Αριθμός 1421/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «S. C. Α. Ξ. και Τ. «Ε., με τον διακριτικό τίτλο «C. «R., που εδρεύει στα ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Χρήστο Κ. του Ηλία (Α.Μ.Φ. 999932701 Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ναούμ Τζίφρα, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ. Κ. του Η., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) νομικού προσώπου του Ι. Ν. Ε. της Θ. Β. Μ., που εδρεύει στο δημοτικό διαμέρισμα ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το εκκλησιαστικό του συμβούλιο, που αποτελείται από τους: α) Κ./νο Π. του Δ., ιερέα, β) Ν. Τ. του Ι., γ) Ζ. Μ., δ) Β. Β. του Π. και ε) Κ. Ζ. του Α., κατοίκων ..., τόσο υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους όσο και ατομικά, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Τσαγκλή, και κατέθεσαν προτάσεις, 2) Τοπικής Κοινότητας ..., που εδρεύει στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων μετά προσεπικλήσεως των 2ης και 3ου ήδη αναιρεσιβλήτων, και την από 27-8-2018 πρόσθετη παρέμβαση του 3ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2022 αίτηση και τους από 27-10-2022 προσθέτους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του α' αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.1 στοιχ. β, 309 εδ. α , 321, 577 παρ.1 και 2 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, των Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων, καθώς και των Εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας (ΚΠολΔ 502), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 παρ.1), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 12/2011), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, αναλόγως, έφεση (ΟλΑΠ 15/2001, ΟλΑΠ 11/..., ΑΠ 12/2011), ήτοι καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 243/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ.1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1340/ 2017). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο. Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/20.3.2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ. 14/2015,ΑΠ 463/2016, ΑΠ 1711/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, με την από 4-6-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά των υπό στοιχ. 1 και 1α-ε ήδη αναιρεσιβλήτων, με προσεπίκληση των 2ου και 3ου εξ αυτών και πρόσθετη παρέμβαση του τελευταίου, εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, η υπ'αριθμ. 210/2019 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση. Οι ενάγοντες άσκησαν κατά της απόφασης αυτής την από 20-12-2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 114/2022 απόφαση του δικάσαντος, ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Στη συζήτηση επί της έφεσης, δεν εμφανίστηκαν και δικάστηκαν ερήμην οι εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων τρίτος ... και υπό στοιχ.1γ Ζ. Μ. και 1δ Β. Β. , και, αφού έγινε τυπικά δεκτή απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση, Κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες- ενάγοντες άσκησαν την ένδικη από 1-6-2022 και με αριθμό κατάθεσης 21/2022 αίτηση αναίρεσης, καθώς και τους από 27/10/2022 και με αρ. κατ. 135/22 πρόσθετους λόγους. Η ως άνω απόφαση του Εφετείου, όμως, υπόκειται από την έκδοσή της σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους των προαναφερθέντων εφεσιβλήτων, που δικάστηκαν ερήμην, και η προθεσμία για την άσκηση αυτής εμποδίζει την άσκηση αναίρεσης κατά της εν λόγω απόφασης. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση σ'αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης, οι δε αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι έχει κατά νόμιμο τρόπο παρέλθει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, ούτε προκύπτει ότι έγινε έγκυρη παραίτηση των εν λόγω αναιρεσίβλητων από το δικαίωμά τους να ασκήσουν κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας. Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που αφορά τους 3ο και υπό στοιχ. 1γ και 1δ των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς, ως προς αυτούς, δεδομένου ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως εν προκειμένω, η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, μετά των προσθέτων λόγων της, πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 παρ.1 και 2). Κατά τα λοιπά, η ένδικη αίτηση μετά των προσθέτων λόγων της έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κυρίων και προσθέτων λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3), και ως προς τους υπό στοιχ. 1β (Ν.. Τ.) και 1ε (Κ.. Ζ.) των αναιρεσιβλήτων, που θεωρούνται απόντες (διότι αν και δηλώθηκε παράσταση στο ακροατήριο και για αυτούς από την δικηγόρο Χ. Τσαγκλή, ωστόσο δεν αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας εκ μέρους τους προς την εν λόγω δικηγόρο για την διεξαγωγή της δίκης), δεδομένου ότι τόσον η αίτηση, όσον και οι πρόσθετοι λόγοι με κλήση προς συζήτηση για την προκείμενη δικάσιμο, τους είχαν νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδοθεί από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες (βλ. τις υπ'αριθμ. 4303-4 Β και 4307-8Β/15-11-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρω/κείο Καλαμάτας Ε. Γ.). Αντίθετα ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων Κοινότητα ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, θα πρέπει ως προς αυτή να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, αφού δεν προκύπτει κλήτευση της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 περ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 περ.1 του ιδίου Κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Ειδικότερα απαιτείται ο προσδιορισμός και μάλιστα ενάριθμα της συγκεκριμένης διάταξης ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 113/2011), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, ΑΠ 651/2010, ΑΠ 649/2005). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 περ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008). Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτει ότι το ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "η πρώτη των εκκαλούντων, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο δεύτερος αυτών, έχει ανεγείρει ξενοδοχειακή μονάδα, εντός ακινήτου ιδιοκτησίας της, επιφάνειας περίπου 15 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην Τοπική Κοινότητα ... και η οποία συνορεύει βόρεια με έκταση για. την οποία ισχυρίζονται ότι τυγχάνει κοινόχρηστη - κοινοτική και ειδικότερα με την κοινοτική πλατεία του χωριού, στο δυτικό τμήμα της οποίας διέρχεται κοινοτικός δρόμος, η οποία (πλατεία) έχει αποκτήσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της με νόμιμη διοικητική πράξη ρυμοτομίας και δη την οριοθέτησή της, κατόπιν κοινής υπουργικής απόφασης, με τοιχίο το έτος 1962 αλλά και την χαλικόστρωση της κοινοτικής οδού, που διέρχεται αυτής, το έτος 1972 από την Κοινότητα ..., άλλως με την παράδοσή της στην κοινή χρήση από αμνημονεύτων ετών, ήτοι πριν το 1860. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τη βάση της κτήσης του κοινόχρηστου χαρακτήρα της επίδικης έκτασης με βάση τις ανωτέρω πράξεις της Διοίκησης ως μη νόμιμη, οι δε εκκαλούντες παραπονούνται με λόγο έφεσης κατά της απόρριψης αυτής. Ωστόσο, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αλλά και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος με πράξη της διοίκησης για ρυμοτομία και τη συντέλεσή της σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, εν προκειμένω δε ουδείς επικαλείται και προσκομίζει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο και επομένως ορθώς η σχετική βάση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σχετικός· λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, επί της παράδοσης του επίδικου στην κοινή χρήση από αμνημονεύτων ετών, ήτοι πριν το 1860, αποδείχθηκαν τα. εξής: Ο επίδικος χώρος έχει συνολική επιφάνεια 1.964,45 τ.μ. και αποτυπώνεται στο από Σεπτεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ. με τους αριθμούς 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9,25,26, 31, 30 29, 3 και εντός αυτού βρίσκεται ο πρώτος των εφεσιβλήτων Ι. Ν. Ε. της Θ., που έχει επιφάνεια 309,64 τ.μ., ενώ στο από Μαρτίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε.Μ.Π. Ν. Π. ο επίδικος χώρος αποτυπώνεται με τους αριθμούς 1, 2, 18, 17, 16, 15, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 1, έχει επιφάνεια 1.400,65 τ.μ. και ο Ιερός Ναός έχει επιφάνεια 527,12 τ.μ., αποτυπώνεται δε με τους αριθμούς 2, 15, 16, 17, 18, 2. Τα έτη 1945 και 1960 ο χώρος γύρωθεν του Ιερού Ναού ήταν ένας αδιαμόρφωτος χώρος, χωρίς ενιαία μορφή, καθώς το ανατολικό 1/3 περίπου αυτής είχε κλίση περίπου 10% με έκθεση ανατολική και έφερε λοφώδη έξαρση ύψους 2 μέτρων καλυπτόμενη από χαμηλή αγρωστώδη βλάστηση, όπως αναφέρεται στην από Οκτωβρίου 2018 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Κ. Μ. και δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως, εφόσον κατά τον ανωτέρω χρόνο δεν υπήρχε διαμορφωμένος χώρος που να χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους του χωριού ως πλατεία, ούτε διαμορφωμένος δρόμος από τον οποίο να διέρχονται, ο ανωτέρω χώρος δεν μπορεί να απέκτησε κοινόχρηστο χαρακτήρα με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, ήτοι με τη χρησιμοποίηση αυτού για τουλάχιστον ογδόντα έτη πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.04.1946), κυρίως από τους κατοίκους της Κοινότητας αλλά και τους επισκέπτες αυτής, οι οποίοι να μην γνώρισαν διαφορετική κατάσταση από αυτή και δη της πλατείας και της οδού από την κοινοχρησία, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εκκαλούντων Ε. Β. και Α. Κ., οι οποίοι κατέθεσαν περί της ελεύθερης διέλευσης από τον ανωτέρω χώρο και την ανεμπόδιστη χρήση του από τους κατοίκους του χωριού, καθώς η ανωτέρω γνώση τους δεν φθάνει έως το έτος 1860, ότε και ο ανωτέρω χώρος δεν υφίσταται διαμορφωμένος αλλά υπήρχε ως προαύλιος χώρος του Ιερού Ναού. Τούτο επιρρωνύεται από το σύνολο των προσκομισθέντων τίτλων ιδιοκτησίας των όμορων με τον επίδικο χώρο ιδιοκτησιών, τα οποία αναφέρουν τον επίδικο χώρο ως προαύλιο του Ιερού Ναού ή ως ιδιοκτησία του Ιερού Ναού και όχι ως πλατεία του χωριού ή κοινόχρηστο χώρο. Συγκεκριμένα, αναφέρεται το με αριθμό 8023/04.08.1976 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Δ. Τ. με το οποίο η Μ. χα Ι. Π. πωλεί μία σταφιδάμπελο η οποία συνορεύει αρκτικώς με ιδιοκτησία Ιερού Ναού Ευαγγελίστριας, η με αριθμό ... δημόσια διαθήκη του Ι. Π. ενώπιον του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δ. Φ. (νομίμως δημοσιευθείσα με τα με αριθμό 139/21.09.1972 Πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας) με την οποία ο διαθέτης κατέλιπε στους εγγονούς του μία σταφιδάμπελο συνορευόμενη γύρωθεν ....και με ιδιοκτησία Ιερού Ναού Ευαγγελίστριας του χωρίου ..., ενώ στον πρώτο των εφεσιβλήτων - Ιερό Ναό κατέλιπε την οικία του, η οποία συνορεύει και με τον Ιερό Ναό Ευαγγελίστριας, το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Χ. Λ. με το οποίο ο Δ. Κ. πωλεί - μεταξύ άλλων - μία σταφιδάμπελο που συνορεύει γύρωθεν ....με ιδιοκτησία Εκκλησίας ... η Ευαγγελίστρια και μία οικία, ανώγειον ερειπωμένη εκ σεισμού, που συνορεύει γύρωθεν ...με προαύλιον του Ιερού Ναού η Ευαγγελίστρια, το με αριθμό 1.044/11.02.1957 συμβόλαιο δωρεάς ψιλής κυριότητας του συμβολαιογράφου ... Δ. Τ. με το οποίο ο Δ. Π. δωρίζει την ψιλή κυριότητα - μεταξύ άλλων - του 1/2 ιδανικού μεριδίου εκ μίας σταφιδαμπέλου, οριοθετούμενης γύρωθεν με ιδιοκτησίες Ιερού Ναού Ευαγγελίστριας και του 1/2 ιδανικού μεριδίου εκ μίας ημικατεστραμμένης εκ του σεισμού οικίας, οριοθετούμενης γύρωθεν και με προαύλιον Ιερού Ναού Ευαγγελίστριας. Άλλωστε, την πεποίθηση ότι ο επίδικος χώρος ανήκε στην εκκλησία και όχι στην Κοινότητα βεβαίωσε ενόρκως και ο Κ. Κ., ο οποίος είχε διατελέσει Πρόεδρος της Κοινότητας ... από το έτος ... έως το έτος .... Εξάλλου, επισημαίνεται ότι ο δεύτερος των εκκαλούντων απέκτησε τμήμα της έκτασης, επί της οποίας έχει ανεγερθεί η ξενοδοχειακή μονάδα, δυνάμει της από 10.01.1997 ιδιόγραφης διαθήκης του Η. Κ. - πατρός του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το με αριθμό ... πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και ειδικότερα ο διαθέτης κατέλιπε "έναν αγρό εκτάσεως δέκα στρεμμάτων περίπου κειμένου νοτίως του προαυλίου της εκκλησίας της Ευαγγελίστριας ... ...,συνορευόμενο γύρωθεν ....και βορείως με το προαύλιο της προαναφερόμενης εκκλησίας ...". Ωστόσο, στη με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ε. Φ. με την οποία ο δεύτερος των εκκαλούντων αποδέχεται την ανωτέρω κληρονομιά, η ανωτέρω έκταση δεν φαίνεται να συνορεύει βορείως με το προαύλιο της προαναφερόμενης εκκλησίας, γεγονός που αφενός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφετέρου επισημαίνεται ως εσφαλμένη περιγραφή στη με αριθμό 220/Τ/2018 έκθεση ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης του Περιφερειακού Γραφείου Τρίπολης με αντικείμενο τη νομιμότητα των αδειοδοτήσεων της ξενοδοχειακής εγκατάστασης της πρώτης των εκκαλούντων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εφεσιβλήτων Ι. Ν. Ε. της Θ. στην Τοπική Κοινότητα ... υφίσταται από το έτος 1832, όπως τούτο προκύπτει από το με αρ. ΦΕΚ Β' 435/24.03.2015 στο οποίο δημοσιεύτηκε η με αριθμό 5578/2014/377/20.02.2015 απόφαση αναγνώρισης συστάσεως Ενοριών και Ιερών Ναών της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας, ενώ από το έτος 1997 έως και το έτος 2016 παρέμεινε κλειστός λόγω ζημιών που υπέστη από τους σεισμούς του έτους 1997. Δυνάμει της με αριθμό 4483/10.04.2017 Πράξης Τακτοποίησης Κυριότητας (άρθρο 7 Ν. 3800/1957) της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Π. Μ. - Ρ., ο Ιερός Ναός δήλωσε ως ιδιοκτησία του τον ανωτέρω επίδικο χώρο, τον οποίο δήλωνε και στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας από το έτος 2010, καταβάλλοντας τον αντίστοιχο κάθε φορά φόρο για αυτή, όπως προκύπτει ιδίως από τις ειδοποιήσεις πληρωμής φόρου για τα. έτη μετά το 2015 κατόπιν της σχετικής υποβολής δηλώσεων ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων, την υποβολή δηλώσεων στο Εθνικό Κτηματολόγιο, τις δηλώσεις φόρου ακίνητης περιουσίας νομικών προσώπων μετά το έτος 2010 και τις βεβαιώσεις δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης (Ε9) μετά το έτος 2012, χωρίς εναντίωση από. την Κοινότητα ... ή το Δήμο .... Τούτο δεν αναιρείται από την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης εκ μέρους του Δήμου ... υπέρ των εκκαλούντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς μετά την απόρριψη αυτής, ο Δήμος - διά της με αριθμό 254/30.09.2020 απόφασης της Οικονομικής του Επιτροπής - αποφάσισε ομόφωνα να απεμπλακεί από κάθε δικαστική διαμάχη και να αναμένει την επίλυση της εν λόγω διαφοράς από τα πολιτικά δικαστήρια, χωρίς να τεθεί θέμα διεκδίκησης της ανωτέρω έκτασης με την προσκόμιση οποιουδήποτε τίτλου ή να εμμείνει στο χαρακτήρα αυτής ως κοινόχρηστης. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ..., διά της με αριθμό 90/2008 απόφασής του, παρείχε άδεια στον δεύτερο των εκκαλούντων να διέρχεται στο οικόπεδό του από τον επίδικο χώρο και συγκεκριμένα να διέρχεται "ανάμεσα από τις οικίες της Ν. - Κ. Ε. και το σπίτι της εκκλησίας και στη συνέχεια να συνεχίσει παράλληλα με το αυλάκι των όμβριων υδάτων ως την πόρτα του (στο πίσω μέρος της εκκλησίας, με δρόμο πλάτους 4 μέτρων) σύμφωνα με το σκαρίφημα που συνοδεύει την παρούσα. Αν κατά τη διάνοιξή του εμποδίσει ο βόθρος που υπάρχει εκεί ή κάτι άλλο, το κόστος της μεταφοράς του σε άλλο μέρος θα επιβαρύνουν τον κ. Κ.", η δε ανωτέρω απόφαση επικαιροποιήθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ... με τη με αριθμό 218/2016 απόφασή του. Ωστόσο, κατά την 15 ανωτέρω συνεδρίαση δεν συζητήθηκε το ιδιοκτησιακό ζήτημα του ανωτέρω χώρου, ούτε κλήθηκε το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Ιερού Ναού, αν και είχε ήδη ξεκινήσει η αντιδικία των διαδίκων, ο δε πρώτος των εφεσιβλήτων έχει ήδη ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση της ανωτέρω απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του Κ.Δ.Κ., επί της οποίας δεν έχει εισέτι εκδοθεί απόφαση αλλά ο Δήμος ουδέν στοιχείο προσκόμισε περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα της έκτασης, αν και ζητήθηκαν από τους επιθεωρητές-ελεγκτές δημόσιας διοίκησης με το με αρ. πρωτ. 152/01.02.2018 έγγραφό τους, όπως τα ανωτέρω βεβαιώνονται στη με αριθμό 220/Τ/2018 έκθεση ελέγχου τους. Εξάλλου, σύμφωνα και με αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, από καμία διάταξη της κειμένης νομοθεσίας, και ιδιαίτερα των σχετικών με τους ΟΤΑ νόμους, δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων αρμοδιότητα για το χαρακτηρισμό των οδών ή πλατειών ως κοινόχρηστων, η δε τυχόν εκδιδομένη από το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο ή το Δήμαρχο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής ή πλατείας, δεν έχει καμμιά νομική συνέπεια, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά ο χαρακτηρισμός χώρων ως κοινόχρηστων συνιστά πραγματικό ζήτημα, η οριστική επίλυση του οποίου, σε περίπτωση αμφισβήτησης, ανήκει στα πολιτικά δικαστήρια. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι ο επίδικος χώρος δεν αποτελεί κοινόχρηστο χώρο, καθώς δεν έλαβε αυτή την ιδιότητα με οποιονδήποτε τρόπο αλλά ιδιοκτησία του πρώτου των εφεσιβλήτων, ορθώς γενομένης δεκτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασης ιδίας κυριότητας που προέβαλε πρωτοδίκως, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εκκαλούντων πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες, επικουρικά, ισχυρίζονται ότι ο επίδικος χώρος απώλεσε τον χαρακτήρα του ως ιδιοκτησία της εκκλησίας, καθώς αυτή με τις ενέργειες αλλά και τη μη αντίδρασή της, ανέχθηκε ρυμοτομικές επεμβάσεις τα έτη 1962 και 1972, επιθυμώντας να καταστεί ο περιβάλλον χώρος γύρωθεν του Ιερού Ναού κοινόχρηστος, σε κάθε δε περίπτωση η παρεμπόδισή τους στη χρήση του ανωτέρω χώρου συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε αληθής. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο ..., με τη με αριθμό 19/1962 απόφασή του, αποφάσισε -μεταξύ άλλων-την περιτοίχιση της πλατείας Ι.Ν. Ευαγγελίστριας, επιβεβαιώνοντας ότι ανέκαθεν η Κοινότητα θεωρούσε το χώρο αυτό ως πλατεία της εκκλησίας,. κατά δε το ανωτέρω χρονικό σημείο άρχισε η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου της εκκλησίας. Περαιτέρω, το έτος 1972 ο χώρος γύρωθεν του Ιερού ναού τσιμεντοστρώθηκε με έξοδα της Κοινότητας αλλά κατόπιν αδείας του εκκλησιαστικού συμβουλίου (βλ. τη με αριθμό 2/1972 Πράξη του), ενώ το ίδιο έτος το Κοινοτικό Συμβούλιο ..., με τη με αριθμό 8/1972 απόφασή του, αποφάσισε -μεταξύ άλλων - "τη χαλικόστρωση της κοινοτικής οδού προς τη θάλασσα μήκους 4 χλμ η οποία θα εξυπηρετήσει τουριστικώς την Κοινότητα και θα προσελκύσει πλήθος τουριστών κατά τους καλοκαιρινούς ιδίως μήνες". Ωστόσο, ως προελέχθη, η αναφορά μιας οδού ως Κοινοτικής από το Κοινοτικό Συμβούλιο ουδεμία νομική συνέπεια παράγει, ενώ σε κάθε περίπτωση ουδείς των διαδίκων αποτυπώνει την οδό αυτή και ειδικότερα ποιο τμήμα της τυχόν διέρχεται ή όχι εκ του επιδίκου χώρου, επισημαίνεται δε ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο ... έχει αναλάβει την ηλεκτροδότηση του επίδικου χώρου και επιβάλει δημοτικά τέλη για τη συντήρησή του. Επίσης, αποδείχθηκε ότι πράγματι επί δεκαετίες γινόταν χρήση του επίδικου χώρου από το σύνολο των κατοίκων του χωριού και των επισκεπτών του ως χώρος διέλευσης, ως χώρος αναψυχής αλλά και ως χώρος στάθμευσης, καθώς πράγματι ουδέποτε υπήρχε εναντίωση της εκκλησίας, όχι όμως με πεποίθηση ότι επρόκειτο περί κοινόχρηστου χώρου αλλά ότι επρόκειτο περί ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, η οποία το επέτρεπε. Άλλωστε, σε καμία όμως περίπτωση δεν προέκυψε θέληση του Ιερού Ναού να αφεθεί η ανωτέρω έκταση στην κοινή χρήση και να καταστεί αυτή κοινόχρηστη, ώστε οι εκ των υστέρων ενέργειές του να παρίστανται καταχρηστικές, αλλά αντιθέτως ο Ιερός Ναός πάντα φρόντιζε για το χώρο αυτό, τον δήλωνε ως περιουσιακό του στοιχείο και πριν την έναρξη της αντιδικίας των διαδίκων, ενώ η Κοινότητα ζητούσε την άδειά του για την οποιαδήποτε επέμβαση επί αυτού. Επιπλέον, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο επίδικος χώρος αποτελεί τη μοναδική πλατεία του χωριού, ισχυρισμός που αναιρείται από τη με αριθμό 9/1980 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου ... περί απαλλοτρίωσης ιδιωτικών ιδιοκτησιών για τη δημιουργία κοινοτικής πλατείας, από την οποία με βεβαιότητα προκύπτει ότι η πλατεία του χωριού ευρίσκεται σε έτερο σημείο, ενώ έως το έτος 1980 η Κοινότητα θεωρούσε ότι δεν υφίσταται καμία πλατεία, η δε ανωτέρω απόφαση εγκρίθηκε και υλοποιήθηκε, όπως προκύπτει από τη με αρ. πρωτ. Ε.Σ. 11140/1980 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας (ΦΕΚ Δ' 352/10.06.1980). Τούτο δεν αναιρείται από τις με αριθμούς 10 και 33/2002 αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου ... περί τοποθέτησης προτομής του Α. Κ.. στην πλατεία του Δ.Δ. ..., διότι - ιδίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρας του πρώτου των εφεσιβλήτων Φ. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, η οποία περιέχεται στα με αριθμό 132/2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης - η προτομή επρόκειτο να τοποθετηθεί στην ανωτέρω πλατεία της Κοινότητας αλλά κατόπιν αιτήματος στον Μητροπολίτη, που έγινε δεκτό, τοποθετήθηκε στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας, ο οποίος γειτνιάζει με τη γενέτειρα κατοικία του ανωτέρω Α. Κ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της με αριθμό ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/ΚΗΡ/6024/173 απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού και σύμφωνα μετά άρθρα 52 του Κ.Ν. 5351/1932 "περί Αρχαιοτήτων" και 5 του Ν. 1469/1950 "Περί προστασίας ειδικής κατηγορίας οικοδομημάτων κλπ.", ο Ναός χαρακτηρίστηκε ως οικοδόμημα που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία, με περιβάλλοντα χώρο 20 μέτρων γύρω του (ΦΕΚ 285 Β724.03....). Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η ανωτέρω υπουργική απόφαση δεν θα είχε εκδοθεί εάν ο περιβάλλον επίδικος χώρος ανήκε στην κυριότητα του Ιερού Ναού, πλην όμως η έκδοση της ανωτέρω απόφασης είχε σκοπό να διασφαλίσει ότι ο Ιερός Ναός, ως έργο της νεοκλασικής 19ου αιώνα έτσι όπως εφαρμόζεται στα Εκκλησιαστικά κτίσματα, χρήζει προστασίας, χωρίς να ερευνάται το ιδιοκτησιακό καθεστώς γύρωθεν αυτού, η δε ανωτέρω προστασία επιβάλλεται από το άρθρο 24 §§1 και 6 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται αυξημένη προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και επιβάλλει στη Διοίκηση τη λήψη κάθε μέτρου που κρίνεται αρμοδίως ως πρόσφορο για την προστασία των αρχαίων και νεότερων μνημείων, δύναται δε να περιλαμβάνει και τον περιβάλλοντα χώρο αυτών (ΣτΕ 1553/2021, ΣτΕ 1332/2018, ΣτΕ 2834/2018 ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη έκρινε ότι ο επίδικος χώρος γύρωθεν του Ιερού Ναού της Ευαγγελίστριας Θεοτόκου δεν είναι κοινόχρηστος και απέρριψε την αγωγή των εκκαλούντων, όσο και την πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε υπέρ αυτών, με την ίδια αιτιολογία που συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο..." Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος του, πρώτο πρόσθετο, δεύτερο πρόσθετο, τρίτο πρόσθετο κατά το πρώτο σκέλος του, τέταρτο πρόσθετο κατά το πρώτο σκέλος του, πέμπτο πρόσθετο κατά το πρώτο σκέλος του, και έκτο πρόσθετο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθώς και με τους τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτο πρόσθετο κατά το δεύτερο σκέλος του, πέμπτο πρόσθετο κατά το δεύτερο σκέλος του και έκτο πρόσθετο κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου αντίστοιχα παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 57, 173-200, 281, 967 1033, 1108, 1192 του ΑΚ 51 του ΕισΝΑΚ και 4 ν. 3155/1955, χωρίς ωστόσο σε καθένα εξ αυτών να εκτίθενται οι σχετικές εκάστοτε παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες φέρεται να συντελέστηκε η αντίστοιχη παραβίαση. Σε κάθε όμως περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Εξάλλου οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία υπό την επίκληση της παράβασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί είναι πρωτίστως, απαράδεκτοι, ως αόριστοι ως προς τα άνω σκέλη τους. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 περ. 5 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε (έστω και εσφαλμένα) για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991, 25/2003, ΑΠ 927 και 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία. Στη προκείμενη περίπτωση με το τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως με το τρίτο σκέλος του πέμπτου προσθέτου λόγου, εκ του αρ. 5 του άρθρου 550 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες παραπονούνται επειδή το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα προς επιστήριξη της αγωγής ισχυρισμό τους περί της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, αφετέρου δε έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ειδικότερα μη προβληθέντα από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητός του επί του επιδίκου. Ωστόσο, από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης σαφώς προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε, δεχόμενο τα αντίθετα, ενώ ο φερόμενος ως ληφθείς υπόψη, χωρίς να έχει προβληθεί ισχυρισμός, δεν συνιστά "πράγμα", αφού στα πλαίσια της προκείμενης, περί προσβολής προσωπικότητας, αγωγής αποτελεί απλώς αιτιολογημένη άρνηση του χαρακτήρος του επιδίκου ως κοινοχρήστου, μη ιδρυόμενων εντεύθεν των ανωτέρω ταυτόσημων αυτών λόγων, που ως εκ τούτου κρίνονται αβάσιμοι, ως προς τα άνω σκέλη τους. Από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, το οποίο καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, προκύπτει ότι στους λόγους αναίρεσης δεν περιέχονται λόγοι αντίστοιχοι προς τους αριθμούς 9, 11, 13 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Οι ανωτέρω πλημμέλειες, επομένως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου (ΟλΑΠ 45/1987). Οι πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του, όγδοος πρόσθετος, έβδομος πρόσθετος και τέταρτος πρόσθετος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι της αναίρεσης, συνεπώς, σύμφωνα με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες αντίστοιχα των αρ. 9, 11, 13 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 180/2008, 1370/2008 1183/2010, 245/2012) επί αποφάσεως πρωτοδικείου δικάσαντος, ως εφετείου, κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, όπως στην παρούσα περίπτωση. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων της πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων πρώτου Ιερού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και υπό στοιχ. 1α αναιρεσίβλητων, Κ./νου Π. του Δ. που υπέβαλλαν και προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους την από 1-6-2022 και με αριθμό κατάθεσης 21/2022 αίτηση, καθώς και τους από 27/10/2022 και με αρ. κατ. 135/22 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 114/2022 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου Δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των πρώτου και υπό στοιχ. 1α αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ