Αριθμός 461/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: ... που εδρεύει στον οικισμό ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", της ... που βρίσκεται και εδρεύει στη θέση "..." της τοπικής κοινότητας …., της δημοτικής ενότητας ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον και το προσθέτως παρεμβαίνον, παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 8.804 Γ'/16-7-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Ν. Τ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της προσθέτως παρεμβαίνουσας στη δίκη αυτή ... η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην αναιρεσίβλητη ... Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της. Με την κρινόμενη από 29-4-2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προσβάλλεται η 172/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 13-10-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 24/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή κατά την επικουρική της βάση η από 10-12-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης ... και αναγνωρίστηκε η κυριότητά της στο δάσος "...", έκτασης 11.617,703 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της τοπικής Κοινότητας ... του Δήμου …. του νομού …. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, η ..., η οποία υπάγεται στην ... με το από 22-6-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23-6-2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσείον και στην αναιρεσίβλητη (βλ. αντίστοιχα τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα με αριθμούς 8.391 Γ'/1-7-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Δ. και 8.805 Γ'/16-7-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Ν. Τ.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ... επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι κατέστη κατά τη διάρκεια της δίκης ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης και ότι, επομένως, δεσμεύεται από το δεδικασμένο της παρούσας δίκης (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η παρεμβαίνουσα ... υπήρξε στο παρελθόν και από την ίδρυσή της ανεξάρτητη και κυρίαρχη Μονή, πλην όμως από τις 29-3-1932, δυνάμει του από 21-3-1932 Π/Δτος (ΦΕΚ 95/29-3-1932 τ. Α'), συγχωνεύθηκε με την αναιρεσίβλητη και απώλεσε την αυτοτέλειά της, καθιστάμενη μετόχιο αυτής. Στη συνέχεια, με το ΠΔ 20/11-2-2020 (ΦΕΚ 37/20-2-2020 τ. Α') έγινε νομίμως η ανασύσταση της παρεμβαίνουσας Μονής ως κυρίαρχης πλέον, με αποτέλεσμα και σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 3 εδ. β' του Ν. 590/1977, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 παρ. 2 του Ν. 4301/2014, η εμπράγματη, κινητή και ακίνητη, περιουσία αυτής, η οποία με την κατά τα ανωτέρω συγχώνευση είχε περιέλθει στην κυρίαρχη Μονή, δηλαδή στην αναιρεσίβλητη, να επανέλθει αυτοδικαίως στη Μονή που ανασυστήθηκε, δηλαδή στην παρεμβαίνουσα .... Στην ακίνητη δε περιουσία, η οποία κατά τον προαναφερόμενο τρόπο επανήλθε κατά κυριότητα στην παρεμβαίνουσα, περιλαμβάνεται και μία δασική έκταση, που βρίσκεται στην τοπική κοινότητα ... του Δήμου Μετεώρων νομού Τρικάλων, γνωστή ως δάσος "...", έκτασης 11.617,703 στρεμμάτων, που αποτελεί την επίδικη έκταση. Επομένως, εφόσον μετά την έναρξη της δίκης αυτής και συγκεκριμένα στις 11-2-2020 (οπότε κατά τα ανωτέρω ανασυστάθηκε η παρεμβαίνουσα Μονή), κατά τα εκτιθέμενα το επίδικο δάσος περιήλθε κατά κυριότητα στην παρεμβαίνουσα, η τελευταία κατέστη ειδική διάδοχος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Μονής και συνεπώς, δεσμεύεται από το δεδικασμένο της δίκης αυτής κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατά τα άρθρα 80, 83 και 225 παρ. 2 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ). Ως ειδική δε διάδοχος της αναιρεσίβλητης και ως παρεμβαίνουσα με αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη αυτή, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 230 παρ. 2, 498 και 568 ΚΠολΔ, η παρεμβαίνουσα επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1117/2003). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "Οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αίτησης μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013). Είναι προφανές ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του ίδιου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 αυτού) την 30-7- 1999 (ΦΕΚ Α' 154/99), καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αίτησης θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Η τήρηση της διοικητικής αυτής προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και απαιτείται, όχι μόνον όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς (ΑΠ 149/2015, ΑΠ 301/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η κατά του Δημοσίου διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αίτησης αυτής με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη στοιχεία και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών, ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του (ΑΠ 679/2021, ΑΠ 201/2017, ΑΠ 1128/2012). Ωστόσο, η διαδικασία που ακολουθεί μετά την επίδοση της αίτησης θεραπείας δεν είναι προπαρασκευαστική της άσκησης της αγωγής, αλλά αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή, με στόχο την αποφυγή δημιουργίας άσκοπων δικών (ΑΠ 1756/2009, ΑΠ 320/2004). Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασής του: "Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον το κύριο αίτημα της ένδικης με αριθμό κατάθεσης146/11.12.2013 αγωγής είναι η αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, είναι αναγκαίο για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής να έχει προηγηθεί η άνω προβλεπόμενη από το άρθρο 8 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 προδικασία της αιτήσεως θεραπείας. Εξ άλλου, από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι η ενάγουσα προγενέστερα της υπό κρίση αγωγής, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 44/22.3.2012 αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε πριν τη συζήτησή της, με την οποία ζήτησε και πάλι να αναγνωρισθεί κυρία του ίδιου ακινήτου, εμβαδού 11.617,703 στρεμμάτων. Πριν την άσκηση της άνω με αριθμό κατάθεσης 44/22.3.2012 αγωγής, που έχει το ίδιο περιεχόμενο με την ένδικη με αριθμό κατάθεσης 146/11.12.2013 αγωγή, με διαφοροποίηση μόνο ως προς την αξία του επιδίκου δάσους και της ετήσιας και εικοσαετούς προσόδου του, οι οποίες προσδιορίζονται αντίστοιχα στην πρώτη αγωγή σε 600.000 ευρώ, 10.000 ευρώ και 200.000 ευρώ και στη δεύτερη αγωγή σε 400.000 ευρώ, 18.000 ευρώ και 360.000 ευρώ, η ενάγουσα κοινοποίησε, στις 3.5.2011, στο τότε (και τώρα) εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την από 4.4.2011 αίτηση θεραπείας (βλ. την υπ' αριθμ. 8948 Β'/3.5.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ξ. και την ενσωματωμένη σε αυτήν από 4.4.2011 αίτηση θεραπείας), η οποία πληροί τους όρους της αίτησης θεραπείας που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 Ν. 2732/1999, αφού στο εν λόγω έγγραφο περιγράφεται με ακρίβεια η θέση του ακινήτου και το όριά του, επισυνάφθηκαν σε αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα και το διάταγμα του έτους 1933 και αναφέρονται τα ονόματα των δυναμένων να καταθέσουν μαρτύρων με τη διεύθυνση κατοικίας τους. Ως εκ τούτου και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι οι με αριθμούς κατάθεσης 44/22.3.2012 και 146/11.12.2013 αγωγές αφορούν το ίδιο ακίνητο, έχουν το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα και θεμελιώνονται στις ίδιες νομικές βάσεις, σε γνώση των οποίων τελούσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και είχε περί αυτών τη δυνατότητα αξιολόγησης και σχολιασμού των προσκομισθέντων από την ενάγουσα στοιχείων, αλλά και την ευχέρεια να συλλέξει αποδεικτικό υλικό, καθώς και ότι, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η διοικητική διαδικασία που ακολουθεί την επίδοση της αίτησης θεραπείας δεν είναι προπαρασκευαστική της ασκήσεως της αγωγής, αλλά αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή, με στόχο την αποφυγή δημιουργίας άσκοπων δικών, κρίνεται ότι με την ανωτέρω από 4.4.2011 αίτηση καλύπτεται η υποχρέωση της τήρησης της προδικασίας της αίτησης θεραπείας, που απαιτείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις για το παραδεκτό της ένδικης αγωγής. Σημειωτέον δε, ότι σε απάντηση της ανωτέρω αίτησης θεραπείας εκδόθηκε το προσκομιζόμενο από το εκκαλούν υπ' αριθμ. πρωτ. 3186/81417/19.8.2011 έγγραφο του Δασαρχείου Καλαμπάκας, με το οποίο η εν λόγω υπηρεσία εξέφρασε τις απόψεις της υπέρ της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στο δάσος της .... Επίσης, στο προσκομιζόμενο από το εκκαλούν υπ' αριθμ. πρωτ. 2518/3902/25-4-2014 έγγραφο του Δασαρχείου Καλαμπάκας αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι επί της με αριθμό κατάθεσης 44/2012 αγωγής της ενάγουσας ... εξέφρασε τις απόψεις του με το με αριθμό 1875/82138/2-10-2012 έγγραφο και ότι η με αριθμό κατάθεσης 146/2013 αγωγή έχει το ίδιο περιεχόμενο με την αρχική αγωγή. Στο δε υπ' αριθμ. πρωτ. 1875/83138/2.10.2012 έγγραφο του Δασαρχείου Καλαμπάκας, που επίσης προσκομίζει το εκκαλούν, η άποψη της εν λόγω υπηρεσίας ήταν απορριπτική των αξιώσεων της ενάγουσας .... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την ανωτέρω αιτιολογία της παρούσας απόφασης, έκρινε ομοίως ότι με την από 4.4.2011 αίτηση της ενάγουσας τηρήθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 Ν. 2732/1999, προδικασία και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω μη τήρησης της ως άνω προδικασίας και δη διότι δεν επιδόθηκε νέα αίτηση θεραπείας, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο συναφής πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ... Και τούτο διότι, η απαίτηση για την τήρηση, επί ποινή απαραδέκτου, από την ενάγουσα της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938 προδικασίας ενόψει της άσκησης της ένδικης αγωγής, καλύφθηκε με την επίδοση της από 4-4-2011 αίτησης θεραπείας στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πριν την άσκηση της προηγούμενης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 44/22-3-2012 αγωγής της κατ' αυτού, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε στη συνέχεια πριν τη συζήτησή της, με αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρ. 295 παρ. 1 ΚΠολΔ) και η οποία, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, είχε το ίδιο περιεχόμενο, αφορούσε το ίδιο ακίνητο και θεμελιωνόταν στις ίδιες νομικές βάσεις με την ένδικη και με αριθμό κατάθεσης 146/11-12-2013 αγωγή, χωρίς να ενδιαφέρουν εν προκειμένω οι, σε κάθε περίπτωση, επουσιώδεις διαφοροποιήσεις μεταξύ των δύο αγωγών ως προς την αξία του επιδίκου ακινήτου και των προσόδων του. Η δε επανάληψη της ίδιας πιο πάνω προδικασίας ενόψει της άσκησης της νέας, ένδικης, αγωγής από την ενάγουσα παρίσταται, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, ως περιττή και άσκοπη, αν ληφθεί υπόψη ότι το εναγόμενο-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, είχε ενημερωθεί για την αξίωση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης Ι. Μονής με την προηγούμενη όμοια αγωγής της, για την οποία είχε προηγηθεί η επίδοσης της από 4-4-2011 αίτησης θεραπείας και για την οποία, έχοντας αρνητική θέση έναντι αυτής, είχε ήδη προετοιμάσει την άμυνά του κατ' αυτής, όπως άλλωστε βεβαιώνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε χώρα με τα αναφερόμενα έγγραφα του Δασαρχείου Καλαμπάκας. Κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει τούτο από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επί πλέον γίνεται περί αυτού σαφής μνεία στο αναιρετήριο (Ολ ΑΠ 4/2012, ΑΠ 153/2019, 1531/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, καθώς, όπως διατείνεται, το τοπογραφικό διάγραμμα που φέρει τον τίτλο "...", το οποίο επισυνάφθηκε στην από 4-4-2001 αίτηση θεραπείας και από το οποίο προκύπτει ότι πρόκειται για φερόμενη αποτύπωση της διανομής του αγροκτήματος "..." που διενεργήθηκε το έτος 1933 από το Υπουργείο Γεωργίας, είναι ανυπόγραφο και δεν συντάχθηκε από μηχανικό, καθώς δεν αναγράφονται στο τοπογραφικό τα στοιχεία του συντάκτη του. Ότι, επί πλέον, από το τοπογραφικό αυτό δεν προκύπτει ποια είναι η επίδικη έκταση, ούτε αναγράφονται ως όρια το κοινοτικό δάσος ….., τα δημόσια δάση Χ. και Γ., καθώς και το συνιδιόκτητο δάσος …., το δημόσιο δάσος ….. και το κοινοτικό δάσος …., με τα οποία, σύμφωνα με την από 4-4-2001 αίτηση θεραπείας, συνορεύει το επίδικο ακίνητο, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια ως προς τη θέση και τα όριά του και επί πλέον να μην μπορεί να προσδιοριστεί ως μικρότερο σε σχέση με το μείζον κτήμα ... εμβαδού 13.672,188 στρεμμάτων. Ότι το σφάλμα αυτό προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, ανάγεται στο παραδεκτό της αγωγής και ερευνάται αυτεπαγγέλτως, καθώς αφορά τη δημόσια τάξη. Ότι, συνεπώς, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η από 4-4-2001 αίτηση θεραπείας της αναιρεσίβλητης πληρούσε τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 1539/1938 και ότι επομένως είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου αυτού για την παραδεκτή άσκηση της ένδικης αγωγής, παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτήν απαράδεκτη. Όπως, όμως, προκύπτει από το αναιρετήριο, δεν γίνεται καμιά αναφορά σε αυτό για το αν ο ανωτέρω ισχυρισμός είχε προταθεί νομίμως και με ποιο τρόπο στο δικαστήριο ουσίας. Πιο συγκεκριμένα, για τον ισχυρισμό αυτό σχετικά με την τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 1539/1938, η οποία αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 201/2017, ΑΠ 630/1977), δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο, αν στο Εφετείο προτάθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, ούτε άλλωστε τούτο προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να κριθεί ότι προτείνεται παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η διαδικασία που ακολουθεί την επίδοση της αίτησης θεραπείας δεν είναι προπαρασκευαστική της άσκησης της αγωγής, αλλά αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή, με στόχο την αποφυγή δημιουργίας άσκοπων δικών και επομένως η μη αναφορά στην αίτηση θεραπείας του ονόματος του μηχανικού που έχει συντάξει το τοπογραφικό διάγραμμα, όπως και η, κατά το αναιρεσείον, ασαφής θέση του επιδίκου ακινήτου, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια, δεν ασκεί έννομη επιρροή στο παραδεκτό της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 320/2004). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή, εάν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 389/2021, ΑΠ 45/2016). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μπορεί να γίνει μόνο με λόγο έφεσης, κύριο ή πρόσθετο (ΑΠ 852/2021, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 142/2013). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Συγκεκριμένα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στο μεν εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δε δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης. Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1597/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 10-12-2013 αναγνωριστική κυριότητας αγωγής της αναιρεσίβλητης, το επίδικο ακίνητο περιγράφεται ως εξής: "Εντός της κτηματικής περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας ... του Δήμου …. βρίσκεται το Μοναστηριακό δάσος ..., εκτάσεως 11.617,703 στρεμμάτων, το οποίο ορίζεται βορείως με το κοινοτικό δάσος …, νότια με δημόσια δάση ... και ... καθώς και με το συνιδιόκτητο δάσος Αηδόνας, ανατολικά με το δημόσιο δάσος ... και δυτικά με το κοινοτικό δάσος ... όπως τούτο εμφαίνεται στο επισυναπτόμενο από 1933 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας, διανομής κτήματος ..., το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας (στην έκταση του δάσους δεν περιλαμβάνονται τα εμφαινόμενα με κτηματολογικούς αριθμούς …έως … κληροτεμάχια). Το ως άνω δάσος αποτελούσε μέρος του όλου κτήματος ..., εμβαδού 13.672,188 στρεμμάτων, το οποίο ορίζεται βορείως με το κοινοτικό δάσος ... νότια με τα δημόσια δάση ... και ... καθώς και με το συνιδιόκτητο δάσος …., ανατολικά με το δημόσιο δάσος ... και δυτικά με το κοινοτικό δάσος ... όπως τούτο εμφαίνεται στο από 1933 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας διανομής κτήματος .... Το ως άνω δάσος κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο δυνάμει της υπ' αριθμ. 28904/28-3-1923 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας και δυνάμει της υπ' αριθμ. 186/1931 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Τρικάλων, έγινε ο διαχωρισμός του κτήματος και απαλλοτριώθηκαν 1.789,899 στρέμματα καλλιεργήσιμων αγρών, 105,452 στρέμματα για τον οικισμό ..., 45,636 στρέμματα αμπέλου, 353,636 στρέμματα ρεμάτων, τα οποία εμφαίνονται στο από 1933 ως άνω επισυναπτόμενο διάγραμμα με του κτηματολογικούς αριθμούς από ..έως …, ενώ έμεινε αναπαλλοτρίωτο το ως άνω δάσος". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η περιγραφή του επιδίκου ακινήτου στην αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία σχετικά με την ταυτότητά του. Ειδικότερα, αναφέρεται η θέση του ακινήτου, το είδος του ακινήτου, οι δασικές εκτάσεις με τις οποίες συνορεύει κατά τον προσανατολισμό του και το εμβαδόν του, επί πλέον δε απεικονίζεται και στο υπό κλίμακα 1:5000 τοπογραφικό διάγραμμα που έχει επισυναφθεί στην αγωγή και το οποίο αποτελεί τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας, έτους 1933, της διανομής του κτήματος .... Και ναι μεν το επίδικο δάσος αποτελεί, κατά την αγωγή, μέρος του ευρύτερου κτήματος της ..., εμβαδού 13.672,188 στρεμμάτων, το οποίο απεικονίζεται στο σύνολο της έκτασής του στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, αναφέρεται ωστόσο στην αγωγή ότι στο επίδικο δεν περιλαμβάνονται τα κληροτεμάχια με τους κτηματολογικούς αριθμούς … έως …., τα οποία απεικονίζονται στο τοπογραφικό διάγραμμα και τα οποία απαλλοτριώθηκαν με την αναφερόμενη στην αγωγή υπουργική απόφαση και αποτέλεσαν το αντικείμενο της διανομής, ώστε να προκύπτει από το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα η εναπομείνασα έκταση, που κατά την αγωγή δεν απαλλοτριώθηκε και που αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αλλά την έκρινε ορισμένη ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 4684/1930, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 5141/1931 και 5256/1931 και κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. της 14/22-4-1931, "Η περιουσία των μονών διαιρείται εις δύο κατηγορίας. α) εις διατηρουμένην και β) εις εκποιητέαν (παρ. 1). Διά Π. Διαταγμάτων εφάπαξ εκδιδομένων προτάξει του Υπουργού της Παιδείας κλπ. μετά σύμφωνον γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου, στηριζομένης επί ητιολογημένης υποδείξεως της οικείας Μονής και του Τοπικού Συμβουλίου, ορίζεται ως περιουσία παραμένουσα εις τηv διαχείρισιν εκάστης Μονής όση θεωρηθή ως απαραίτητος προς χρήσιν αυτής αναλόγως του αριθμού των μοναχών και της Ιστορικής και Προσκυνηματικής σημασίας των Μονών. Πάσα η λοιπή περιουσία εκποιείται προς μείζον όφελος κατά τα εν τω παρόντι νόμω οριζόμενα (παρ. 2). Δι` αποφάσεως του Κεντρικού Συμβουλίου, κατόπιν γνώμης του Τοπικού Συμβουλίου και της οικείας Μονής, δύνανται να εξαιρεθώσιν εφ` ωρισμένον χρόνον της εκποιήσεως αστικά κτήματα, εφ` όσον ταύτα ήθελον αποδίδει καθαράν πρόσοδον ανωτέραν του ανωτάτου τόκου των εθνικών χρεωγράφων (παρ. 3). Τα εις εκάστην μονήν διατηρούμενα ακίνητα αγροτικά κτήματα καλλιεργούνται ή εκμισθούνται υπ` αυτής αι δε εκ των κτημάτων τούτων πρόσοδοι ανήκουσιν εις την μονήν (παρ. 4). Ο τρόπος της διαχειρίσεως της διατηρούμενης περιουσίας των μονών, ο έλεγχος αυτής και η διάθεσις των τυχόν περισσευόντων εσόδων της ετησίας διαχειρίσεώς των θέλει κανονισθή διά Π.Δ., δυναμένου να τροποποιήση τα άρθρα 32, 33 και 36 του νόμου ΓΥΙΔ' περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου κλπ. ως και πάσαν άλλην υφισταμένην σχετικήν διάταξιν μετά σύμφωνον γνώμην του Κεντρικού Συμβουλίου (παρ. 5)". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τίτλους εκ του νόμου για τα κτήματα των Ιερών Μονών αποτελούν και τα Διαχωριστικά Διατάγματα της μοναστηριακής περιουσίας, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου, και μάλιστα, χωρίς να απαιτείται μεταγραφή των εν λόγω Διαχωριστικών Διαταγμάτων, διότι αυτά αποκτούν με τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την απαιτούμενη από τις διατάξεις της μεταγραφής δημοσιότητα. Ειδικότερα, τα διαχωριστικά αυτά διατάγματα συνιστούν ex lege τίτλο κυριότητας υπέρ της αναφερόμενης σ' αυτά Μονής, μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, διότι η διαπίστωση της κυριότητας επί της Μονής έγινε αυθεντικά από τον ίδιο το νομοθέτη. Γι' αυτό ισχύουν erga omnes και όχι μόνο απέναντι του Ελληνικού Δημοσίου, δεν αφορούν δε σύμβαση μεταξύ της Εκκλησίας και του Δημοσίου. Έτσι, κατ' εξουσιοδότηση του νομοθέτη κατ' αρχή καταγράφηκε η ανήκουσα σε κάθε Ιερά Μονή ακίνητη περιουσία και στη συνέχεια έγινε ο διαχωρισμός, που αναγκαστικά προϋπέθετε τον προσδιορισμό της ανήκουσας σε κάθε Μονή περιουσίας, δεδομένου ότι η Πολιτεία με τη νομοθετική αυθεντία της διαπίστωσε την προϋπάρχουσα κυριότητα κάθε Μονής, που είχε αποκτηθεί στο παρελθόν (ΑΠ 6/2020, ΑΠ 7/2019, 8/2019, ΑΠ 473/2015, ΑΠ 1338/2010). Προς επίρρωση δε των ανωτέρω πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 7 του Ν. 4301/2014, " Τα εκδοθέντα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930 (Α' 150), όπως κωδικοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα της 14/22-4-1931 (Α' 328) διαχωριστικά διατάγματα και οι Πίνακες Α-Ε της Σύμβασης της 18-9-1952 (βασιλικό διάταγμα της 26-9-1952, Α' 289), όπως τροποποιήθηκε με την από 27-12-1968 Σύμβαση (Α' 161), συνιστούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας και αποτελούν πλήρη απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των Ιερών Μονών και του Δημοσίου έναντι παντός τρίτου, χωρίς να απαιτείται η μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία". Με τη διάταξη αυτή, που συγκεντρώνει τα εννοιολογικά στοιχεία γνήσιου ερμηνευτικού νόμου, καθώς αναφέρεται σε έννομες σχέσεις που συντελέστηκαν "άπαξ" κατά το παρελθόν και πριν την έναρξη της ισχύος του με την έκδοση περί το έτος 1933 των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 εφάπαξ διαχωριστικών προεδρικών διαταγμάτων για κάθε συνεστημένη τότε μονή, έπαυσε η όποια αμφισβήτηση και ασάφεια υπήρχε μέχρι την έκδοση του εν λόγω νόμου σχετικά με το εάν τα κατ' εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4648/1930 εκδοθέντα προεδρικά διατάγματα συνιστούν ή όχι εκ του νόμου τίτλους κυριότητας υπέρ της μονής για την οποία το καθένα είχε εκδοθεί. 'Ετσι, με αυθεντική ερμηνεία με την ανωτέρω νομοθετική παρέμβαση καθίσταται πλέον σαφές ότι τα εκδοθέντα ως άνω διαχωριστικά προεδρικά διατάγματα συνιστούν εκ του νόμου (ex lege) τίτλους κυριότητας για τα κτήματα των Ιερών Μονών, μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση, και, επομένως παρέχουν πλήρη απόδειξη έναντι παντός τρίτου, συμπεριλαμβανομένου και του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς την προϋπάρχουσα κυριότητα κάθε μονής επί των αναφερομένων στα διαχωριστικά διατάγματα ακινήτων. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 12/2016, Ολ ΑΠ 10/2011). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την αναγνωριστική ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ... δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ... ιδρύθηκε κατά τη βυζαντινή περίοδο, τον 14ο αιώνα. Στις 29-3-1932 (ΦΕΚ 95 Α/29-3-1932) συγχωνεύθηκε με την ενάγουσα ... και έγινε μετόχιο αυτής. Η συγχώνευση αυτή έγινε δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 3 ν.δ. 21-5/11-6-1928 και 21 ν. 4684/1930 περί κωδικοποιήσεως των περί διοικήσεως κλπ. των μονών διατάξεων. Η περιουσία της ... ως μετοχίου που έχασε τη νομική προσωπικότητά του, περιήλθε από τη συγχώνευση αυτοδικαίως στην ενάγουσα, η οποία κατέστη φορέας των δικαιωμάτων κυριότητας και νομής της συγχωνευθείσας μονής. Το επίδικο δάσος, εκτάσεως 11.617,703 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Τοπικής Κοινότητας ... του Δήμου … και τα όριά του απεικονίζονται στο από 1933 τοπογραφικό διάγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας, Διανομής Κτήματος ..., συνορεύει βόρεια με το κοινοτικό δάσος ... νότια με δημόσια δάση ... και ... καθώς και με το συνιδιόκτητο δάσος Αηδόνας ανατολικά με το δημόσιο δάσος ... και δυτικά με το δάσος …. Το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητώντας προβληθέντα από φερόμενους ως ιδιοκτήτες του επιδίκου, δικαιώματα κυριότητας, νομής και κατοχής επ' αυτού, προσέφυγε στα αρμόδια δικαστήρια και με την υπ' αριθμ. 318/1906 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεώς του (Ελληνικού Δημοσίου) κατά των υπ' αριθμ. 745/1903, 65/1905 και 490/1905 αποφάσεων του Πρωτοδικείου Τρικάλων, αναγνωρίστηκαν οι αντίδικοί του (δημοσίου) ως συννομείς του επιδίκου. Κατόπιν τούτου το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αγωγή διεκδικητική κυριότητας επί της οποίας εκδόθηκε σε βάρος του η υπ' αριθμ. 418/1911 απόφαση του Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά της οποίας αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) άσκησε έφεση, χωρίς όμως να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο η τύχη της ασκηθείσας εφέσεως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο δάσος αποτελούσε μέρος του κτήματος ..., εμβαδού 13.672,188 στρεμμάτων, μέρος του οποίου απαλλοτριώθηκε για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, με την υπ' αριθμ. 28904/28-3-1923 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και την υπ' αριθμ. 186/1932 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Τρικάλων. Με την εν λόγω υπ' αριθμ. 186/1932 απόφαση, που είναι συλλογική διοικητική πράξη οργάνου του ελληνικού δημοσίου και όχι δικαστική απόφαση περί αναγνώρισης κυριότητας του επιδίκου, εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση όλο το επίδικο δάσος δρυός-ελάτης του κτήματος, εκτάσεως 11.617,703 στρεμμάτων, μετά των εκ στρεμμάτων 353,397 ρευμάτων, διατηρουμένων σε ισχύ επί της δασικής εκτάσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων των χωρικών προς ξύλευση και ακόμη προσδιορίσθηκαν τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συνιδιοκτησίας της συνολικής έκτασης 13.672,188 τμ του κτήματος ..., εκ των οποίων 6/12 εξ αδιαιρέτου ως ανήκοντα στην ... ή Χ. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 732/1932 απόφαση του Πρωτοδικείου Τρικάλων καθορίστηκε το ποσό της καταβλητέας, από το συνεταιρισμό αποκατάστασης ακτημόνων - καλλιεργητών ... και το Ελληνικό Δημόσιο, αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση των απαλλοτριωθέντων κτημάτων, στους φερόμενους ως ιδιοκτήτες και ειδικότερα στην ..., στον Α. Β. και στον Χ. Μ. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 1159/1933 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Τρικάλων, αναγνωρίσθηκε η ... κυρία του αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος μεριδίου της στο κτήμα .... Εξ άλλου, με το από 29-3-1933 προεδρικό διάταγμα (εκδοθέν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του ν. 4684/1930), που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ (ΦΕΚ 312/16-10-1933) διαχωρίστηκε η περιουσία της ... στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν τότε συγχωνευμένη η ... σε διατηρητέα και εκποιητέα. Σημειωτέον ότι το ανωτέρω διαχωριστικό διάταγμα μεταγράφηκε νόμιμα στις 4-11-1987 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας, στον τόμο …με αριθμό …., αν και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο ΙΙΙ μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η μεταγραφή του δεν ήταν αναγκαία, διότι με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης απέκτησε την απαιτούμενη από τις διατάξεις της μεταγραφής δημοσιότητα. Όπως σαφώς προκύπτει από το διάταγμα αυτό, το επίδικο δάσος ... ορίστηκε ότι παραμένει υπέρ της Μονής ως διατηρητέα περιουσία αυτής. Βέβαια, το δάσος αυτό αναφέρεται ότι έχει έκταση 16.390 στρέμματα, όμως εκ τούτου δεν γεννάται καμία αμφιβολία περί του ότι στην ως άνω μείζονα έκταση περιλαμβάνεται και η επίδικη, αφού η αναφορά στο εν λόγω διάταγμα του δάσους αυτού και συγκεκριμένα στη στήλη υπό την ένδειξη "...", ως δάσος "..." και η σημειούμενη θέση του "Περιφ. ...", παραπλεύρως της λέξης δάσος, στη στήλη υπό την ένδειξη "Θέσις εις ην κείται", εξατομικεύουν με βεβαιότητα την ταυτότητα του ακινήτου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, τα, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 εκδοθέντα προεδρικά διατάγματα συνιστούν εκ του νόμου τίτλους κυριότητας υπέρ της μονής για την οποία το καθένα εκδόθηκε. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προαναφερθέν από 29-3-1933 προεδρικό διάταγμα, για το διαχωρισμό των ακινήτων της ενάγουσας ... σε διατηρητέα και εκποιητέα, συνιστά εκ του νόμου τίτλο κυριότητας υπέρ αυτής. Την όποια ασάφεια του προγενέστερου άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 ως προς το αν τα, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθέντα προεδρικά διατάγματα, συνιστούν ή όχι εκ του νόμου τίτλους κυριότητας υπέρ της μονής για την οποία το καθένα εκδόθηκε, αίρει το άρθρο 51 παρ. 7 Ν. 4301/2014, επιβεβαιώνοντας την ορθότητα της αξιολόγησης των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 εκδοθέντων προεδρικών διαταγμάτων ως εκ του νόμου τίτλων κυριότητας, ορίζοντας ότι αυτά "συνιστούν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας και αποτελούν πλήρη απόδειξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των Ιερών Μονών και του Δημοσίου έναντι παντός τρίτου, χωρίς να απαιτείται μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή καταχώρηση στα κτηματολογικά βιβλία". Ο νόμος αυτός είναι γνήσιος ερμηνευτικός, αφού αναφέρεται σε έννομες σχέσεις που συντελέστηκαν "άπαξ", πριν την έναρξη της τυπικής ισχύος του, με την έκδοση περί το έτος 1933 των, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930 διαχωριστικών προεδρικών διαταγμάτων εφάπαξ ότι η ισχύς του ανατρέχει στο χρόνο έναρξης ισχύος της ερμηνευόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930, με την οποία και ενσωματώνεται σε ένα σύνολο... Άρα, η ρύθμιση του άρθρου 51 παρ. 7 Ν. 4301/2014 καταλαμβάνει και την ένδικη υπόθεση, στην οποία και πρέπει να εφαρμοσθεί. Συνεπώς, ο ανωτέρω υπέρ της ενάγουσας Μονής τίτλος κυριότητας, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ. 7 Ν. 4301/2014 αποτελεί πλήρη απόδειξη της κυριότητας αυτής έναντι παντός τρίτου υπό την έννοια ότι το διάταγμα αυτό, προσκομιζόμενο ενώπιον του δικαστηρίου (αλλά και δημόσιας αρχής ή παντός τρίτου) αποτελεί πλήρη απόδειξη για την κυριότητα της Μονής επί των αναγραφομένων σε αυτό ακινήτων. Προσδίδει δηλαδή ο νόμος στα, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 Ν. 4684/1930, εκδοθέντα διαχωριστικά προεδρικά διατάγματα αυξημένη (πλήρη) αποδεικτική δύναμη για τα βεβαιούμενα σε αυτά. Εξ άλλου, σύμφωνα με τα επίσης εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο ΙΙΙ μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, τα διαχωριστικά αυτά διατάγματα, συνιστούν ex lege τίτλο κυριότητας υπέρ της αναφερόμενης σ' αυτά Μονής, μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, διότι η διαπίστωση της κυριότητας επί της Μονής έγινε αυθεντικά από τον ίδιο το νομοθέτη και γι' αυτό ισχύουν erga omnes και όχι μόνο απέναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι, κατ' εξουσιοδότηση του νομοθέτη κατ' αρχή καταγράφηκε η ανήκουσα σε κάθε Ιερά Μονή ακίνητη περιουσία και στη συνέχεια έγινε ο διαχωρισμός, που αναγκαστικά προϋπέθετε τον προσδιορισμό της ανήκουσας σε κάθε Μονή περιουσίας, δεδομένου ότι η Πολιτεία με τη νομοθετική αυθεντία της διαπίστωσε την προϋπάρχουσα κυριότητα κάθε Μονής, που είχε αποκτηθεί στο παρελθόν, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι με το προαναφερόμενο διαχωριστικό διάταγμα και νόμο δεν μπορούσε να γίνει αυθεντική διαπίστωση της κυριότητας της ενάγουσας στο ένδικο ακίνητο, διότι αυτό ήταν επίδικο από το έτος 1907 κατόπιν ασκήσεως της προαναφερόμενης αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 418/1911 απόφαση και διότι από το έτος 1907 έως το έτος 1950 διαχειριζόταν ως συνδιακατεχόμενο και όχι ως συνιδιόκτητο, όπως άρχισε να χαρακτηρίζεται από το έτος 1951. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί αντιθέσεως του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 του ν. 4684/1930, στα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, λόγω αποσβέσεως ή καταργήσεως, δι' αυτού, των περιουσιακών δικαιωμάτων του δημοσίου στο επίδικο χωρίς να επιβάλλεται τούτο από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας και χωρίς την καταβολή εύλογου ποσού ανάλογου της αξίας του. Σύμφωνα λοιπόν με τα προεκτεθέντα η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου με νόμιμο τίτλο στηριζόμενο στο διαχωριστικό διάταγμα του έτους 1933, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930 και αποτελεί πλήρη απόδειξη για την κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου έναντι και του ελληνικού δημοσίου, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του τελευταίου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το επίδικο του ανήκει κατά κυριότητα, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, το έτος 1881, στο Ελληνικό Κράτος, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου) 1881 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. ΠΛΖ' της 11/13 Μαρτίου 1882, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Με βάση της παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης τη στηριζόμενη στην επικουρική βάση της αγωγής για την κυριότητα της τελευταίας με βάση το προαναφερόμενο διαχωριστικό διάταγμα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 Ν. 4684/1930, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 5141/1931 και 5256/1931 και κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. της 14/22-4-1931 και του άρθρου 51 παρ. 7 Ν. 4301/2014, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση προεδρικό διαχωριστικό διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε με βάση το ως άνω άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 4684/1930, είναι νόμιμος τίτλος που ισχύει έναντι όλων, συμπεριλαμβανομένου και του Ελληνικού Δημοσίου. Όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, περί παραβίασης από το Εφετείο των ανωτέρω διατάξεων, καθώς, όπως ισχυρίζεται, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, όπως και ότι δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274, των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μουχαρέμ 1293 περί εξελέγξεως τίτλου δασών, του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων της 15 Σαπάν 1276, της από 20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881 Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, που κυρώθηκε με το ν. ΠΛΖ'/1882, του άρθρου 3 του β.δ. της 17.11.1836 και των άρθρων 46 και 215 το ν. 4173/1929, οι οποίες ωστόσο δεν ήταν εφαρμοστέες, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διατείνεται το αναιρεσείον ότι από το Ν. 4684/1930 προκύπτει ότι τα ακίνητα τα οποία ο νομοθέτης έκρινε ότι θα μπορούσαν να υπαχθούν στη διατηρητέα περιουσία των μονών είναι μόνο όσα είχαν αγροτική φύση. Ότι, επομένως, η νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση του από 29-3-1933 διαχωριστικού διατάγματος αφορούσε μόνο τα αγροτικά ακίνητα που θα παρέμεναν στη διαχείριση της αναιρεσίβλητης, κάθε δε καταχώρηση στους πίνακες αυτού, ως διατηρητέας περιουσίας, ακινήτου στερούμενου αγροτικής φύσης, όπως του επιδίκου, που είναι δάσος, τελεί εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης και στερείται εννόμων συνεπειών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι πρότεινε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε άλλωστε συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της προβολής του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, η αναφορά στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 Ν. 4684/1930 ότι τα διατηρούμενα σε κάθε μονή αγροτικά κτήματα καλλιεργούνται ή εκμισθώνονται από αυτήν και οι πρόσοδοι από τα κτήματα αυτά ανήκουν στην μονή, απλώς εξειδικεύει τον τρόπο αξιοποίησης και εκμετάλλευσης των αγροτικών ακινήτων που παραμένουν στη διατηρητέα περιουσία τους μονής και δεν έχει την έννοια, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία και την έννοια της διάταξης του άρθρου 8 Ν. 4684/1930, ότι μόνο αγροτικά ακίνητα μπορούν να παραμένουν στη διατηρητέα περιουσία των μονών. Άλλωστε, τούτο προκύπτει σαφώς και από την παράγραφο 5 του ανωτέρω άρθρου, όπου γίνεται λόγος για τον τρόπο διαχείρισης της διατηρούμενης περιουσίας των μονών και η οποία θα ήταν περιττή υπό την ανωτέρω εκδοχή του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, με βάση το σχετικό της αίτημα (άρθρ. 176, 182 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ δεν θα επιδικαστούν δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. Ωστόσο, τα δικαστικά έξοδα θα επιδικαστούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-4-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 172/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ