Αριθμός 679/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Χαντζαρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαρίνας Καΐτσα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 986/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 998/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-9-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 7.9.2021 και με αριθ. κατάθεσης 6932/868/9.9.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 998/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 569, 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Η νοµική αοριστία της αγωγής συνδέεται µε τη νοµική εκτίµηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τον νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος για να κρίνει νόµιµη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία, όµως, του δικογράφου της αγωγής µπορεί να µην είναι νοµική αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτηµα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόµου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεµελιώνουν την εφαρµογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1561/2011). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτήν, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 86/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισµένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117- 118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεµελιώνουν σύµφωνα µε τον νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγοµένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς και γ) ορισµένο αίτηµα. Ειδικότερα, στοιχεία της αγωγής του απασχολούμενου µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου µισθωτού, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, είναι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η μη αποδοχή από μέρους του εργοδότη της εργασίας, την οποία πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο του προσέφερε ο μισθωτός (ΑΠ 606/2017), ενώ για να είναι ορισμένη η αγωγή, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών, που οφείλονται από έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 Α.Κ. και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, είναι ο χρόνος της κατάρτισης της σύμβασης, ο συμφωνημένος ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι της συγκεκριμένης παροχής και ο χρόνος, για τον οποίο αυτή οφείλεται (ΑΠ 524/2018, 2016/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), του δικογράφου της ένδικης από 21.5.2018 αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την αγωγή αυτή, αφού επικαλέστηκαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία συνήψαν με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 5.3.2008 ο πρώτος ενάγων και στις 14.9.2009 ο δεύτερος ενάγων και με βάση την οποία προσέφεραν έκτοτε στην επιχείρηση της τελευταίας τις υπηρεσίες τους ως ιατρικοί επισκέπτες, και περαιτέρω ισχυρίστηκαν, εκτός των άλλων, ότι η εναγόμενη ουδέποτε μέχρι τον χρόνο άσκησής της κατάγγειλε την ως άνω σύμβαση εργασίας (σελ. 14η και 26η), επανιδρυθείσα δυνάμει του όρου ΙΙ.4 των μεταξύ τους καταρτισθέντων από 8.2.2013 και 2.2.2013 αντίστοιχα, ιδιωτικών συμφωνητικών, ζήτησαν να τους καταβάλει η εναγόμενη, εκτός των άλλων, τους μισθούς υπερημερίας, ποσού 12.509,35 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και ποσού 24.194,94 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα του χρονικού διαστήματος από 1.2.2013 μέχρι 30.4.2018. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή δεν διαλαμβάνει τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ. αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχεία, δηλαδή τα γεγονότα που απαιτούνται για τη θεμελίωση και της διωκόμενης ως άνω αξίωσης καταβολής μισθών υπερημερίας, τους οποίους φέρεται να οφείλει η εναγόμενη στους ενάγοντες κατά το επίδικο διάστημα, καθότι δεν αναφέρεται σ' αυτή η μη αποδοχή εκ μέρους της εναγόμενης (εργοδότριας) της εργασίας, την οποίαν προσηκόντως πρόσφεραν σ' αυτή οι ενάγοντες (μισθωτοί), ήτοι δεν αναφέρεται η άρνηση της εργοδότριας να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερθείσα εργασία των μισθωτών, στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας με βάση τις ενεργείς συμβάσεις εργασίας τους, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ. Επομένως, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι τα ως άνω αγωγικά κονδύλια ήταν αόριστα, δεχόμενο τον περί αοριστίας αυτών ισχυρισμό της εναγόμενης, τον οποίον η τελευταία είχε προβάλει στον πρώτο βαθμό και είχε επαναφέρει στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στους από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου σκέλους αυτού για την αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι δεν εξετάστηκε, μετά την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως αόριστης, κατά το ως άνω κεφάλαιό της, ο ασκών, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως προς αυτό (απορριφθέν κεφάλαιο) πραγματικός ισχυρισμός τους περί επαναφοράς τους στην προτέρα εργασιακή τους σχέση. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο και σκέλος αιτίαση ότι στην 7η σελίδα της ένδικης αγωγής αναφέρεται η ως άνω έλλειψη και συγκεκριμένα ότι : "......Αντί αυτών, η αντίδικος μας κοινοποίησε, στις 14.6.2012, την μονομερή απόφασή της να μας θέσει σε εκ περιτροπής εργασία αναδρομικά και δη κατά το χρονικό διάστημα από 11.6.2012 μέχρι 31.12.2012 αναφέροντας αορίστως ότι θα εργαζόμαστε μία ημέρα την εβδομάδα χωρίς να καθορίζει ποια θα ήταν η ημέρα αυτή. Επομένως, η θέση μας σε εκ περιτροπής εργασία είναι παράνομη, καταχρηστική, άκυρη και κατά ταύτα ουδέν έννομο αποτέλεσμα δύναται να παράγει. Άρα δικαιούμαστε να λάβουμε όλες τις συνήθεις αποδοχές, που θα λαμβάναμε εάν εργαζόμασταν κανονικά στην εναγόμενη το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, αφού, άλλωστε, εμείς προσφέραμε και προσφέρουμε προσηκόντως την εργασία μας στην αντίδικο, η οποία αρνούνταν και αρνείται να τη δεχθεί...." είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι οι ενάγοντες την άρνηση αποδοχής της εργασίας τους από την εναγόμενη την συναρτούν χρονικά μόνο με το από 1.1.2012 μέχρι και 31.1.2013 διάστημα και με το αίτημά τους για καταβολή των αναφερόμενων σ' αυτή ποσών με βάση την παραβίαση των όρων των με ημερομηνία από 8.2.2013 και 2.2.2013 συμφωνητικών, που αυτοί, αντίστοιχα, υπέγραψαν με την εναγόμενη και όχι αυτό από 1.2.2013 μέχρι και 30.4.2018 και με το αίτημά τους για καταβολή μισθών υπερημερίας με βάση την ενεργή σύμβαση εργασίας τους. Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε και τελικά τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 § 3 Ν. 3899/2010, ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι : "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παρ. 4 του ιδίου άρθρου "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα : 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 470/2018, 771/2017, 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησής του, να επιβάλει στην επιχείρησή του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ` της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι : α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 771/2017, 1252/2014), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής. Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας", αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ` της παρ. 3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 771/2017, 1252/2014). Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών, και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων. Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α` 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδαφίου δ` ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης. Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ` άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας. Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου. Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή ex lege εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπο ώστε στην περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών ενός μεγαλυτέρου αριθμού εργαζομένων, η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν. 1767/1988 (ΑΠ 771/2017, 1252/2014), αφού η σχετική παραπομπή του εδαφίου δ` στις διατάξεις των νόμων αυτών αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η κατά τα άνω ενημέρωση και εν συνεχεία διαβούλευση και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 Ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ` ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής (ΑΠ 1149/2021), η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες : α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας) (ΑΠ 1318/2019, 697/2018, 470/2018). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006). Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του. O λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 355/2020, 1636/2018, 867/2018, 788/2018, 529/2017, 1665/2014), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρα 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 574/2010, 832/2009, 1503/2005, 185/2004, 416/1993). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρα 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002, 80/2004, 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010, 832/2009, 1580/1995), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019, 574/2010, 5/2010). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 838/2005, 597/2005, 416/1993) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, 1365/2005), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2011, 683/2010). Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004, 1/1999). Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005). Από την, κατ` άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, επί των κρίσιμων ζητημάτων, δέχθηκε ότι τηρήθηκαν όλες οι απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή παρά της εναγόμενης εργοδότριας στους ενάγοντες εργαζομένους της εκ περιτροπής εργασίας και ότι κατ' ακολουθίαν των αποδειχθέντων, ερμηνευομένων δε και των από 8.2.2013 για τον πρώτο ενάγοντα και από 2.2.2013 για τον δεύτερο ενάγοντα ιδιωτικών συμφωνητικών, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και της εναγόμενης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι ένδικες απαιτήσεις εκ ποσού 18.176,19 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 11.863,93 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα, οι οποίες κατά τον αγωγικό ισχυρισμό αναγνωρίστηκαν από την εναγόμενη με τα ανωτέρω δύο (2) έγγραφα συμφωνητικά ως οφειλές αυτής, ως αποτελούσες μέρος της μεγαλύτερης οφειλής εκ ποσού 32.267,09 ευρώ προς τον πρώτο ενάγοντα και 34.256,74 ευρώ προς τον δεύτερο ενάγοντα, από ανεξόφλητες δεδουλευμένες αποδοχές αυτών του χρονικού διαστήματος από 1.1.2012 μέχρι 31.1.2013, βάσει των καταρτισθεισών (2) συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, κρίνονται (αγωγικαί απαιτήσεις) κατ' ουσίαν αβάσιμες, διότι με την καταρτισθείσα (δημιουργηθείσα) μεταξύ εναγόμενης και εκατέρου των διαδίκων, δυνάμει των ως άνω δύο (2) εγγράφων ιδιωτικών συμφωνητικών, νέα ενοχική σχέση, σε αντικατάσταση των ως είρηται δύο (2) συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας, αναγνωρίστηκε από την εναγόμενη χρέος εκ ποσού 14.090,40 ευρώ προς τον πρώτο ενάγοντα και 22.392,82 ευρώ προς τον δεύτερο ενάγοντα, το οποίο και εισπράχθηκε παρ' εκατέρου των εναγόντων πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής. Και με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, δια της οποίας επιδικάστηκαν σε καθένα από τους ενάγοντες οι ως άνω αγωγικές απαιτήσεις, ποσού 18.176,19 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 11.863,92 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα, και, αφού δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμους τον πρώτο λόγο της έφεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησε η εκκαλούσα -αναιρεσίβλητη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ένδικη αγωγή την οποίαν και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τα ως άνω κεφάλαιά της. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 38 Ν. 1892/1990, όπως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και ισχύει από 11.5.2010 με το Ν. 3846/2010, 2 του ΠΔ 260/2006, 7 N. 2112/1920, του Ν. 1767/1988, τις οποίες, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ανέλεγκτα, ορθώς τις ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επιβολή από την εναγόμενη μονομερώς του συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης ήταν νόμιμη για το λόγο ότι στο έγγραφο της ενημέρωσης, με το οποίο κλήθηκαν όλοι οι εργαζόμενοι, ελλείψει εκπροσώπων αυτών, σε διαβούλευση, ήταν αρκετή η γενική αναφορά για τον περιορισμό των εργασιών της επιχείρησης από την οικονομική κρίση αυτής και τη λήψη μέτρων και τρόπων για την αντιμετώπισή της, χωρίς να απαιτείται η παράθεση συγκεκριμένων αριθμητικών στοιχείων σ' αυτό, ούτε απαιτείτο να έχει υπογραφεί το σχετικό πρακτικό από το σύνολο των εργαζομένων και της επιχείρησης. Επίσης, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η εναγόμενη εργοδότρια τήρησε τις προϋποθέσεις για την επιβολή μονομερούς εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρησή της, αφού: α) υπήρξε περιορισμός των δραστηριοτήτων της, β) προέβη σε ενημέρωση και διαβούλευση με όλους τους εργαζόμενους, ελλείψει εκπροσώπων αυτών, χωρίς να είναι ανάγκη να καταλήξουν σε συμφωνία, ενημερώνοντας αυτούς για την κακή οικονομική της πορεία από την οικονομική κρίση και παρουσιάζοντας τα οικονομικά στοιχεία που αποδείκνυαν τη συνεχή μείωση του κύκλου των εργασιών της και οι εργαζόμενοι ζήτησαν και έλαβαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία και διευκρινίσεις επί των θεμάτων αυτών, γ) η διάρκειά της ήταν μικρότερη των εννέα (9) μηνών και συγκεκριμένα έξη (6) μήνες ήτοι από 11.6.2012 μέχρι 31.12.2012 και δ) η απόφαση της εναγόμενης για επιβολή μονομερούς εκ περιτροπής εργασίας κοινοποιήθηκε εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας, οπότε, εν όψει αυτών, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους της εναγόμενης δεν συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, ώστε να επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920. Επομένως, οι περί του αντιθέτου τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης από τους με αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τα λοιπά υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες στους παραπάνω δύο λόγους αναίρεσης, πλήττουν την ουσία της υπόθεσης, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και επομένως κατά το μέρος αυτό οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι υπάρχει ασάφεια στα από 8.2.2013 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της εναγόμενης και από 2.2.2013 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους μεταξύ του δεύτερου ενάγοντος και της εναγόμενης ως προς το θέμα της καταρτίσεως ή μη νέων συμβάσεων μεταξύ της εναγόμενης και καθενός από τους ενάγοντες και μάλιστα συμβάσεων αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, καθώς και ως προς το θέμα του αν η βούληση των συμβληθέντων μερών, σε περίπτωση μη εμπροθέσμου καταβολής μίας εκ των αναφερόμενων σ' αυτά δόσεων θα αφορούσε ή όχι την εγκυρότητα ή μη της νέας ενοχικής σχέσεως ή ότι με αυτά ρυθμιζόταν ή όχι ο τρόπος καταβολής της αναγνωρισθείσας οφειλής σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής της νέας ενοχικής σχέσεως, προσέφυγε με τη ρητή επίκλησή τους, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, περαιτέρω προέβη στην ερμηνεία αυτών, μέσω της οποίας κατέληξε στη διαπίστωση ότι, κατά την αληθή βούληση των μερών με την κατάρτιση των ως άνω δύο (2) εγγράφων ιδιωτικών συμφωνητικών συνάφθηκαν δύο (2) νέες συμβάσεις μεταξύ της εναγόμενης και καθενός από τους ενάγοντες και μάλιστα συμβάσεις αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, κάθε μία των οποίων ίδρυσε νέα ενοχική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητο της υποκείμενης αιτίας, ήτοι της παλαιάς ενοχής, η οποία αποτέλεσε την αιτία της περί αναγνωρίσεως του χρέους νέας συμβάσεως, αποτελούσα (η νέα ενοχική σχέση) νέα αυτοτελή βάση της υποχρεώσεως της εναγόμενης προς καταβολή σε καθένα από τους ενάγοντες, εκείνης της οφειλής, το ύψος της οποίας αναγνωρίστηκε με τα εν λόγω ιδιωτικά συμφωνητικά και ήταν η εφεξής οφειλόμενη και ότι η βούληση των συμβληθέντων μερών δεν αποσκοπούσε στην ακύρωση (κατάργηση) της ιδρυθείσας νέας ενοχικής σχέσεως σε περίπτωση της μη εμπρόθεσμης καταβολής από την εναγόμενη μίας τις αναφερόμενες σ' αυτά (ιδιωτικά συμφωνητικά) δόσεων, καθώς σκοπός των διαδίκων ήταν η σύσταση της νέας αυτής ενοχικής σχέσεως, αλλά αποσκοπούσε η βούληση των συμβληθέντων, στην περίπτωση της πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής, στην ρύθμιση του τρόπου καταβολής της, αναγνωρισθείσας από την εναγόμενη με την νέα αυτή σύμβαση, οφειλής της και μάλιστα με την προσφυγή των εναγόντων στα δικαστικά όργανα, διώκοντας την είσπραξη ολοκλήρου, και όχι κατά δόσεις, της αναγνωρισθείσας οφειλής. Η κρίση του δε αυτή, με βάση όσα στοιχεία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι σύμφωνη με τους ορισμούς των ανωτέρω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, τους οποίους, επομένως, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, στην προκειμένη περίπτωση, αφού, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές, ερμήνευσε το περιεχόμενο των από 8.2.2013 και 2.2.2013 ιδιωτικών συμφωνητικών αναγνωρίσεως χρέους και κάλυψε τη διαπιστωθείσα ασάφεια, κατά την αληθινή βούληση των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, χωρίς να είναι αναγκαία, για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση των αρχών αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα των ενδίκων συμβάσεων αναγνωρίσεως χρέους, ιδίως το περιεχόμενο αυτών, που ερμήνευσε, τον σκοπό στον οποίο απέβλεπαν οι διάδικοι, σταθμίζοντας ορθώς τα δικαιολογημένα συμφέροντά τους και τον τρόπο με τον οποίον ενήργησαν οι αναιρεσείοντες όταν η εναγόμενη δεν κατέβαλε εμπροθέσμως τις περιεχόμενες σ' αυτές συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις. Συγκεκριμένα υπέβαλαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ο μεν πρώτος ενάγων την από 14.11.2013 αίτησή του, ο δε δεύτερος ενάγων την από 17.3.2014 αίτησή του κατά της εναγόμενης, διώκοντας την έκδοση Διαταγής Πληρωμής με βάση τα προαναφερθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά και την δημιουργηθείσα από την ανωτέρω αιτιώδη αναγνώριση χρέους, νέα ενοχή, αυτοτελή και ανεξάρτητη από την αποτελούσα την παλαιά ενοχή, ήτοι από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με βάση την οποίαν συνήφθη η αιτιώδης αναγνώριση χρέους, δηλαδή καθένας των εναγόντων με την υποβολή των εν λόγω αιτήσεων αποδέχθηκε την ισχύ αυτής της νέας ενοχικής σχέσεως και μετά την, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πλημμελή εκπλήρωση αυτής από την εναγόμενη, επιπλέον δε κάθε ενάγων προέβη στην αναγνώριση και αποδοχή του τρόπου εισπράξεως της ένδικης οφειλής συνολικώς και όχι σε μηνιαίες δόσεις. Εξάλλου, με τις παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με επάρκεια, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ερμηνευτική κάλυψη της προαναφερθείσης ασάφειας κατά την αληθινή βούληση των μερών. Συνεπώς, ο έκτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, διαλαμβάνοντας ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να στερείται νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το μέρος δε με το οποίο αμφισβητείται η κρίση του Εφετείου, σχετικά με την ανάγκη ερμηνείας του περιεχομένου των ως άνω συμφωνητικών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών είναι ανέλεγκτη. Τέλος, ο δεύτερος λόγος από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 325, 329, 353, 648 και 656 ΑΚ ως προς το ζήτημα της νομιμότητας ή μη της από 13.6.2012 επίσχεσης εργασίας τους, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι το Εφετείο ουδόλως έκρινε επί της νομιμότητας ή μη αυτής, αντίθετα δέχθηκε ότι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας- αναιρεσίβλητης ως προς το εν λόγω ζήτημα αλυσιτελώς προτάθηκαν, καθώς δεν οδηγεί σε εξαφάνιση όλης της εκκαλούμενης ή κεφαλαίου ή συνδεόμενου με αυτό κονδυλίου της εκκαλούμενης απόφασης, διότι κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο ουδόλως συνδέεται η εν λόγω επίσχεση εργασίας με τα αιτούμενα από τους ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 883 και 903/2019). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ο προκείμενος λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο ορισμένου ισχυρισμού, χωρίς να έχει προσαχθεί κανένα αποδεικτικό μέσο ή χωρίς το δικαστήριο να δέχεται, έστω και γενικώς, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα ή ότι πρόκειται για γεγονότα πασίγνωστα ή γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργειά του (ΑΠ 1027/2019, 1025 και 1349/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τους από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 8 περ. β' και αρ. 10 πλημμέλειες, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε και επιδρά στο κύρος της θέσεώς τους σε εκ περιτροπής εργασία, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι οι αναιρεσείοντες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα πριν τεθούν σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι και απορριπτέοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθότι, όπως με σαφήνεια προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το καθεστώς διαθεσιμότητας δεν αφορούσε τους ενάγοντες, αλλά άλλους εργαζόμενους της επιχείρησης, οι δε ενάγοντες με σαφήνεια εκτίθεται ότι τέθηκαν σε εκ περιτροπής εργασία μαζί με άλλους εργαζόμενους ("..... τριάντα τρεις εργαζόμενους εις αυτή, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες.....), για το χρονικό διάστημα από 11.6.2012 έως 31.12.2012, για το σχηματισμό δε της δικανικής πεποίθησής του ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, και συνεπώς οι παραδοχές της δεν έγιναν χωρίς απόδειξη. Ο σχηματισμός δε από το Εφετείο, μετά την επανεκτίμηση των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του, διαφορετικής κρίσης, ως προς την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, από εκείνη την οποία θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες, δεν καθιστούν αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφασή του. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 42/2002). Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος, όμως, είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 398/2020, 566/2017, 180/2017). Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρo 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 694/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο αναιρετικό λόγο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφονται το Εφετείο ότι, κατέληξε στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής τους, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις την υπ' αριθ. 3566/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί αγωγής των συναδέλφων τους κατά της εναγόμενης, με τα ίδια πραγματικά περιστατικά και την αυτή νομική βάση με την ένδικη αγωγή. Οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον, από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση, πλην των άλλων, και "... εκ των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων....", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την ως άνω απόφαση χωρίς, επισημαίνεται να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγησή της. Κατ' ακολουθία τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθώς επίσης και η υποβληθείσα με αυτή από τους αναιρεσείοντες, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, καθόσον, αφού δεν αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συντρέχει λόγος έρευνας αυτής και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη (άρθρο 579 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7.9.2021 και αριθ. εκθ. κατάθ. 6932/868/9.9.2021 αίτηση της για αναίρεση της αριθ. 998/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν την εκτέλεση και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ