, το δικαστήριο δε συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορούν την ατομικότητα του φερομένου ως δράστη. Στην προκειμένη δε περίπτωση, δεν εκτίθενται από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το συγγνωστό της νομικής του πλάνης, που οδηγεί σε άρση του καταλογισμού. Κατά συνέπεια, και αυτή η αιτίασή του, πρέπει να απορριφθεί. 3)Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και η αιτίαση ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι τυπική και αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, έτσι δε ελλείπει η κατά τα αρθρ.93 του Συντ/τος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της, διότι το διατακτικό της αποφάσεως περιλαμβάνει όλα τα κατά νόμο απαραίτητα για την πληρότητά του περιστατικά και αλληλοσυμπληρώνεται με το σκεπτικό. 4)Η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε χωρίς την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία, ο ισχυρισμός του περί πτωχεύσεώς του, που καθιστούσε αδύνατη την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του, ως αόριστος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η πτώχευση του υπαιτίου, ασκεί επιρροή όταν τα χρέη δημιουργήθηκαν αργότερα από αυτή. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προσδιορίζεται η πορεία της πτωχεύσεως, αφού με την 2959/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτωχεύσεως και ο πτωχός ανέλαβε τη διαχείριση της πτωχευτικής του περιουσίας, την οποία είχε στερηθεί, με την κήρυξή του σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 590/6-3-1997 απόφαση του άνω Δικαστηρίου. 5)Προβάλλει επίσης την αιτίαση ότι δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της ιδιότητάς του ως κατηγορουμένου και της ποινικής του ευθύνης για την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη, που συνιστούν έλλειψη ακροάσεως. Και η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί, διότι τα εκτιθέμενα περιστατικά, δεν θεμελιώνουν τον, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. 6)Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι έπρεπε το Δικαστήριο να του αναγνωρίσει το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (ΠΚ 84 παρ.2β'), διότι ως πτωχεύσας δεν μπορούσε να προβαίνει σε πληρωμές οφειλετών του. Όμως, από την έρευνα των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι είχε υποβάλλει τέτοιο αίτημα και η αιτίασή του, για αναιτιολόγητη απόρριψη τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμη. 7)Η αιτίασή του ότι δεν προσδιορίζονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου για την ενοχή ή μη αυτού (κατηγορουμένου), πρέπει επίσης να απορριφθεί, διότι στα πρακτικά δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο αυτό, ούτε να καταχωρείται το περιεχόμενό του, αρκεί μόνο να φαίνεται από το περιεχόμενό του ότι αυτό έχει αναγνωσθεί και ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε επ' αυτού να ασκήσει τα δικαιώματά του από το άρθρο 358 του ΚΠΔ. Ο δε προσδιορισμός με τον τρόπο αυτό της ταυτότητας του εγγράφου, δεν δημιουργεί καμιά αμφιβολία για την ταυτότητά του καθώς ο κατηγορούμενος είχε όλη τη δυνατότητα, να ασκήσει τα από το προαναφερόμενο άρθρο δικαιώματά του. 8)Τέλος, με τους πρόσθετους λόγους ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι πριν από τις απορριπτικές στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του διατάξεις της αποφάσεως, δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα, για την πρότασή του επ'αυτών. Αβάσιμα όμως, διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται κατά λέξη τα ακόλουθα: "... πριν από την έκδοση κάθε απόφασης, δίδονταν ο λόγος κατά σειρά, σε όλους τους παράγοντες της δίκης ..." (σελ. 41 πρακτικών). Κατά συνέπεια, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας, έλαβε χώρα. Με τον ίδιο επίσης λόγο, από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση για ακυρότητα της διαδικασίας κατά τη διάταξη της ΚΠΔ 171 παρ.4, διότι το κλητήριο θέσπισμα με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών για να δικαστεί για την παράβαση του άρθρου 25 παρ.1γ', 2, 3 και 7 του Ν. 1882/1990 (όπως ισχύει), δεν περιέχει ακριβή καθορισμό της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξεως, μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου καθώς και ειδικότερο προσδιορισμό της οφειλής ως ατομικής ή εταιρικής. Όπως όμως, προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών (κατηγορητήριο) δια του οποίου ο αναιρεσείων κλητεύθη στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημ/κείου προκειμένου να δικασθεί για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, εμπεριέχοντας σ'αυτό όλα τα υπό της διατάξεως του άρθρου 322 ΚΠΔ στοιχεία για την πληρότητα του και ειδικότερα τα προς το Δημόσιο οφειλόμενα χρέη, ο χρόνος της καταβολής των, ο χαρακτηρισμός αυτών ως ατομικών του αναιρεσείοντος, καθώς και οι ποινικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν το αδίκημα για το οποίο έγινε η παραπομπή και κατεδικάσθει ο αναιρεσείων, ώστε να δύναται ο τελευταίος να αναπτύξει πλήρως την υπεράσπισή του. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, με το να μην απαγγείλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, παραδεκτώς προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ενώπιόν του για πρώτη φορά, διότι ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση αυτός ήταν απών, εντεύθεν δε ως σχετική, μη καλυφθείσα δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που περιέχονται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, η δια του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προβαλλομένη πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, προς θεμελίωση του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και 570 παρ.2 προβλεπομένου αναιρετικού λόγου δι' έλλειψη ακροάσεως, συνισταμένης στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν άνω Δικαστήριο δεν απήντησε και μάλιστα αιτιολογημένως στον προβληθέντα αυτοτελή (κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο) ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της φύσεως του χρέους, για το οποίο αυτός κατεδικάσθει, ως ατομικού ή εταιρικού, απαραδέκτως προβάλλεται, διότι ο άνω ισχυρισμός συνιστά άρνηση κατηγορίας, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και διαλαμβάνεται στο κοινοποιηθέν κλητήριο θέσπισμα, στερούμενος αυτοτελείας, παρεκτός του ότι το άνω Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τον ισχυρισμό αυτό, όπως έλεγχος, διέλαβε πλήρη αιτιολογία. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση καθώς και οι με ξεχωριστό δικόγραφο από τον κατηγορούμενο ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει: α) την από 12 Μαρτίου 2012 και με αριθμό καταθέσεως 32/2012 ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκηθείσα αίτηση του Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., καθώς και β) τους με το από 6 Ιουλίου 2012, ξεχωριστό δικόγραφο, από τον άνω κατηγορούμενο, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 3890/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ