Αριθμός 189/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Α., κατοίκου Νάουσας, 2) Π. Ι. του Ι., κατοίκου Βέροιας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευριπίδη Κελεμουρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Ε., κατοίκου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Καπράρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Φ. του Κ., κατοίκου Βέροιας Ημαθίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 5/3/2017 ανταγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/ΤΜ/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 522/2020 (όπως αυτή διορθώθηκε με την 1604/2020 απόφαση) του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/7/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 16-7-2020 (111/193/17-7-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 522/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε, έτσι, ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά και, πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και, αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή, να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία, πάντως, αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή, να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση, δηλαδή, του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει, στη συνέχεια, το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται, ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου, δηλαδή του άρθρου 932 του Α.Κ., αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Σκοπός της ως άνω διάταξης, εξάλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύφος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις) αλλά, κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά στον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η γενική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 677/2022, Α.Π. 617/2022, Α.Π. 34/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 2 του ν. 3918/2011 εδόθη η δυνατότητα σε όλα τα φαρμακεία να λειτουργούν το Σάββατο και κατά τις απογευματινές ώρες της Δευτέρας και της Τετάρτης, εξουσιοδοτήθηκε δε ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ρυθμίσει με απόφασή του τις σχετικές λεπτομέρειες. Στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4052/2012, με την οποία αντικαταστάθηκε η ανωτέρω διάταξη, ρυθμίστηκε, εκ νέου, το ζήτημα της λειτουργίας των φαρμακείων, κατά τις απογευματινές ώρες από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή και κατά το Σάββατο. Ειδικότερα, με την τελευταία αυτή διάταξη ορίσθηκε ότι οι φαρμακοποιοί έχουν τη δυνατότητα να λειτουργούν τα φαρμακεία τους, κατά τις απογευματινές ώρες από τη Δευτέρα έως και την Παρασκευή καθώς και το Σάββατο, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποβάλουν σχετική δήλωση στους οικείους φαρμακευτικούς συλλόγους και στον αρμόδιο Περιφερειάρχη, το δε ως άνω διευρυμένο ωράριο θα συμπίπτει με το οριζόμενο από τους φαρμακευτικούς συλλόγους ωράριο εφημεριών (και μάλιστα... το ωράριο των διημερεύσεων και όχι των διανυκτερεύσεων...). Εξάλλου, ο αρμόδιος Περιφερειάρχης υποχρεούται όπως ελέγξει τις υποβληθείσες, κατά τα προαναφερθέντα, δηλώσεις των φαρμακοποιών...). Στη συνέχεια, ο οικείος Φαρμακευτικός Σύλλογος υποχρεούται να περιλάβει στους μηνιαίους πίνακες εφημεριών για τις ημέρες, που έχουν επιλέξει, κατά τα προεκτεθέντα, οι φαρμακοποιοί... Με την καταχώριση δε των εν λόγω φαρμακείων στους πίνακες εφημεριών, οι οποίοι αναρτώνται σε κάθε φαρμακείο... καθίστανται γνωστές στο καταναλωτικό κοινό τόσο η λειτουργία των φαρμακείων αυτών, πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου, όσο και οι ακριβείς ώρες λειτουργίας τους... Για την εν λόγω ρύθμιση υπήρξε έντονη αντίδραση και κινητοποιήσεις των Φαρμακευτικών Συλλόγων της χώρας... Την αντίθεσή του στην ως άνω νομοθετική ρύθμιση είχε εκφράσει και ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Ημαθίας, με την από 14-10-2011 ανακοίνωσή του, που υπογραφόταν από τους εναγομένους, Πρόεδρο και Γενικό Γραμματέα αυτού και η οποία δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΧΡΟΝΙΚΑ, στην οποία αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι οι φαρμακοποιοί της Ημαθίας... αποφάσισαν ομόφωνα να μην εφαρμόσουν το νέο ωράριο και να συμμετέχουν στην πανελλαδική απεργία της 19-10-2011... ο φαρμακευτικός σύλλογος Αττικής είχε ασκήσει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση για την ακύρωση της υπ' αριθ. 78417/07-06-2012 απόφασης του Περιφερειάρχη Αττικής, με την οποία είχε ανακοινωθεί ο πίνακας φαρμακοποιών, μελών του αιτούντος Συλλόγου, που είχε υποβάλει δήλωση συμμετοχής στο προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4052/2012, διευρυμένο ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων... Ενώ, λοιπόν, εκκρεμούσε η έκδοση της απόφασης του ΣτΕ... ο φαρμακευτικός σύλλογος Ημαθίας δεν είχε προβεί, για το επίμαχο χρονικό διάστημα, στον ακριβή καθορισμό του διευρυμένου απογευματινού ωραρίου... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων-αντεναγόμενος, Ε. Κ., ο οποίος διατηρεί φαρμακείο στην πόλη της Νάουσας και είναι μέλος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Ημαθίας από το έτος 1978 και επιθυμούσε να ενταχθεί στο προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη διευρυμένο ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων, υπέβαλε, μετά από στάθμιση των προσωπικών του αναγκών και δυνατοτήτων, τόσον προς το φαρμακευτικό σύλλογο Ημαθίας όσον και προς τον Αντιπεριφερειάρχη Ημαθίας την από 15-5-2012 δήλωση ένταξής του (στο διευρυμένο ωράριο φαρμακείων) για το β' εξάμηνο του 2012... Επί της ως άνω αιτήσεως εξεδόθη η 3600/29-8-2012... απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Ημαθίας, με την οποία ανακοινώθηκε η ένταξη του πρώτου ενάγοντος στο διευρυμένο ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων για το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2012 και η οποία ανέφερε ότι το ωράριο λειτουργίας του θα είναι απογευματινές ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή και όλες τις ώρες του Σαββάτου και θα συμπίπτει απόλυτα με αυτό των εφημεριών, όπως το ορίζει ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Ημαθίας και αυτό θα πρέπει να τηρείται για όλο το χρονικό διάστημα, που έχει δηλώσει ο φαρμακοποιός. Την 5-9-2012, με το με αριθμό 187/2012 εγγραφό του ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Ημαθίας παρενέβη..., ζητώντας, κατά λέξη τα εξής: 'Παρακαλούμε όπως διορθώσετε και επανακοινοποιήσετε την απόφασή σας της 29-08-2012 αρ. πρ. 3600, όσον αφορά το θέμα: Ωράριο, με την συμπλήρωση ολόκληρης της παράγραφο της υπουργικής απόφασης [σύμφωνα και με τη δήλωση του φαρμακοποιού Ε. Κ. 1] περί λειτουργίας του φαρμακείου του κατά τις ώρες λειτουργίας του εφημερεύοντος φαρμακείου. 2] σας κοινοποιούμε τις ώρες λειτουργίας των εφημερευόντων φαρμακείων στους Δήμους Βέροιας - Αλεξάνδρειας - Νάουσας σύμφωνα και τις αποφάσεις των αντίστοιχων Δήμων...'. Η ως άνω απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη... όρισε τις ημέρες λειτουργίας του φαρμακείου, με βάση το προβλεπόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4052/2012, διευρυμένο 'απογευματινό' ωράριο..., που πρέπει να συμπίπτει ... με το οριζόμενο, από τους φαρμακευτικούς συλλόγους, ωράριο εφημεριών, χωρίς όμως να γίνεται διάκριση των εφημεριών, μεταξύ διημέρευσης και διανυκτέρευσης... Συναφώς, κατά την αξιολόγηση του νέου θεσμικού πλαισίου, η διοίκηση του φαρμακευτικού συλλόγου είχε την άποψη ότι αυτό συμπίπτει απόλυτα (συμπλέκεται) με το ωράριο εφημεριών (24ωρης διάρκειας). Έχοντας, λοιπόν, άλλη γνώση και προσανατολισμό, για την εφαρμογή της νέας ρύθμισης η διοίκηση του τοπικού Φαρμακευτικού Συλλόγου, ακολούθησε πρακτικές ελέγχου των μελών του, για τη διασφάλιση του ως άνω νέου διευρυμένου ωραρίου 24ωρης διάρκειας. Πράγματι, στις 18-10-2012 και 30-10-2012, περί ώρα 15.00 και 15.05' αντίστοιχα, ο Πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Ημαθίας, Κ. Π., διαπίστωσε, μαζί με το γραμματέα αυτού, Α. Φ., παρουσία αστυνομικών οργάνων ότι ο φαρμακοποιός Ε. Κ. διατηρούσε το φαρμακείο του κλειστό... Ο πρώτος εναγόμενος-αντενάγων υπέβαλε, με την παραπάνω καταστατική ιδιότητά του, δύο μηνύσεις για παραβίαση των χρονικών ορίων λειτουργίας φαρμακείου... Με την με αριθμό 180/4-6-2013 απόφαση του Πταισματοδικείου Νάουσας, ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος... Παρόντες στην ποινική δίκη ήταν αμφότεροι οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατέθεσαν ως μάρτυρες, ισχυριζόμενοι ότι ο ενάγων όφειλε, εφόσον επιθυμούσε να ενταχθεί στο διευρυμένο ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων, να διατηρεί το φαρμακείο του ανοιχτό επιπλέον κάθε Δευτέρα και Τετάρτη από ώρα 17.00' έως ώρα 8.00' πρωινή της επόμενης ημέρας, ενώ τις ημέρες Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή και ώρα 13.30 έως ώρα 17.00. Σχετικά, πάντως, με το ζήτημα αυτό, είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθ. 1973/21-5-2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι το διευρυμένο ωράριο συμπίπτει με το οριζόμενο από τους φαρμακευτικούς συλλόγους απογευματινό ωράριο εφημεριών (των διημερεύσεων και όχι των διανυκτερεύσεων)... Αντιθέτως, στις 6-6-2013, δύο ημέρες μετά την ποινική αυτή δίκη και ενώ είχε εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση του ΣτΕ (... είχε ήδη από 27-5-2013 δημοσιευθεί στον ιστότοπο ...), οι εναγόμενοι, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, έχοντας γνώση των πραγμάτων και πλήρη νομική πληροφόρηση, εξέδωσαν ενημερωτικό δελτίο του Φαρμακευτικού Συλλόγου Ημαθίας, το οποίο απέστειλαν ηλεκτρονικά σε όλους τους φαρμακοποιούς - μέλη του, στο οποίο αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι '... ο τελευταίος κρίθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών,... παρά το ότι ακριβώς το αντίθετο καταδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, Πρόεδρο και Γενικό Γραμματέα του Συλλόγου... καθώς και ότι αποδείχθηκε χωρίς καμία αμφιβολία η μη σύννομη και με δόλο βούληση του κατηγορουμένου για εφαρμογή του διευρυμένου ωραρίου έξω από τα όρια όχι μόνο της απόφασης της Περιφέρειας αλλά και της βούλησης (κατάρτιση πινάκων εφημερευόντων φαρμακείων) του συλλόγου μας...'. Περαιτέρω, στο ανωτέρω ενημερωτικό αυτό δελτίο αναφερόταν ότι '... μάρτυρες υπεράσπισης παρέστησαν ο τέως πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Ημαθίας Γ. Τ., θέλοντας να μετατρέψει το ωράριο των φαρμακείων της Νάουσας σε ζούγκλα, κόντρα στις ομόφωνες αποφάσεις και ενέργειες του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, καθώς και ο Πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ημαθίας Μ. Ι., λόγω προφανώς συγγένειας με τον κατηγορούμενο. Τον μεν πρόεδρο του ΙΣΗ τον καταλαβαίνουμε λόγω συγγένειας, τον δε τ. πρόεδρος Τ. τον παραδίδουμε στην κρίση σας'. Στη συνέχεια, στις 13-6-2013 οι εναγόμενοι συνέταξαν και εξέδωσαν από κοινού μια νέα έγγραφη δήλωση, την οποία απέστειλαν, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου..., στους φαρμακοποιούς της Περιφερειακής Ενότητας Ημαθίας και παράλληλα δημοσίευσαν την ίδια ημέρα στις καθημερινές τοπικές εφημερίδες ΗΜΕΡΗΣΙΑ και ΛΑΟΣ, ισχυριζόμενοι ότι ο ενάγων 'εφάρμοσε το ωράριο της αρεσκείας του πέρα από κάθε νομιμότητα'. Τα όσα, συνεπώς, ανέφεραν οι εναγόμενοι και δη, κατ' επανάληψη, ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και εννοιολογικά απέχουν, σαφέστατα, από την απόφαση του Πταισματοδικείου Νάουσας και παράγουν ατομική τους ευθύνη... Οι εναγόμενοι ήταν παρόντες στη δίκη εκείνη, παρόλα αυτά, επέλεξαν να προβούν στη δημοσίευση δυσμενούς σχολιασμού του περί της 'δόλιας' παραβίασης διευρυμένου ωραρίου, εν γνώσει τελούντες της αναληθείας του. Ενόψει των ανωτέρω, οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βέροιας την από 2-9-2013 έγκληση σε βάρος των εναγομένων... καθώς και κατά παντός υπευθύνου για τέλεση σε βάρος τους των αδικημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης, της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Μετά την υποβολή της ανωτέρω εγκλήσεως και, ενώ επέκειντο εκλογές για την ανάδειξη νέου διοικητικού συμβουλίου του Φαρμακευτικού Συλλόγου, ο δεύτερος εναγόμενος, Α. Φ. την 1-11-2013, απέστειλε ηλεκτρονικά σε όλους τους φαρμακοποιούς-μέλη του Φαρμακευτικού Συλλόγου Ημαθίας επιστολή, στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε, κατά λέξη, τα εξής: '... Γιατί υπερασπιστήκαμε την νομιμότητα, ενώ αυτός τον μόνο παραβάτη στην Ημαθία,... όπου κατόπιν καταγγελιών από τα εφημερεύοντα, με τις παρεμβάσεις μας στείλαμε στο δικαστήριο τον παρανομούντα φαρμακοποιό Κ., διαπιστωθείσης της παράβασης και από την τοπική αστυνομία, αθωωθείς τελικώς λόγω αμφιβολιών, με την υπεράσπιση του Τ.υ τ. μέλους - του Αν. Πειθ. Συμβουλίου και του προέδρου του Ιατρικού Συλλόγου Ν. Ημαθίας Π. Ι.... Αν αυτοί αγκαλιάζουν ή υπερασπίζονται τον κάθε παραβάτη που στρέφεται εναντίον του συνόλου αδιάντροπα, τους παραδίδουμε στην κρίση σας...'. Αναφορικά, με το περιεχόμενο του πρώτου ενημερωτικού δελτίου... προκύπτει ότι εμπεριέχει πραγματικά περιστατικά, που επικεντρώνονται ευθέως στο πρόσωπο του πρώτου ενάγοντος και σαφώς είχαν τη δυναμική να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αφού αφορούν, κατ' αρχήν, εναντίον του κατηγορίες περί δόλιας παραβίασης του διευρυμένου ωραρίου. Τα ως άνω γεγονότα, όμως, ήταν ψευδή και στόχο είχαν να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του πρώτου ενάγοντος, καθόσον οι εναγόμενοι, καίτοι γνώριζαν την αναλήθειά τους, τον εμφάνιζαν να εφαρμόζει με παράνομο και καταχρηστικό τρόπο το διευρυμένο ωράριο των φαρμακείων. Γνώριζαν οι συντάκτες του δελτίου, πέρα από κάθε αμφιβολία, δεδομένου ότι ήταν παρόντες στο Δικαστήριο, ότι ο ενάγων, για την αποδοθείσα σε βάρος του παράβαση του ωραρίου, δικάστηκε και αθωώθηκε, λόγω της ερμηνευτικής ασάφειας, για τον τρόπο εφαρμογής του νόμου για το διευρυμένο ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων όλης της χώρας... Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά, που έστω και παντελώς αόριστα, περιέχονται στον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων, υποκρύπτουν συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, αφού τον εμφανίζουν ως πρόσωπο, που μετέρχεται μη νόμιμες διαδικασίες, με τη δημιουργία πρακτικών, που ευνοούν την οικονομική δραστηριότητά του σε βάρος άλλων και δεν επιδεικνύει κανένα σεβασμό προς τους κανόνες της φαρμακευτικής νομοθεσίας για ευχερέστερη πρόσβαση του κοινού σε ασφαλή φαρμακευτική περίθαλψη και προς τις αρχές του αξιοπρεπούς και ορθολογικού ανταγωνισμού... Περαιτέρω, όσον αφορά το περιεχόμενο της από 1-11-2013 επιστολής... είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ότι η ειδικότερη αναφορά για τη με πρόθεση παραβίαση του νόμου και του θεσμοθετημένου ωραρίου των φαρμακείων δεν είναι αληθινή. Επίσης, οι ειδικότερες αναφορές της επίδικης επιστολής, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο δεύτερος των εναγόντων..., ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη που διεξήχθη, με κατηγορούμενο τον πρώτο ενάγοντα στο Πταισματοδικείο Νάουσας... διατυπώνονται με τρόπο, άμεσα συνδεδεμένο με τον δεύτερο ενάγοντα, ώστε να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στη σφαίρα της δυσφήμησης και της εξύβρισης. Ο συντάκτης της επιστολής βάλλει κατά του δεύτερου ενάγοντος, υπό μορφή αντιδικίας και εκφράζει απαξιωτική κριτική για την εν γένει συμπεριφορά του και την κατάθεσή του ως μάρτυρα υπεράσπισης. Δεν περιορίστηκε σε επίπεδο επιχειρημάτων και αποδέιξεων, αλλά εξετράπη σε διάδοση δυσφημιστικού γεγονότος σε βάρος του δεύτερου ενάγοντος, που αφήνει ευθέως υπόνοιες περί του τρόπου του καθήκοντος μαρτυρίας, παρότι γνώριζε την αποδεικτική διαδικασία, περί της κατάθεσης και της απόφασης. Είναι εκφράσεις σκληρές και δυσάρεστες για τον δεύτερο ενάγοντα... Τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς και εν γνώσει του ψεύδους προέβαλαν οι εναγόμενοι, απολογούμενοι, κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, που έλαβε χώρα την 30-4-2015 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας... και συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε 'είναι παραβάτης ο Κ... δεν είχε την πρόθεση και τη θέληση ο Κ.;' και ο δεύτερος '... ο Τ.ς στηρίζει και άλλους παραβάτες εκτός του Κ., πρόκειται για παραβάτες, όχι μόνο ωραρίου...'. Εξάλλου, στην παραδοχή ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο ασκήθηκε η σχετική ποινική δίωξη... οδηγήθηκε, κατά πλειοψηφία και το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης... Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι ενάγοντες, από τις προαναφερόμενες (υπαίτιες) ενέργειες των εναγομένων υπέστησαν παράνομα προσβολή της προσωπικότητάς τους, η οποία συνιστά αδικοπραξία. Δικαιούνται, λοιπόν, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ να αξιώσουν από τους εναγομένους... χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Ενόψει της έντασης του δόλου των εναγομένων, του είδους και της έκτασης της προσβολής, της βαρύτητας και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής καθώς και της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, αλλά και του μέσου και τρόπου, με τον οποία τελέστηκε, της δημοσιότητας, την οποία έλαβε η προσβολή, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, το Δικαστήριο αυτό κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστησαν οι ενάγοντες πρέπει να οριστεί για το μεν πρώτο ενάγοντα στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για δε τον δεύτερο στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την έφεση των εναγόντων και τις εφέσεις των εναγομένων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως το κεφάλαιο της εκκληθείσας απόφασης, που αφορούσε στην απόρριψη της ανταγωγής και δέχθηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς το κεφάλαιο της εκκληθείσας απόφασης που αφορά στην αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε, ως προς το κεφάλαιο αυτό την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε α) τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον πρώτο των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και β) το δεύτερο των εναγομένων και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων-αναιρεσειόντων το ποσό των 2.000 ευρώ, για την ίδια αιτία. Στην κρίση αυτή ήχθη το Εφετείο, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά τον προσδιορισμό των ως άνω ποσών, δεδομένου ότι αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σε αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίησή τους, λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Α.Π. 567/2021, Α.Π. 489/2021, Α.Π. 95/2017, Α.Π. 1/2016). Πράγμα αποτελεί ο κύριος και ο πρόσθετος λόγος της έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής ή αφορώντα στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, καθώς και στην εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας, κατά την έρευνα της διαφοράς. Δεν στοιχειοθετείται, εξάλλου, ο λόγος αυτός, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε, ρητά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Α.Π. 69/2016, Α.Π. 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, τούτο δε συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1386/2016). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πραγματικό ισχυρισμό τους και συγκεκριμένα τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο παραπονέθηκαν ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατά προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν προσέβαλε παρανόμως την προσωπικότητά τους με την 93/ΤΜ/2016 αγωγή του εναντίον τους και απέρριψε το οικείο αγωγικό αίτημα. Ο λόγος αυτός τυγχάνει, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, δεν συνιστά "πράγμα", υπό την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος έφεσης, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση που εκκαλείται, για λόγους που αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εν προκειμένω και, συνακόλουθα, οι αιτιάσεις αυτές δεν θεμελιώνουν την ως άνω επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη το περιεχόμενο του δικογράφου της ανωτέρω αγωγής και, αξιολογώντας το, έκρινε ότι οι σ' αυτό περιλαμβανόμενοι ισχυρισμοί δεν αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά, δεκτικά απόδειξης και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να θεμελιώσουν δυσφήμηση, απορρίπτοντας, εντεύθεν, κατ' ουσίαν τον οικείο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πραγματικό ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο καθόρισε το ύψος της επιδικασθείσας σ' αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, με τις ένδικες εφέσεις τους, να παραπονεθούν για παραβίαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας ούτε ότι το ύψος των πρωτοδίκως επιδικασθέντων ποσών της χρηματικής ικανοποίησης άγει σε οικονομική τους εξουθένωση και, αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό των αναιρεσειόντων. Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν απαράδεκτες, Και τούτο διότι δεν είναι "πράγματα" οι κανόνες δικαίου και δη η υπερνομοθετικής ισχύος γενική αρχή της αναλογικότητας, που εφήρμοσε το Εφετείο, το οποίο, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης, κατά τα ανωτέρω, δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, προκειμένου να υπολογιστεί, κατά κυριαρχική αναιρετικώς ανελέγκτη κρίση, η επιδικασθησόμενη χρηματική ικανοποίηση. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει, όμως, την περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 2/2008). Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 295/2018). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 81/2022, Α.Π. 646/2020, Α.Π. 1563/2014). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα, εκτός των άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο και β) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η από τον Άρειο Πάγο κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος (Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1348/2017, Α.Π. 709/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα παρέλειψε να αναγνώσει κρίσιμες φράσεις και περικοπές της 93/ΤΜ/2016 αγωγής του δεύτερου των εναγομένων και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, η οποία αποτελούσε το αποδεικτικό έγγραφο των αγωγικών τους ισχυρισμών για το οικείο κεφάλαιο της αγωγής τους και προς υποστήριξη του πρώτου λόγου της έφεσής τους, με συνέπεια να τον απορρίψει κατ' ουσία. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου δικογράφου, καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτό τόσο το πλήρες περιεχόμενο του ως άνω αποδεικτικού εγγράφου όσον και το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να καταστεί δυνατή η έρευνα της ύπαρξης παράλειψης ουσιωδών φράσεων ή περικοπών τούτων, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε διαφορετικό αναιρετικό αποτέλεσμα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-07-2020 (1771/193/17-7-2020) αίτηση των 1) Ε. Κ. του Α. και του 2) Π. Ι. του Ι. για αναίρεση της 522/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ